12.06.2026
7’ READ TIME

Ο εγκέφαλος μισεί τα κουτιά 

Η νευροαισθητική εξερευνά το βιολογικό υπόβαθρο της ομορφιάς. Για τον ερευνητή Αλέξανδρο Λάβδα, ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζουμε τις πόλεις επηρεάζει άμεσα το στρες, τη διάθεση και τελικά την υγεία μας.
Η Αθήνα, ειδικά, έχει χάσει τεράστιο μέρος της αισθητικής της συνέχειας. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι χτίστηκαν άσχημα κτίρια, αλλά πως συνάμα χάθηκε μια ολόκληρη γλώσσα. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image
Billboard 1

Υπάρχουν στιγμές που το σώμα καταλαβαίνει κάτι πριν το καταλάβει ο νους. Μπαίνεις σε έναν δρόμο και νιώθεις να χαλαρώνεις. Βγαίνεις σε έναν ανοιχτό ορίζοντα και κάτι μέσα σου ανοίγει μαζί του. Περπατάς σε μια στενή, γκρίζα λεωφόρο, ανάμεσα σε μονοκόμματα κτίρια από μπετόν και γυαλί, και χωρίς να μπορείς ακριβώς να εξηγήσεις γιατί, σφίγγεσαι.

Για τον Αλέξανδρο Λάβδα, Senior Researcher στο Institute for Biomedicine του Eurac Research στο Bolzano της Ιταλίας, ερευνητή και εκπαιδευτικό με περισσότερα από 20 χρόνια διεθνούς εμπειρίας, αυτές οι εμπειρίες δεν είναι απλώς θέμα γούστου. «Είναι ζήτημα νευροεπιστήμης», εξηγεί στο WIRED Greece.

Η νευροαισθητική, ο κλάδος που μελετά τις βιολογικές πλευρές της αισθητικής εμπειρίας, επιχειρεί να φωτίσει ακριβώς αυτή τη σκοτεινή περιοχή ανάμεσα στην αίσθηση και τη μέτρηση.  Στόχος δεν είναι να αντικαταστήσει την τέχνη, τη φιλοσοφία ή την κριτική με εγκεφαλογραφήματα, αλλά να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει στο σώμα μας όταν κάτι μας φαίνεται όμορφο, αρμονικό, απειλητικό ή αφόρητο.

 «Νομίζουμε ότι είμαστε σκεπτόμενα όντα που αισθάνονται.  Στην πραγματικότητα, όμως, είμαστε αισθανόμενα όντα που σκέπτονται».

«Η εμπειρία, εξ ορισμού, είναι κάτι που το νιώθεις», εξηγεί ο Λάβδας. «Δεν μπορείς να την περιγράψεις, ούτε μπορείς να αντικαταστήσεις την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας με τη νευροεπιστήμη. Αυτό που μπορείς να κάνεις, όμως, είναι να κοιτάξεις ποιο είναι το βιολογικό υπόβαθρο αυτών των πραγμάτων που νιώθουμε».

Αυτό το υπόβαθρο έχει σήμερα αρχίσει να αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για την τέχνη, αλλά και για την αρχιτεκτονική και τον αστικό σχεδιασμό. Γιατί αν ο εγκέφαλος αντιδρά με συγκεκριμένους τρόπους στο περιβάλλον, τότε οι πόλεις μετατρέπονται σε ενεργούς παράγοντες της ψυχικής και σωματικής μας κατάστασης. 

Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν οι πόλεις που χτίζουμε έρχονται σε σύγκρουση με τον τρόπο που έχει εξελιχθεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος να αντιλαμβάνεται τον κόσμο;

Γιατί οι πόλεις μας μοιάζουν όλο και λιγότερο με τη φύση

Αλέξανδρος Λάβδας

Ο Λάβδας γνώρισε τη νευροαισθητική, την «εξερεύνηση των βιολογικών πλευρών της αισθητικής εμπειρίας», όπως την περιγράφει, στο Λονδίνο, μέσα από τον ιδρυτή του κλάδου, Semir Zeki. Αργότερα, η σκέψη του συναντήθηκε με εκείνη του μαθηματικού και θεωρητικού της αρχιτεκτονικής Νίκου Σαλίγκαρου, ο οποίος με την σειρά του είχε επηρεαστεί από τον Christopher Alexander. Εκεί άρχισε να τον απασχολεί πιο συστηματικά το ερώτημα: ποια είναι τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά που κάνουν έναν χώρο να μας «χωράει» καλύτερα;

