Ο τακτικός θαμώνας του Καννών Κεντάν Ντιπιέ έχτισε την καριέρα του με ταινίες που συνήθως στηρίζονται σε ένα βασικό ανέκδοτο – χαρακτηριστικό το παράδειγμα του λάστιχου-δολοφόνου στο Rubber, την ταινία με την οποία τον (ανα)γνωρίσαμε διεθνώς. Είναι ένα σινεμά ιδιοσυγκρασιακό, παιχνιδιάρικης διάθεσης, αν και όχι ανεξάντλητων επινοήσεων ή ιδιαίτερα δουλεμένης σημειολογίας. Το Full Phil μάλλον είναι το καλύτερο του κινηματογραφικό ανέκδοτο μέχρι στιγμής, ίσως επειδή δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο πνευματώδες του εύρημα, το οποίο θα προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε.
Και τις δυο γενιές τις μέλλει να γεμίσουν το κενό τους – έκτακτο το λογοπαίγνιο του τίτλου- και το επιχειρούν με τον τρόπο που καθεμία έμαθε.
Στην ταινία ένας εξηντάρης, πλούσιος Αμερικανός πατέρας έχει καλέσει την αποξενωμένη τριανταδιάχρονη κόρη του σε μια σουίτα στο Παρίσι με στόχο την επανασύνδεσή τους. Η ένταση μεταξύ τους είναι εμφανής από το πρώτο λεπτό και φέρνει εκεί μια υπάλληλο του ξενοδοχείου, που παραμένει στο δωμάτιο μέχρι να βεβαιωθεί ότι δεν θα υπάρξει κάποιο περιστατικό βίας, επειδή ο τόνος του πατέρα είναι απειλητικός. Καθώς αυτό το μικρό (μεγαλο)αστικό δράμα λαμβάνει χώρα μέσα στην πολυτελή σουίτα του ξενοδοχείου, έξω μαίνεται ανταρτοπόλεμος μεταξύ ΜΑΤ και διαδηλωτών, δηλαδή μια σφοδρή κοινωνική σύγκρουση που καθόλου δεν συγκινεί τους δυο εύρωστους ήρωες. Ταυτόχρονα, η εργατική τάξη, χάρη στη νέα τάξη πραγμάτων στη μετά metoo εποχή, νομίζει πως μπορεί να ασκήσει έλεγχό στην ανώτερη, πατάσσοντας το πατριαρχικό προνόμιο και κερδίζοντας την εύνοια της καταπιεσμένης θηλυκής πλευράς, μα ο Ντιπιέ ξεκαθαρίζει πικρά πως πρόκειται για αυταπάτη.
Αυτές οι ιδέες και η αντιπαραβολή τους υπάρχουν μέσα στην ταινία, μα καταλαμβάνουν μικρό χώρο, καθώς τον μεγαλύτερο έχει καταροχθίσει η πείνα των δύο ηρώων και των γενιών που εκπροσωπούν. Η παλιά γενιά έχει το κεφάλαιο στη διάθεσή της και λαχταρά αναγνώριση για τα κατορθώματα και τις θυσίες της που επέτρεψαν στη νέα γενιά να ζήσει ζωή χαρισάμενη αλλά και την ικανοποίηση της όψιμης ανάγκης για πλήρωση ενός συναισθηματικού κενού – αφού δεν υπάρχει κενό στον τραπεζικό λογαριασμό της. Η νεότερη γενιά, με τη σειρά της, ορέγεται εκείνα που η προηγούμενη έβγαλε εκμεταλλευόμενη «καλύτερες μέρες» από τις τωρινές, εξέλιξε τον εγωισμό της προηγούμενης για να διαχειριστεί τη δική της συναισθηματική εγκατάλειψη, όταν την είχε ανάγκη, και δείχνει αποφασισμένη να τα φάει, όλα άνευ τύψεων και μέχρι τελευταίας μπουκιάς.

Ο Ντιπιέ δεν χαρίζεται σε καμία από τις δύο, ταυτόχρονα, όμως, καθιστά σαφές ότι δεν βλέπει τίποτα αφύσικο σε αυτή τη φαγωμάρα. Βλέπεις, και τις δυο γενιές τις μέλλει να γεμίσουν το κενό τους – έκτακτο το λογοπαίγνιο του τίτλου- και το επιχειρούν με τον τρόπο που καθεμία έμαθε. Και ο τρόπος που o Γάλλος δημιουργός υπογραμμίζει αυτή τη «φυσικότητα» έρχεται με μια ωραία σινεφιλική παραδοξότητα: με εμβόλιμες σκηνές από ένα b-movie αλά Creature from the Black Lagoon, όπου δύο επιστήμονες καλούνται να καταλάβουν για ποιο λόγο ένα περίεργο αμφίβιο πλάσμα που πυροβόλησαν τρώει μόνο τα…κεφάλια των θυμάτων του, αφήνοντας το υπόλοιπο σώμα, που έχει και περισσότερο ψαχνό. Είναι πολύ μικρό spoiler να σας πούμε ότι δεν παίρνουν απάντηση- τρώει μόνο τα κεφάλια γιατί έτσι. Αυτό έχει μάθει και, κατ’επέκταση, αυτή είναι πια η φύση του.
Το αυτό ισχύει για κάθε γενιά, μας λέει ο Ντιπιέ κλείνοντας το μάτι, και είναι όλες συνένοχες στη διαιώνιση αυτής της ανθρωποφαγικής κατάστασης. Κι ως πολύτιμους αρωγούς σε αυτή του την προσπάθεια ο Ντιπιέ έχει τους Κρίστεν Στιούαρτ και Γούντι Χάρελσον, σε ρόλους γραμμένους προσεκτικά, λέξη προς λέξη, ώστε να κουμπώσουν με τις κινηματογραφικές τους περσόνες.
Μια μικρή κινηματογραφική λιχουδιά, με ένα απολαυστικό επιδόρπιο, που σερβίρεται απρό(σ)κλητα στο φινάλε και μάς έπιασε στον ύπνο.