Μπορεί η Ευρώπη να χρηματοδοτήσει τις επόμενες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες της; Με το Omnibus II, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να δώσει μια πιο πρακτική απάντηση, μειώνοντας τη γραφειοκρατία και ενισχύοντας τη ροή κεφαλαίων προς την πραγματική οικονομία, μια εξέλιξη που αφορά άμεσα startups, επενδυτές και funds, και στην Ελλάδα.
Παραθέτουμε έναν γρήγορο οδηγό για το τι αλλάζει πρακτικά και γιατί μπορεί να έχει ενδιαφέρον και για την ελληνική τεχνολογική και venture capital σκηνή.
Το Omnibus II εστιάζει πρακτικά στο βασικό επενδυτικό εργαλείο της ΕΕ, το InvestEU. Δεν δημιουργεί νέο ταμείο, αλλά βελτιώνει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί: απλοποιεί διαδικασίες, μειώνει τα εμπόδια για τράπεζες και επενδυτές και επιδιώκει να αυξήσει τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Τι είναι τα πακέτα Omnibus;
Πρόκειται για μια σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων που τροποποιούν υφιστάμενους ευρωπαϊκούς κανονισμούς με στόχο να γίνουν πιο απλοί και λειτουργικοί. Η φιλοσοφία είναι ξεκάθαρη: λιγότερο διοικητικό βάρος για επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, περισσότερη επενδυτική δραστηριότητα. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει στόχο τη μείωση των διοικητικών βαρών κατά 25% συνολικά και κατά 35% για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το Omnibus II εστιάζει πρακτικά στο βασικό επενδυτικό εργαλείο της ΕΕ, το InvestEU. Δεν δημιουργεί νέο ταμείο, αλλά βελτιώνει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί: απλοποιεί διαδικασίες, μειώνει τα εμπόδια για τράπεζες και επενδυτές και επιδιώκει να αυξήσει τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να κάνει το σύστημα πιο «επενδύσιμο».
Προχώρησε σχετικά γρήγορα για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Η πρόταση κατατέθηκε το 2025 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και πέρασε από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ, η οποία περιλαμβάνει η πρόταση να υπερψηφιστεί από το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο και από το Ευρωπαικό Συμβούλιο. Το πακέτο εγκρίθηκε και έχει πλέον τεθεί σε ισχύ. Το επόμενο στάδιο είναι η πρακτική εφαρμογή του.
Γιατί προωθείται τώρα;
Η πίεση είναι σαφής. Στην έκθεσή του για την ανταγωνιστικότητα, ο Mario Draghi προειδοποίησε: «Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία 50 χρόνια νέες εταιρείες “από το μηδέν” που να γίνουν τεράστιες (πολύ μεγάλης αξίας, πάνω από 100 δισ. ευρώ). Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όλες οι πολύ μεγάλες εταιρείες αξίας άνω του 1 τρισεκατομμυρίου δημιουργήθηκαν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα. Επίσης, αυτές οι εταιρείες ξεκίνησαν με τη βοήθεια venture capitalists». Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η καινοτομία, είναι η κλιμάκωση και η χρηματοδότησή της.
Ταυτόχρονα, η εμπειρία των τελευταίων ετών με την ενεργειακή κρίση, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ανέδειξε την ανάγκη για μεγαλύτερη οικονομική και τεχνολογική αυτονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η απλοποίηση των κανόνων μετατρέπεται σε εργαλείο στρατηγικής πολιτικής που υποστηρίζεται ως προτεραιότητα και από την Επιτροπή της von der Leyen.
Αυτό μεταφράζεται σε κάποια επιδότηση που μπορεί να διεκδικήσει κάποια επιχείρηση ή start up;
Στην πράξη, η πλειονότητα των κεφαλαίων που κινητοποιούνται από τέτοια εργαλεία προέρχεται από την ιδιωτική αγορά. Η εγγύηση της ΕΕ λειτουργεί σαν «μαξιλαράκι ρίσκου», το οποίο επιτρέπει σε τράπεζες, funds, venture και growth επενδυτές να επενδύσουν σε projects που διαφορετικά θα θεωρούσαν πολύ ριψοκίνδυνα. Έτσι, από τα περίπου €50 δισ. επενδυτικής δυναμικής, μεγάλο μέρος αναμένεται να είναι ιδιωτικό κεφάλαιο.
