Ανήκει σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που έχουν δουλέψει στον πυρήνα της Big Tech. Ο Dex Hunter-Torricke για περίπου 15 χρόνια κινήθηκε στο ανώτερο επίπεδο της στρατηγικής επικοινωνίας, συνεργαζόμενος με τον Mark Zuckerberg, διαχειριζόμενος κρίσεις για τον Elon Musk και συμμετέχοντας στη διαμόρφωση της δημόσιας αφήγησης της Google και της DeepMind.
Τον έχω απέναντί μου στην οθόνη. Βρίσκεται στο Λονδίνο, σε μια σοφίτα με γαλαζοπράσινη απόχρωση και λοξή οροφή μ’ ένα παράθυρο τύπου skylight. Στον τοίχο υπάρχουν δύο ρολόγια ρυθμισμένα σε διαφορετικές ζώνες ώρας.
Τον περασμένο Φεβρουάριο, λίγο μετά την αποχώρησή του από την DeepMind, δημοσίευσε ένα εκτενές κείμενο-μανιφέστο με τίτλο «Another Future is Possible». Εκεί αποτυπώνει τη βασική του θέση: Το ΑΙ, η πιο ισχυρή τεχνολογία στην ανθρώπινη ιστορία, εισέρχεται σε έναν κόσμο που ήδη διαλύεται υπό το βάρος ανισοτήτων, θεσμικής φθοράς, γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης και κλιματικής κρίσης – κι αν συνεχίσουμε στην ίδια πορεία, θα ενισχύσει κάθε μία από αυτές τις τάσεις.
«Η τεχνολογία αλλάζει τον κόσμο, αλλά κι ο κόσμος αλλάζει την τεχνολογία – αυτή είναι η πιο δύσκολη και ουσιαστική συζήτηση που πρέπει να κάνουμε»
Για χρόνια η δουλειά του ήταν να αφηγείται ένα μέλλον στο οποίο η τεχνολογία οδηγεί σε πρόοδο, ανάπτυξη και λύσεις. Σήμερα υποστηρίζει ότι αυτή η αφήγηση ήταν ελλιπής. «Έλεγα μόνο τη μισή ιστορία», παραδέχεται, περιγράφοντας έναν κλάδο που δεν έχει σχέδιο για τις συνέπειες του ΑΙ.
«Σε ποια ακριβώς στιγμή κατάλαβες ότι έλεγες μόνο τη μισή ιστορία;». Περιγράφει μια σταδιακή μετατόπιση: «Όταν μπήκα στον χώρο της τεχνολογίας, ήταν μια εντελώς διαφορετική στιγμή στον κόσμο. H βιομηχανία φαινόταν ελπιδοφόρα και υπήρχε η αίσθηση ότι μπορούσε να μας δώσει νέα εργαλεία για να λύσουμε τεράστια, σύνθετα προβλήματα σε παγκόσμια κλίμακα».

Η ρωγμή εμφανίζεται όταν η πραγματικότητα αρχίζει να αλλάζει. «Καθώς μπαίναμε σε έναν πιο ασταθή κόσμο και πλησιάζαμε τη δεκαετία του 2020, έγινε όλο και πιο εμφανές ότι η ίδια η βιομηχανία δεν κατανοούσε με ακρίβεια τη θέση της, ούτε τον τρόπο με τον οποίο όφειλε να χρησιμοποιήσει την τεράστια επιρροή της». Το σημείο καμπής ήταν πολιτικό και κοινωνικό: «Η προσφυγική κρίση στην Ευρώπη, η άνοδος του λαϊκισμού, η διολίσθηση των ΗΠΑ σε έναν επιθετικό εθνικισμό που υπονόμευσε τη διεθνή τάξη».
Σ’ αυτό το περιβάλλον, η στάση της τεχνολογικής ηγεσίας τον προβλημάτισε. «Πολλοί επέλεξαν είτε να σιωπήσουν είτε να διαδραματίσουν έναν ρόλο που, στην πράξη, επιτάχυνε αυτές τις εξελίξεις». Σήμερα, η απόσταση από εκείνη την αρχική αισιοδοξία είναι χαοτική: «Ενώ εμείς μιλάμε, στρατοί χρησιμοποιούν ήδη συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για να επιταχύνουν επιχειρήσεις που υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο, τις ανθρωπιστικές αρχές και έχουν καταστροφικές συνέπειες για τους αμάχους· αυτό είναι η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με το πού ξεκινήσαμε πριν από 15 χρόνια».
Εκεί εντοπίζει τη «μισή αλήθεια». «Η τεχνολογία αλλάζει τον κόσμο, αλλά κι ο κόσμος αλλάζει την τεχνολογία – αυτή είναι η πιο δύσκολη και ουσιαστική συζήτηση που πρέπει να κάνουμε». Το λάθος δεν ήταν η πίστη στην πρόοδο, αλλά η παράλειψη του πλαισίου μέσα στο οποίο αυτή εξελίσσεται: «Δεν μπορείς να εφευρίσκεις ισχυρά εργαλεία και να θεωρείς ότι τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα θα εξαφανιστούν».
Η κριτική του προς τους ηγέτες της Big Tech είναι ηχηρή. «Υπάρχει μια βαθιά απλουστευτική αφήγηση για το πώς αλλάζουν οι κοινωνίες, όπου η τεχνολογία αντιμετωπίζεται ως ο κεντρικός πρωταγωνιστής». Ανησυχεί ότι δεν θέτουν το πιο κρίσιμο ερώτημα: «Τι είδους κόσμο θέλουμε να οικοδομήσουμε και τι είδους ζωή θέλουμε να έχουν οι άνθρωποι;».
Η άλλη «μισή ιστορία» και ο γυμνός βασιλιάς

Ποια είναι η «μισή ιστορία» που δεν έχει ειπωθεί; «Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να οδηγήσει σε μαζική ανεργία, να επιταχύνει ανθρωπιστικές καταστροφές και να επιδεινώσει την κλιματική κρίση – αυτή είναι η πορεία στην οποία βρισκόμαστε».
Απέναντι σε αυτό υπάρχει επιλογή: «Τα εργαλεία θα έπρεπε να υπηρετούν την ανθρωπότητα, κάτι που πιθανότατα θα έρθει σε σύγκρουση με τα συμφέροντα πολλών από τους ίδιους τους τεχνολογικούς ηγέτες. Αν κοιτούσαν πιο βαθιά, θα έβλεπαν ότι το μέλλον δεν μπορεί να διαμορφωθεί μόνο από αυτούς κι ότι δεν είναι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας».
«Δεν αισθάνομαι καμία υποχρέωση να προσποιούμαι ότι ο βασιλιάς φοράει ρούχα· οι ελίτ δεν έχουν λύσεις κι αν συνεχίσουμε έτσι, οδηγούμαστε σε καταστροφή»
Γιατί κυβερνήσεις και τεχνολογικές εταιρείες δεν έχουν διαμορφώσει ένα στοιχειωδώς συνεκτικό σχέδιο για τη μετάβαση στην εποχή του AI; «Υπάρχει μια ισχυρή διανοητική αδράνεια που διαπερνά τα ανώτερα επίπεδα της εξουσίας – κυβερνήσεις, τεχνολογική βιομηχανία, γενικότερα τις ελίτ. Όταν βρίσκεσαι σε χώρους όπως το Νταβός ή σε κλειστά δωμάτια στην Ουάσιγκτον, βλέπεις κυρίως μια συζήτηση, όπου προβάλλονται λύσεις περισσότερο για να ειπωθούν παρά για να εφαρμοστούν». Περιγράφει ένα σύστημα που αναπαράγει τον εαυτό του: «Συζητούν διαρκώς για τα προβλήματα, αλλά στην πράξη προωθούν μικρές, σταδιακές παρεμβάσεις, γιατί για τους ίδιους ο κόσμος λειτουργεί ήδη αρκετά καλά».
Όσοι αντιλαμβάνονται το βάθος της κρίσης παραμένουν σιωπηλή μειοψηφία. «Υπάρχει ένα μικρό κομμάτι των ελίτ που βλέπει ότι το σύστημα δεν λειτουργεί και ότι απαιτείται μια ριζική αλλαγή, αλλά θεωρούν ότι αυτό είναι πολιτικά αδύνατο – και τη στιγμή που θα το πουν δημόσια, θα χάσουν την αξιοπιστία τους». Η εικόνα που χρησιμοποιεί είναι χαρακτηριστική: «Αντί να παραδεχτούν ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, προτιμούν να συνεχίζουν να τον επαινούν». «Δεν αισθάνομαι καμία υποχρέωση να προσποιούμαι ότι ο βασιλιάς φοράει ρούχα· οι ελίτ δεν έχουν λύσεις κι αν συνεχίσουμε έτσι, οδηγούμαστε σε καταστροφή», λέει.
Η ανταπόκριση μετά την αποχώρησή του από την Big Tech -όπως εκτιμά- τον επιβεβαιώνει: «Μόνο τις τελευταίες εβδομάδες έχω λάβει δεκάδες χιλιάδες μηνύματα από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο -από εργαζόμενους σε τεχνολογικές εταιρείες μέχρι διπλωμάτες και στελέχη κυβερνήσεων- που μου λένε ότι συμφωνούν, αλλά εργάζονται σε οργανισμούς που επισήμως υποστηρίζουν ότι όλα κινούνται στη σωστή κατεύθυνση».
Σκιαγραφεί τρεις διακριτές στάσεις σε αυτή την πραγματικότητα: από τη μία όσοι έχουν πάψει ουσιαστικά να πιστεύουν στο μέλλον και κινούνται κοντόφθαλμα με γνώμονα το προσωπικό τους συμφέρον, από την άλλη εκείνοι που αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει αλλά επιλέγουν να σιωπούν και -τέλος- μια τρίτη κατηγορία που περιμένει τη στιγμή και τις συνθήκες που θα της επιτρέψουν να μιλήσει ανοιχτά.
Η αθόρυβη συρρίκνωση της εργασίας

Μεταφέρω τη συζήτηση στο πιο άμεσο και απτό πεδίο των επιπτώσεων: την εργασία. Τον ρωτώ ποιοι κλάδοι θεωρεί ότι θα πληγούν πιο έντονα από την εξάπλωση του AI.
«Η έλευση πιο προηγμένων συστημάτων AI πράγματι μπορεί να δημιουργήσει νέες δουλειές – θα χρειαστούν άνθρωποι για την υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών, για την εκπαίδευση, για νέες κατηγορίες εργασίας που θα προκύψουν», τονίζει, ωστόσο η συνολική κατεύθυνση είναι διαφορετική: «Η βασική τάση είναι προς πιο “λιτές” οργανώσεις – ο λόγος που αναπτύσσουμε τόσο ισχυρά συστήματα είναι ακριβώς διότι μπορούν να κάνουν περισσότερα με λιγότερους ανθρώπους».
«Οι entry-level θέσεις είναι οι πρώτες που κινδυνεύουν, γιατί έχουν σχεδιαστεί για ανθρώπους με περιορισμένη εμπειρία. Αν η αξία σου βασίζεται κυρίως στο ότι “ξέρεις πράγματα”, τότε θα βρεθείς σε πολύ δύσκολη θέση απέναντι σε ένα σύστημα που όχι μόνο γνωρίζει, αλλά γίνεται όλο και καλύτερο και στο να εκτελεί».
Εξηγεί ότι η αλλαγή δεν θα έρθει απαραίτητα με θεαματικές απολύσεις, αλλά με αθόρυβη συρρίκνωση. «Δουλειές που απαιτούσαν μήνες και ομάδες πολλών ανθρώπων μπορούν πλέον να γίνουν σε λεπτά ή δευτερόλεπτα από έναν μόνο άνθρωπο. Οι εταιρείες δεν χρειάζεται να διατηρούν τον ίδιο ρυθμό προσλήψεων ούτε το ίδιο μέγεθος για να είναι πιο παραγωγικές. Βλέπουμε ήδη διψήφιες μειώσεις στις θέσεις εισόδου σε ορισμένες κατηγορίες».
Το πρώτο κύμα θα πλήξει τους πιο «ευάλωτους» κρίκους της αγοράς εργασίας. «Οι entry-level θέσεις είναι οι πρώτες που κινδυνεύουν, γιατί έχουν σχεδιαστεί για ανθρώπους με περιορισμένη εμπειρία. Αν η αξία σου βασίζεται κυρίως στο ότι “ξέρεις πράγματα”, τότε θα βρεθείς σε πολύ δύσκολη θέση απέναντι σε ένα σύστημα που όχι μόνο γνωρίζει, αλλά γίνεται όλο και καλύτερο και στο να εκτελεί». Από εκεί, η πίεση θα μετακινηθεί προς επαγγέλματα που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ασφαλή. «Θα αρχίσει να διαβρώνει παραδοσιακά μεσαία, επαγγελματικά πεδία – λογιστική, νομικά, ανάπτυξη λογισμικού, γενικά κάθε εργασία που βασίζεται σε επεξεργασία πληροφορίας».
Η επίδραση δεν θα περιοριστεί. «Με την πρόοδο της ρομποτικής, που πιθανότατα θα έχει τη δική της “στιγμή ChatGPT” μέσα στην επόμενη δεκαετία, η πίεση θα επεκταθεί σε όλη την οικονομία, αγγίζοντας και χειρωνακτικές εργασίες με πολύ πιο ορατό τρόπο». Απορρίπτει την ιδέα ότι αυτό ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. «Όποιος το θεωρεί υπερβολή, μάλλον δεν παρακολούθησε τι συνέβη τα τελευταία 20 χρόνια – ήδη δεκάδες εταιρείες επενδύουν σε ρομποτική για καταναλωτική και οικιακή χρήση».
Η μετάβαση έχει ήδη ξεκινήσει και μάλιστα με τρόπους που δεν καταγράφονται εύκολα. «Δεν χρειάζεται να δεις μαζική ανεργία για να υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις, αυτό που συμβαίνει τώρα είναι η επιβράδυνση στη δημιουργία νέων θέσεων», αναφέρει και συμπληρώνει: «Υπάρχουν λιγότερες ευκαιρίες εξέλιξης, περισσότερος ανταγωνισμός μεταξύ εργαζομένων για μικρότερο μερίδιο ανταμοιβών». Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το φαινόμενο αυτό δεν αποτυπώνεται καθαρά. «Δεν έχουμε καν τα εργαλεία μέτρησης για να κατανοήσουμε πλήρως τον κόσμο που διαμορφώνεται». Χρησιμοποιούμε παρωχημένους δείκτες σχεδιασμένους για μια οικονομία που ήδη αλλάζει.
Μεταφέρω τη συζήτηση στη δημοσιογραφία – ρωτώ αν είναι ένα επάγγελμα υπό απειλή. «Η δημοσιογραφία δεν ήταν ποτέ κυρίως το γράψιμο, είναι η ικανότητα να χτίζεις σχέσεις, να κατανοείς έναν πολύπλοκο κόσμο και να εντοπίζεις πληροφορίες που δεν είναι άμεσα προσβάσιμες, κάτι που δεν μπορείς να αντικαταστήσεις απλώς μιλώντας με ένα LLM». Αναγνωρίζει ότι η AI θα αλλάξει τα οικονομικά του κλάδου, όπως συνέβη και με τα social media, αλλά επιμένει ότι η ανάγκη για δημοσιογραφία είναι μεγαλύτερη από ποτέ. «Σε έναν κόσμο γεμάτο παραπληροφόρηση και αυξανόμενη πολυπλοκότητα, χρειαζόμαστε ανθρώπους που να αναζητούν την αλήθεια και να βοηθούν τις κοινωνίες να κατανοήσουν τι συμβαίνει».
Πίσω από κλειστές πόρτες

Μεταφέρω τη συζήτηση στο παρασκήνιο της Big Tech – ρωτώ πόσο σκληρός είναι ο ανταγωνισμός στην κούρσα του AI. «Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι πιθανότατα η πιο έντονη και μαζική κλίμακα ανταγωνισμού για πόρους, ταλέντο και χρήμα που έχει υπάρξει ποτέ. Ό,τι έχουμε δει στο παρελθόν, από τον Edison και τον Tesla μέχρι τους βαρόνους των σιδηροδρόμων, ωχριά μπροστά σ’ αυτό».
Περιγράφει μια μάχη χωρίς όρια, με τεχνολογικούς κολοσσούς να επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια και να «παίζουν μπουνιές για να εξασφαλίσουν ανθρώπους, έρευνα και προϊόντα που θα τους φέρουν στην κορυφή». Το παράδειγμα που δίνει είναι ενδεικτικό. «Το ότι ο Mark Zuckerberg έστελνε προσωπικά μηνύματα σε μηχανικούς AI προσφέροντας θέσεις με αμοιβές πολλών εκατομμυρίων χωρίς καν συνέντευξη δείχνει πόσο ακραία έχει γίνει αυτή η κούρσα».
Η εικόνα προϊδεάζει για τις ευρύτερες συνέπειες. «Βλέπουμε ήδη μια πολύ μικρή ομάδα ανθρώπων να πλουτίζει δυσανάλογα από το AI, ενώ οι υπόλοιποι μένουν πίσω – υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξουμε σε έναν κόσμο όπου ένα 0,1% κερδίζει τα πάντα και όλοι οι υπόλοιποι δεν συνειδητοποίησαν καν ότι υπήρχε μια τέτοια κούρσα». Η συζήτηση περνά στο πολιτικό επίπεδο. «Αν συνεχίσουμε έτσι, θα δούμε κοινωνίες πιο ασταθείς, άνοδο του λαϊκισμού και υποχώρηση αξιών όπως η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, ενώ ολόκληρα κράτη μπορεί να αποτύχουν μέσα σε ένα διεθνές σύστημα που ήδη αποδυναμώνεται».
Θεωρεί σχεδόν αναπόφευκτη τη γεωπολιτική συγκέντρωση ισχύος γύρω από τις ΗΠΑ και την Κίνα. «Οι δύο αυτές χώρες διαθέτουν τα πιο προηγμένα συστήματα και επενδύουν ταυτόχρονα σε τεχνολογίες που θα καθορίσουν την οικονομική και στρατηγική ισχύ του 21ου αιώνα. Αν δεν έχεις πρόσβαση σε αυτές, μένεις πίσω».
Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους όρους θα δοθεί αυτή η πρόσβαση. «Δεν πρόκειται να μοιραστούν αυτές τις δυνατότητες χωρίς ανταλλάγματα. Θα απαιτήσουν να προσαρμόσεις την οικονομία, το εμπόριο και τελικά την ίδια σου την κοινωνία στα δικά τους συμφέροντα». Αυτό είναι το διακύβευμα: «Είτε θα υπάρξει συλλογική απάντηση από άλλες κοινωνίες ώστε να έχουν λόγο σε αυτή τη μετάβαση είτε το μέλλον θα καθοριστεί αλλού».
Το αβέβαιο «αύριο»

Κλείνοντας τη συζήτηση, τον ρωτώ τι θέλει να πετύχει με το νέο του εγχείρημα, το Centre for Tomorrow. «Δεν έχουμε έτοιμες όλες τις απαντήσεις, όμως μέσα στην επόμενη δεκαετία κάποιος θα πρέπει να απαντήσει σε θεμελιώδη ερωτήματα: πώς θα μοιάζει ένα νέο οικονομικό μοντέλο και ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο όταν το AI ξεπερνά τις δυνατότητες της ανθρώπινης εργασίας, πώς θα στηρίξουμε ανθρώπους που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή ζωή μέσω της εργασίας, πώς θα αναδιαμορφώσουμε μια διεθνή τάξη που ήδη καταρρέει και πώς θα αναχαιτίσουμε την κλιματική κρίση πριν ακυρώσει τα πάντα». Το ζητούμενο είναι άμεσο. «Δεν μπορούμε να κινηθούμε με ρυθμούς γραφειοκρατίας, χρειαζόμαστε ιδέες και λύσεις τώρα».
Πριν τον αποχαιρετίσω, αναρωτιέμαι αν βλέπει το μέλλον με αισιοδοξία ή απαισιοδοξία: «Είμαι αισιόδοξος, υπάρχει διέξοδος από όλα αυτά τα προβλήματα. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι οι πιο απαισιόδοξοι άνθρωποι είναι αυτοί που προσποιούνται ότι όλα είναι καλά. Αυτό είναι μια κυνική στάση. Αν αναγνωρίσουμε τα προβλήματα, μπορούμε να τα λύσουμε. Μπορούμε να φτάσουμε σε έναν καλύτερο κόσμο».