Η φύση προσφέρει ένα πρώτο κλειδί. Εδώ και δεκαετίες γνωρίζουμε ότι η επαφή με φυσικά περιβάλλοντα βοηθά την ψυχολογική και σωματική μας κατάσταση. Μία κλασική μελέτη της δεκαετίας του ’80 έδειξε ότι ασθενείς που από το δωμάτιο του νοσοκομείου έβλεπαν δέντρα ανάρρωναν, κατά μέσο όρο, γρηγορότερα. Το ερώτημα όμως, λέει ο Λάβδας, είναι βαθύτερο: τι ακριβώς υπάρχει στη φύση που μας κάνει καλό;

Μία παράδοξη απάντηση βρίσκεται στην πολυπλοκότητα, και τη φράκταλ γεωμετρία. Τα δέντρα, οι ακτογραμμές, τα σύννεφα, τα βουνά, τα κλαδιά, ακόμη και οι γαλαξίες, επαναλαμβάνουν μοτίβα σε διαφορετικές κλίμακες. Η φύση ωστόσο δεν αποτελείται από τέλειες ευθείες, κύβους και επίπεδα όπως αυτά που έχουν συνηθίζει να κατασκευάζουν οι άνθρωποι, αλλά από ιεραρχίες, υφές, λεπτομέρειες και οργανικές ασυνέχειες.

«Οι γραμμές, τα επίπεδα, οι σφαίρες, οι κύβοι δεν υπάρχουν πουθενά στη φύση», λέει ο Λάβδας. «Είναι οι δικές μας μαθηματικές ιδέες απλοποίησης για να μετράμε επιφάνειες, αποστάσεις, όγκους».

Ο εγκέφαλος, υποστηρίζει, έχει εξελιχθεί μέσα σε αυτό το φυσικό περιβάλλον. Γι’ αυτό και τα φράκταλ μοτίβα φαίνεται να τα επεξεργάζεται με μικρότερη προσπάθεια. Αντίθετα, τα υπερβολικά απλά, άκαμπτα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής μπορεί, παραδόξως, να απαιτούν περισσότερο μεταβολικό φορτίο. Αυτό που μοιάζει «καθαρό» ή «απλό» στο μάτι του σχεδιαστή, δηλαδή, δεν είναι απαραίτητα απλό για τον εγκέφαλο.

«Ακριβώς επειδή είμαστε συντονισμένοι σε αυτές τις γεωμετρίες, είναι λογικό να τις προσλαμβάνουμε χωρίς προσπάθεια», λέει. «Διότι αν ήθελε προσπάθεια για να επεξεργαστείς το κάθε δέντρο, τον κάθε θάμνο στο δάσος, δεν θα έκανες τίποτα άλλο».

Αντιθέτως, όταν βρισκόμαστε σε περιβάλλοντα χωρίς αυτά τα στοιχεία, κάτι απορρυθμίζεται. Ο Λάβδας περιγράφει την αίσθηση ενός ανθρώπου που περπατά στη Συγγρού, ανάμεσα σε σκληρές επιφάνειες και κτίρια. Μπορει να μην περιμένει κυριολεκτικά έναν κίνδυνο, ωστόσο παραδόξως το σώμα του δεν «διαβάζει» εύκολα το αστικό περιβάλλον. «Κατά κάποιο τρόπο αισθάνεσαι ότι πατάς λιγότερο καλά», λέει, προτού προσθέσει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φράσεις του.

 «Νομίζουμε ότι είμαστε σκεπτόμενα όντα που αισθάνονται.  Στην πραγματικότητα, όμως, είμαστε αισθανόμενα όντα που σκέπτονται».

Αυτή του η φιλοσοφία αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για την πόλη. Η αισθητική δεν είναι επιφανειακή, ούτε αφορά μόνο το αν κάτι είναι όμορφο για το Instagram ή αν ταιριάζει με την κυρίαρχη αρχιτεκτονική γλώσσα της εποχής. Έχει κατά κύριο λόγο να κάνει με την αίσθηση ασφάλειας, την ευκολία προσανατολισμού, την ψυχική φόρτιση και τη σχέση του σώματος με τον χώρο. Και στις σύγχρονες πόλεις, με την έλλειψη της αισθητικής πολυπλοκότητας που συναντάμε στη φύση, όλα αυτά πάσχουν.

Μπορεί η Αθήνα να ξαναγίνει ανθρώπινη;

Γιατί λοιπόν οι πόλεις γέμισαν με μορφές που μοιάζουν τόσο ξένες προς τη φύση; Ο Λάβδας δεν δίνει μία μονοδιάστατη απάντηση. 

Υπήρξαν, υποστηρίζει, οικονομικοί λόγοι: οι επίπεδες επιφάνειες, τα προκατασκευασμένα στοιχεία και οι γρήγορες κατασκευές ήταν απλούστερες και φθηνότερες. Υπήρξε ωστόσο και ένα ψυχολογικό και πολιτισμικό φορτίο. Μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους, μεγάλο μέρος της Ευρώπης ήθελε να αφήσει πίσω του το παλιό. Το νέο, το καθαρό, το υγιές, το λειτουργικό έμοιαζε με μια υπόσχεση για κάτι καινούργιο.

