Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας μοιάζει να βρίσκεται σε σταθερή άνοδο. Περισσότερες επενδύσεις, περισσότερες συμφωνίες, μεγαλύτερη διεθνής κινητικότητα. Αν, όμως, αφήσει κανείς για λίγο τους τίτλους και κοιτάξει πιο προσεκτικά τα δεδομένα, προκύπτει ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιος πραγματικά επωφελείται από αυτή την ανάπτυξη και ποιος μένει εκτός;
Καθώς οι startups προχωρούν στα επόμενα στάδια ανάπτυξης, τα δεδομένα δείχνουν ότι η συμμετοχή των γυναικών μειώνεται αισθητά.
Σύμφωνα με δεδομένα που καταγράφονται στο FWD Greece: Innovation Pulse 2025-2026, το ετήσιο report του Found.ation για το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας και νεοφυούς επιχειρηματικότητας, μόλις το 15% των χρηματοδοτημένων startups στην Ελλάδα είχε έστω μία γυναίκα συνιδρύτρια. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με το Female Innovation Index, το ποσοστό χρηματοδότησης προς γυναίκες founders παραμένει στο 13%, συγκεντρώνοντας μόλις τα 7,5 δισ. ευρώ από τα συνολικά 48,8 δισ. ευρώ που επενδύθηκαν.
«Οι γυναίκες δεν τολμούν αρκετά, όχι γιατί δεν μπορούν, αλλά γιατί δεν έχουν μάθει να παίρνουν ρίσκο με τον ίδιο τρόπο. Περιμένουν να είναι πιο έτοιμες, πιο σίγουρες, ενώ κάποιος άλλος έχει ήδη ξεκινήσει να πειραματίζεται. Άρα χρειαζόμαστε περισσότερες γυναίκες που μπαίνουν στο παιχνίδι πριν νιώσουν εντελώς έτοιμες. Να ρισκάρουν. Γιατί έτσι αλλάζει το ίδιο το παιχνίδι».
Το ετήσιο report του Found.ation καταγράφει μια ακόμη, ευρύτερη ανισότητα. Οι γυναίκες αποτελούν το 37,82% των εργαζομένων σε εταιρείες τεχνολογίας στην Ελλάδα, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από τον γενικό μέσο όρο απασχόλησης στη χώρα, που φτάνει το 45,2%.
Η διαφορά αυτή από μόνη της λέει μια ιστορία, αλλά γίνεται πιο ενδιαφέρουσα όταν δει κανείς πώς κατανέμεται μέσα στο ίδιο το οικοσύστημα. Σε τομείς όπως η τεχνολογία στους κλάδους υγείας, περιβάλλοντος και εκπαίδευσης, η παρουσία των γυναικών είναι αισθητά υψηλότερη, αγγίζοντας ή και ξεπερνώντας το 45%. Αντίθετα, σε πεδία που συνδέονται με τεχνολογίες αιχμής (deep tech), όπως η ρομποτική και η αγροτεχνολογία, τα ποσοστά παραμένουν κοντά στο 20%. Η κατανομή αυτή δείχνει ότι η συμμετοχή των γυναικών είναι εφικτή, αλλά δεν κατανέμεται ισότιμα, αναδεικνύοντας όχι μόνο ένα ζήτημα εκπροσώπησης, αλλά και ένα χαμένο δυναμικό.
Ωστόσο, το πιο κρίσιμο σημείο δεν είναι πού βρίσκονται οι γυναίκες στην αρχή της διαδρομής τους, αλλά πώς εξελίσσεται αυτή η διαδρομή στην πράξη.
Στις ιδρυτικές ομάδες νεοφυών επιχειρήσεων, οι γυναίκες καταλαμβάνουν το 20,81% των θέσεων. Στα πρώτα στάδια, πριν από τη χρηματοδότηση, το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 24,71%, ενώ στο pre-seed φτάνει το 32%. Από εκεί και πέρα, όμως, η εικόνα αλλάζει αισθητά: ήδη από το στάδιο της πρώτης χρηματοδότησης (seed), το ποσοστό πέφτει στο 14,52% και παραμένει χαμηλό και στα επόμενα στάδια.
Ποιος έχει πρόσβαση στο κεφάλαιο;

Η Μαρία Κολέτσου, ιδρύτρια του Blossom Ventures -ενός επενδυτικού σχήματος αγγέλων επενδυτών που ιδρύθηκε το 2024 με στόχο την ενίσχυση της γυναικείας επιχειρηματικότητας- περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως κάτι βαθιά δομικό.