Επισήμως, το πρόγραμμα περιλαμβάνει χρηματοδότηση για υποδομές, καινοτομία, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κοινωνικές επενδύσεις. Στην πράξη όμως, η προτεραιοποίηση είναι πιο σαφής: τεχνολογία, ενέργεια, βιομηχανία και, όλο και περισσότερο, άμυνα. Τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, το clean tech, η βιομηχανική παραγωγή και οι τεχνολογίες dual use, δηλαδή που να χρησιμοποιούνται τόσο για κοινή χρήση όσο και για αμυντικούς σκοπούς, βρίσκονται στο επίκεντρο.

Όπως μας λέει η Φινλανδή ευρωβουλευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Co-rapporteur στην επιτροπή του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου για θέματα προϋπολογισμού, Aura Salla: «Η απλούστευση των υφιστάμενων κανόνων έχει σημασία επειδή κάθε ώρα που δαπανάται για περιττές αναφορές είναι χρόνος και χρήμα που δεν δαπανάται για τη χρηματοδότηση εταιρειών. Το InvestEU καθιστά τις συναλλαγές πιο βιώσιμες και πιο γρήγορες. Δεν θα εξαλείψει κάθε εμπόδιο, αλλά αποτελεί ένα πραγματικό βήμα προς την ταχύτερη και πιο πρακτική πρόσβαση σε κεφάλαια».
Και το μήνυμα προς το οικοσύστημα είναι πολύ σαφές: «Οι τεχνολογίες διπλής χρήσης θα πρέπει να τοποθετηθούν ως μέρος της στρατηγικής βιομηχανικής βάσης της Ευρώπης και όχι ως κάτι ενδιάμεσο. Οι πιο έξυπνες startups θα δείξουν πώς η τεχνολογία τους καλύπτει πραγματικά κενά δυνατοτήτων, εντάσσεται στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας και είναι έτοιμη να κάνει scale».
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής είναι η ολλανδική startup εταιρεία Optics11, η οποία εξασφάλισε χρηματοδότηση 25 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για τεχνολογία αισθητήρων οπτικών ινών με εφαρμογές στην ενέργεια και την υποθαλάσσια ασφάλεια, ένα project που συνδέει άμεσα καινοτομία και στρατηγική ανθεκτικότητα.
Πώς μπορεί να επωφεληθεί το ελληνικό startup οικοσύστημα;
Για το ελληνικό οικοσύστημα, το βασικό ζητούμενο δεν είναι πλέον η δημιουργία νέων startups αλλά η ανάπτυξή τους. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί δεκάδες εταιρείες και ένα ενεργό δίκτυο επενδυτών early stage. Το κενό εντοπίζεται στο επόμενο βήμα: στη χρηματοδότηση εταιρειών που θέλουν να περάσουν σε φάσεις Series B και C. Εκεί ακριβώς μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά τα ευρωπαϊκά εργαλεία, φέρνοντας μεγαλύτερα κεφάλαια και μειώνοντας το ρίσκο για τους επενδυτές.
Ποια είναι τα επόμενα βήματα;
Το πακέτο Omnibus II έχει ήδη θεσπιστεί. Το ερώτημα πλέον είναι η εφαρμογή του. Για να μετατραπεί σε πραγματικές επενδύσεις, startups, funds και θεσμικοί φορείς θα πρέπει να κινηθούν συντονισμένα: οι επιχειρήσεις να παρουσιάσουν ώριμα projects με σαφή ευρωπαϊκή διάσταση, οι επενδυτές να αξιοποιήσουν τα εργαλεία εγγυήσεων και το κράτος να διοχετεύσει αποτελεσματικά τους διαθέσιμους πόρους. Αν αυτό συμβεί, το διακύβευμα δεν είναι μόνο περισσότερα κεφάλαια, αλλά η δυνατότητα ευρωπαϊκών εταιρειών να μεγαλώσουν παγκόσμια χωρίς να φύγουν από την Ευρώπη.