Ο Λάβδας θεωρεί ότι ο βαθμός καταστροφής που έχουν υποστεί οι ελληνικές πόλεις είναι σπάνιος για την Ευρώπη.

Το πρόβλημα, ωστόσο είναι ότι αυτή η υπόσχεση έγινε δόγμα. «Μετά γίνεται μια βιομηχανία που αναπαράγεται», λέει ο Λάβδας. «Υπάρχει συμφέρον να συνεχίσει να αναπαράγεται».

Στην Ελλάδα, το αποτέλεσμα υπήρξε ιδιαίτερα σκληρό. Ο Λάβδας θεωρεί ότι ο βαθμός καταστροφής που έχουν υποστεί οι ελληνικές πόλεις είναι σπάνιος για την Ευρώπη. Η Αθήνα, ειδικά, έχει χάσει τεράστιο μέρος της αισθητικής της συνέχειας. Και το πρόβλημα δεν είναι μονάχα ότι χτίστηκαν άσχημα κτίρια, αλλά πως συνάμα χάθηκε μια ολόκληρη αισθητική γλώσσα.

«Έχουμε αποκόψει και τον κόσμο και τους αρχιτέκτονες και τους χτίστες από τη συντεταγμένη αισθητική γλώσσα παλαιότερων ρυθμών», λέει, απευθυνόμενος στην αρχιτεκτονική κουλτούρα που αντιμετώπισε κάθε λαϊκή ανάγκη για διακόσμηση ή ομορφιά ως κιτς. Το αποτέλεσμα είναι ένα αδιέξοδο: από τη μία ο ψυχρός μοντερνισμός, από την άλλη η «τούρτα» της κακής απομίμησης. Ανάμεσα στα δύο, παραμένει ελάχιστος χώρος για μια πραγματικά ανθρώπινη αρχιτεκτονική.

Κι όμως, δεν είναι απαισιόδοξος. Λύσεις υπάρχουν, και δεν είναι απαραίτητα ουτοπικές ή πανάκριβες. Ο Λάβδας μιλά για κίνητρα σε κατασκευαστικές εταιρείες, για μεταφορά συντελεστή, για ανακατασκευές χαμένων κτιρίων, αλλά και για πιο απλές μετασκευές πολυκατοικιών που θα μπορούσαν να γίνουν πιο ευχάριστες χωρίς να μετατραπούν σε ψεύτικα μέγαρα. Αναφέρει παραδείγματα ξενοδοχείων στην Αθήνα που, ακόμη και με ατέλειες, βελτίωσαν αισθητά το αστικό περιβάλλον γύρω τους.

Το βασικό, υποστηρίζει, είναι να αλλάξει η νοοτροπία. Να καταλάβει ο κόσμος ότι η δυσφορία του απέναντι στην ασχήμια δεν είναι αμορφωσιά. «Έχει το δίκιο με το μέρος του», λέει. «Όπως ένας άνθρωπος μπορεί να πει ότι ένα φαγητό είναι αηδία χωρίς να έχει σπουδάσει μαγειρική, έτσι μπορεί να πει ότι ένα κτίριο τον απωθεί χωρίς να έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική».

Η νευροαισθητική δεν υπόσχεται ότι θα λύσει μόνη της την κρίση των πόλεων. Δεν μπορεί να απομονώσει εύκολα όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία, την ψυχολογία ή τη δημιουργικότητα ενός ανθρώπου. Όμως οι ενδείξεις συγκλίνουν: η χρόνια έκθεση σε στρεσογόνα περιβάλλοντα συνδέεται με λειτουργικές και οργανικές επιβαρύνσεις, ενώ οι μετρήσεις με αισθητήρες σε πραγματικούς περιπάτους δείχνουν διαφορές στους δείκτες στρες από γειτονιά σε γειτονιά.

Καθώς οι αισθητήρες γίνονται πιο φορητοί και τα δεδομένα πιο πλούσια, δεν αποκλείεται να αρχίσουμε να βλέπουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια και τεκμηριωση αυτό που πολλοί κάτοικοι των πόλεων ήδη γνωρίζουν εμπειρικά. Ότι δηλαδή η ομορφιά και η πολυπλοκότητα των μοτίβων της φύσης, τελικά, δεν είναι διακόσμηση, αλλά βασική υποδομή της ζωής μας.

Νίκος Ευσταθίου, Ο Νίκος Ευσταθίου είναι Editor-in-Chief του WIRED Greece. Ξεκίνησε το ταξίδι του στη δημοσιογραφία ως… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO