Στον 21ο αιώνα ο περισσότερος κόσμος θυμάται τον Andy Garcia κυρίως για την απολαυστική συμμετοχή του στα Ocean’s – αν και κάποιοι δεν ξεχνάμε την πιο αρούκατη εμφάνιση γνωστού ηθοποιού σε μεγάλη ταινία ever στο φινάλε του Passengers (2016). Φυσικά, ο Garcia παρέμενε ενεργός μπροστά και πίσω από τον φακό, έπαιζε «ζουμερούς» ρόλους κυρίως σε τηλεταινίες, εμφανιζόταν, όμως, και στο σινεμά, ενίοτε και σε εγχειρήματα πρώτης γραμμής, όπως το ιστγουντικό The Mule. Όλο αυτό το διάστημα πάλευε να βρει χρηματοδότηση για το Diamond, ένα project που γεννήθηκε στο κεφάλι του όταν η κόρη του ζήτησε τη βοήθεια του για μια εργασία στο σχολείο, στο μάθημα της Λογοτεχνίας.
Από εκείνη την εργασία, που αφορούσε τη συγγραφή μιας μικρής ιστορίας, πρόεκυψε ένα treatment 60 σελίδων, το οποίο ο Garcia προσπαθούσε να πουλήσει σε διάφορα δίκτυα και streaming πλατφόρμες ως πιλότο σειράς, μα έβρισκε παντού κλειστές πόρτες. Το treatment του πιλότου έγινε ολοκληρωμένο σενάριο, με την ελπίδα ότι οι executives θα διαβάσουν το όραμα του ως το τέλος και θα πειστούν να δώσουν το πράσινο φως, κάτι που δεν συνέβη. Τελικά, ο ηθοποιός ακολούθησε την ανεξάρτητη οδό, συγκέντρωσε τα χρήματα, ζήτησε τη βοήθεια μερικών φίλων, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα και «εξαργύρωσε» χάρες – στα credits είδαμε ότι η γκαρνταρόμπα παραχωρήθηκε με την ευγενική χορηγία του στούντιο της Warner, στο οποίο ανήκουν και τα ραφινάτα Ocean’s που αναφέραμε παραπάνω.
Είναι εμφανής η αγάπη, η ειλικρίνεια και η απόλυτη αφοσίωση του δημιουργού στην εξέλιξη και στον προορισμό της δραματουργίας, με την ανάλογη εκτέλεση. Κοινώς, δεν του ξέφυγε η ταινία, ό,τι επιχειρεί είναι απολύτως συνειδητό.
Και κάπως έτσι προέκυψε το Diamond. Έτσι ονομάζεται ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Garcia, ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ βγαλμένος από τις σελίδες του Ρέιμοντ Τσάντλερ, που εργάζεται μεν στο σήμερα, αλλά συμπεριφέρεται σαν να ζει στα ‘40s, αγνοώντας smartphones και λοιπές σύγχρονες συσκευές, μιλώντας με την ανάλογη slang και γυρίζοντας τους δρόμους του Λος Άντζελες με τη φεντόρα και το παλτό του, λύνοντας μυστήρια. Η δολοφονία ενός εκατομμυριούχου και η πρόσληψη του από τη σύζυγο του, τη βασική ύποπτο κατά την αστυνομία, προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά της, αποτελεί την αφετηρία μιας ίντριγκας που, όσο η ταινία προχωρά, περιπλέκεται «τσαντλερικά».

Τα πρώτα λεπτά του Diamond είναι απολαυστικά, με πνευματώδεις στιχομυθίες και αγαπημένες φυσιογνωμίες να περνούν από την οθόνη – μπράβο στον Garcia που κράτησε μερικά στιγμιότυπα στα οποία ο Dustin Hoffman βγαίνει εμφανώς εκτός ρόλου και σαχλαμαρίζει. Αρχικά το θέαμα δίνει την εντύπωση ενός ολωσδιόλου τεχνητού φιλμικού αξιοπερίεργου, ανάλογου του ξεχασμένου Brick του Rian Johnson, που έπαιρνε αυτούσια την εκφορά και την πλοκή ενός φιλμ νουάρ και την τοποθετούσε στους χώρους ενός σχολικού προαυλίου. Η συνέχεια παίρνει μια απρόσμενη δραματική τροπή και ο Garcia ποντάρει τα ρέστα του στην αποκάλυψη της αιτίας πίσω από τη φύση και τη συμπεριφορά του ήρωα, πάνω που είχαμε αποδεχτεί άνευ όρων τη σύμβαση ενός τσαντλερικού ήρωα τοποθετημένου στην εποχή του tiktok και τη βλέπαμε να λειτουργεί μια χαρά.
Όπως αντιλαμβάνεστε, λόγω της κεντρικής σύλληψης, η ταινία περνά στην κατηγορία της ευγενούς αποτυχίας, αν και κάποιοι κριτικοί θα μπουν στον πειρασμό να τοποθετηθούν με ατάκες τύπου «το διαμάντι προέκυψε κοινός άνθρακας». Εμείς μάλλον κλίνουμε περισσότερο προς τον αγαπητικό επιθετικό προσδιορισμό – «ευγενούς»- και όχι προς το αφοριστικό ουσιαστικό – «αποτυχίας». Βλέπετε, είναι εμφανής η αγάπη, η ειλικρίνεια και η απόλυτη αφοσίωση του δημιουργού στην εξέλιξη και στον προορισμό της δραματουργίας, με την ανάλογη εκτέλεση. Κοινώς, δεν του ξέφυγε η ταινία, ό,τι επιχειρεί είναι απολύτως συνειδητό. Αν και επί της ουσίας το σενάριο στηρίζεται σε έναν μελοδραματικό εντυπωσιασμό, η διαχείρισή του από τον Garcia δεν είναι τέτοια. H πρόθεση του κινείται στη σφαίρα της τραγωδίας, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον ίδιο να μας θυμίσει ότι, πέρα από φάτσα ατόφιας κινηματογραφικότητας, διαθέτει και τα ερμηνευτικά μπαγκάζια. Οι διάσημοι φίλοι που συμμετέχουν, έχουν μια συντρέχουσα τρυφερότητα στο βλέμμα – εμφανώς δεν είναι εκεί για τα λεφτά και προφανώς δεν αντιμετωπίζουν το εγχείρημα ως αρπαχτή. Και έπειτα είναι και οι τζαζ ήχοι, κάποιοι νέοι γραμμένοι από τον ίδιο και τον θρυλικό τρομπετίστα Arturo Sandoval – ο Garcia τον είχε υποδυθεί σε biopic το 2001- κάποιοι αναγνωρίσιμοι και διαχρονικοί, ερμηνευμένοι εκ νέου από τους δύο άντρες. Ω ναι, είναι μια ταινία με δεκάδες αδυναμίες το Diamond, αλλά φτιαγμένo με αγάπη και φορτισμένo με αυθεντική μελαγχολία. Ένα κινηματογραφικό όνειρο ζωής για τον δημιουργό τoy με ήρωα έναν άντρα που πασχίζει να κρατήσει ζωντανό ένα άλλο όνειρο, αμφότεροι με το ανάλογο προσωπικό κόστος.