«Τα δεδομένα το δείχνουν ξεκάθαρα: 32% γυναίκες στο pre-seed, 14,52% στο seed», εξηγεί. «Δεν είναι τυχαίο».
Η χρηματοδότηση στα επόμενα στάδια, όπως σημειώνει, δεν εξαρτάται μόνο από την ποιότητα μιας ιδέας ή ενός προϊόντος, αλλά από τα δίκτυα σχέσεων που έχουν ήδη διαμορφωθεί. «Η χρηματοδότηση στα επόμενα στάδια δεν γίνεται μόνο με παρουσιάσεις προς τους επενδυτές (pitch decks). Γίνεται κυρίως μέσα από δίκτυα εμπιστοσύνης που έχουν χτιστεί εδώ και χρόνια, και τα οποία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανδροκρατούμενα».
Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόσβαση δεν λειτουργεί ουδέτερα. Όπως παρατηρεί η κα. Κολέτσου, οι επενδυτές τείνουν να επιλέγουν founders που μοιάζουν με προηγούμενες επιτυχημένες περιπτώσεις — ένα μοτίβο γνωστό ως pattern matching. «Δεν είναι πάντα συνειδητό», εξηγεί. «Είναι μια προκατάληψη ενσωματωμένη στη διαδικασία αξιολόγησης».
Όταν σε αυτό προστεθεί το γεγονός ότι πολλές γυναίκες ιδρύτριες startups ξεκινούν με μικρότερη αρχική χρηματοδότηση, η ανισότητα δεν μένει σταθερή αλλά ενισχύεται σταδιακά. «Έχουν λιγότερο χρόνο και λιγότερους πόρους για να αποδείξουν και να επιτύχουν όλα όσα απαιτούνται για το επόμενο στάδιο».
Η εμπειρία από την πλευρά των founders

Στο επίπεδο των ίδιων των founders, η ανισορροπία αποκτά πιο απτή διάσταση. Η Νάταλι Λεβή είναι συνιδρύτρια της Nannuka, μία από τις πρώτες ελληνικές startups και από τα πρώτα ελληνικά marketplaces που συνδέουν οικογένειες με επαγγελματίες φροντίδας. Η ίδια περιγράφει ένα διαφορετικό σημείο καμπής για την εταιρεία της.
«Το σημείο που το “παιχνίδι άλλαξε” για εμάς ήταν όταν είπαμε συνειδητά “όχι” στη χρηματοδότηση», εξηγεί. «Καταλάβαμε ότι δεν μπορούσαμε, και δεν θέλαμε, να ακολουθήσουμε τους όρους των επενδυτών. Πήραμε μια δύσκολη απόφαση. Να κάνουμε την εταιρεία κερδοφόρα. Στην αρχή έμοιαζε σχεδόν αδύνατο. Σήμερα, όμως, είναι από τις αποφάσεις που χαιρόμαστε περισσότερο, γιατί μας έδωσε έλεγχο, καθαρότητα και έναν πιο υγιή τρόπο να χτίζουμε».
Η ίδια λογική ανισορροπίας αποτυπώνεται και στην πλευρά της επένδυσης. Στα Venture Capital Funds, οι γυναίκες αποτελούν περίπου το 22% των ομάδων, αλλά μόλις το 5% των εταίρων, εκείνων δηλαδή που λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις. Στους angel investors το ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο, στο 8%.
Για την κα. Κολέτσου, αυτή η ανισορροπία δεν είναι μονάχα ζήτημα ποσόστοσης. «Η χαμηλή εκπροσώπηση δεν είναι μόνο θέμα αριθμών», εξηγεί. «Το φύλο φέρνει διαφορετικές προσεγγίσεις στον επενδυτικό κίνδυνο, διαφορετική αξιολόγηση σχέσεων και διαφορετική αντίληψη της μακροπρόθεσμης αξίας και αυτές είναι επενδυτικές μεταβλητές». Παρ’ όλα αυτά, η αύξηση της εκπροσώπησης δεν αρκεί από μόνη της. «Όταν μια γυναίκα partner χρειάζεται να αφομοιωθεί στην υπάρχουσα κουλτούρα για να αποκτήσει θέση στο τραπέζι, η εκπροσώπηση αλλάζει αριθμητικά αλλά όχι ουσιαστικά», σημειώνει.
Η εμπειρία της Λεβή έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή την εικόνα από μια πιο προσωπική οπτική. «Το περιβάλλον παραμένει ανδροκρατούμενο και αυτό φαίνεται», λέει. «Όχι απαραίτητα σε αυτό που λέγεται, αλλά σε αυτό που υπονοείται: “είναι αρκετά μεγάλη η ιδέα;”, “θα αντέξεις;”, “πώς θα το ισορροπήσεις;”».
Όταν δε η επιχειρηματικότητα συνδυάζεται με τη μητρότητα, η αξιολόγηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη: «Δεν αξιολογείται μόνο η επιχειρηματική ιδέα, αλλά και η ικανότητά σου να είσαι founder. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποδείξεις κάτι δύο φορές: μία για την εταιρεία και μία για τον εαυτό σου».
Το αόρατο εμπόδιο
Πέρα από τα δεδομένα και τις δομές, υπάρχει και μια διάσταση που δύσκολα αποτυπώνεται σε ποσοστά: η εμπειρία. Όπως προέκυψε και από focus groups που πραγματοποίησε το WE LEAD τα προηγούμενα χρόνια, τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες founders δεν είναι μόνο δομικά αλλά και βαθιά πολιτισμικά. Συμμετέχουσες περιγράφουν εμπειρίες όπου χρειάστηκε να αποδείξουν επανειλημμένα την τεχνική τους επάρκεια, να αντιμετωπίσουν διαφορετικές προσδοκίες στη διαδικασία χρηματοδότησης και να διαχειριστούν προκαταλήψεις που εμφανίζονται πριν ακόμη ξεκινήσει η παρουσίαση της ιδέας τους.
«Το πιο αόρατο εμπόδιο είναι η νομιμοποίηση», σημειώνει η Κολέτσου. «Μια γυναίκα founder πρέπει να αποδείξει ότι αξίζει να είναι στο τραπέζι πολύ πριν ξεκινήσει η συζήτηση για το προϊόν της».
Η Λεβή περιγράφει την ίδια εμπειρία με διαφορετικούς όρους, φωτίζοντας μια ακόμη διάσταση: «Δεν ξεκινάς από ισότιμη βάση. Ξεκινάς από το να αποδείξεις ότι αυτό που προσπαθείς να λύσεις είναι όντως πρόβλημα. Και όταν αφορά τη φροντίδα, τη μητρότητα, την καθημερινότητα των οικογενειών, πράγματα που ιστορικά δεν είχαν θέση στα διοικητικά συμβούλια, το βάρος διπλασιάζεται». Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως εξηγεί, η παρουσίαση δεν αφορά μόνο το προϊόν: «Δεν κάνεις μόνο μια απλή παρουσίαση μιας ιδέας. Κάνεις μετάφραση ενός κόσμου που πολλοί δεν έχουν ζήσει».
Την ίδια στιγμή, το οικοσύστημα φαίνεται να επενδύει όλο και περισσότερο σε δράσεις υποστήριξης: mentoring, εκδηλώσεις, προγράμματα και διαγωνισμούς. Η ορατότητα αυξάνεται, αλλά το ερώτημα παραμένει κατά πόσο αυτή μεταφράζεται σε πραγματική αλλαγή. «Αυτό που το οικοσύστημα θεωρεί ότι κάνει σωστά, αλλά δεν λειτουργεί, είναι η “βιομηχανία της υποστήριξης”», σημειώνει η Κολέτσου. «Η ορατότητα χωρίς μετρήσιμο αποτέλεσμα δεν αλλάζει το σύστημα». Το κρίσιμο ερώτημα, όπως λέει, είναι απλό αλλά σπάνια τίθεται: πόσες από αυτές τις γυναίκες καταφέρνουν τελικά να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση, με ποιους όρους και σε ποιο στάδιο βρίσκονται λίγα χρόνια μετά.
Σε αυτό το σημείο, η Λεβή μετατοπίζει τη συζήτηση και προς την πλευρά της ίδιας της συμμετοχής. «Οι γυναίκες δεν τολμούν αρκετά, όχι γιατί δεν μπορούν, αλλά γιατί δεν έχουν μάθει να παίρνουν ρίσκο με τον ίδιο τρόπο», σημειώνει. «Περιμένουν να είναι πιο έτοιμες, πιο σίγουρες, ενώ κάποιος άλλος έχει ήδη ξεκινήσει να πειραματίζεται. Άρα χρειαζόμαστε περισσότερες γυναίκες που μπαίνουν στο παιχνίδι πριν νιώσουν εντελώς έτοιμες. Να ρισκάρουν. Γιατί έτσι αλλάζει το ίδιο το παιχνίδι».
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η συμμετοχή των γυναικών στο οικοσύστημα των ελληνικών startup υπάρχει. Αυτό που δεν κατανέμεται ισότιμα είναι η πρόσβαση στο κεφάλαιο. Και όσο αυτό παραμένει άνισο, η καινοτομία θα εξελίσσεται, αλλά όχι για όλους με τον ίδιο τρόπο.