Μέσα σε λίγους μήνες, η εφαρμογή GIGPOSSIBLE κατάφερε να εμφανίζεται σχεδόν παντού στο ελληνικό internet. Ανάμεσα σε TikTok videos, Instagram stories και reels που υπόσχονται «εύκολο μεροκάματο», η εφαρμογή άρχισε να εξαπλώνεται με την ταχύτητα που συνήθως εξαπλώνονται μόνο οι πλατφόρμες που καταφέρνουν να αγγίξουν κάτι βαθύτερο από μια απλή ανάγκη: μια αλλαγή συμπεριφοράς.
Για μια γενιά που έχει μεγαλώσει μέσα σε interfaces, notifications και αλγορίθμους, η έννοια της εργασίας μοιάζει να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη σταθερότητα που συνόδευε παλαιότερα τη λέξη «δουλειά». Η Gen Z δεν μπήκε ποτέ πραγματικά σε έναν κόσμο προβλέψιμης εργασιακής ασφάλειας· αντίθετα, ενηλικιώθηκε μέσα σε οικονομική αβεβαιότητα, side hustles και μία freelance κουλτούρα. Η GIGPOSSIBLE μοιάζει να πατά ακριβώς πάνω σε αυτή τη μετάβαση στον τρόπο εργασίας. Λειτουργεί ως μια ψηφιακή πλατφόρμα σύνδεσης ανθρώπων που αναζητούν άμεση εργασία με διαθέσιμα gigs και βραχυπρόθεσμες μορφές απασχόλησης, δηλαδή ένα μοντέλο που θυμίζει όλο και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί πλέον μεγάλο μέρος της σύγχρονης οικονομίας και της σύγχρονης έννομης τάξης.
Δεν υπάρχει αυτό το παραμύθι με τα γρήγορα λεφτά που βλέπεις στο Instagram. Τα γρήγορα και εύκολα χρήματα είτε είναι απάτες είτε εξαιρετικά σπάνιες εξαιρέσεις. Όταν φτιάχνεις κάτι που αλλάζει πραγματικά μία αγορά, τα έσοδα δεν έρχονται από την πρώτη μέρα. Πρέπει πρώτα να αλλάξεις τον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις.
Η γρήγορη ανάπτυξή της δεν εξηγείται μόνο από το product. Εξηγείται και από το timing. Σε μια περίοδο όπου η εργασία γίνεται increasingly on-demand, όπου οι νέοι αντιμετωπίζουν την επαγγελματική ζωή λιγότερο ως γραμμική καριέρα και περισσότερο ως διαρκή εναλλαγή projects, η ιδέα μιας εφαρμογής που μετατρέπει το «ψάχνω δουλειά» σε εμπειρία παρόμοια με scrolling δεν μοιάζει πλέον παράδοξη. Μοιάζει αναπόφευκτη.
Αυτό όμως είναι και το σημείο όπου ξεκινά η μεγαλύτερη συζήτηση γύρω από την gig economy. Για τους υποστηρικτές της, η πλατφόρμα του Λάζαρου, του Γιάννη και της ομάδας τους προσφέρουν ελευθερία, προσβασιμότητα και μεγαλύτερο έλεγχο στον εργαζόμενο.
Βρέθηκα, λοιπόν, με τον Λάζαρο, co-founder της GIGPOSSIBLE, στη μέση μιας ιδιαίτερα γεμάτης ημέρας για την ομάδα της startup. Ανάμεσα σε meetings και συνεχόμενα calls, η συζήτησή μας κινήθηκε από την ξαφνική ανάπτυξη της πλατφόρμας μέχρι τη σχέση της Gen Z με την εργασία, το social media virality και το κατά πόσο η gig economy αποτελεί πράγματι ελευθερία ή απλώς μια πιο καλοσχεδιασμένη μορφή εργασιακής αβεβαιότητας.
Γιατί πίσω από κάθε πλατφόρμα που υπόσχεται «ευελιξία», υπάρχει πάντα ένα μεγαλύτερο ερώτημα: αλλάζει πραγματικά τον τρόπο που δουλεύουμε ή απλώς τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την αβεβαιότητα;
– Λοιπόν, Λάζαρε, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: ποιοι είναι οι άνθρωποι πίσω από την GIGPOSSIBLE;
Η ομάδα αποτελείται από, εμένα, τον Λάζαρο Θωμά, CEO, πρώην ship broker και επενδυτής με σπουδές στα ναυτιλιακά, τον Γιάννη Θωμά, COO με νομική και επιχειρηματική εμπειρία, την Μαρία Καρδαμένη, CMO, πρώην head of marketing σε μεγάλες εταιρείες και την Γεωργία Κετσέτζη, υπεύθυνη για B2C Acquisition με εμπειρία στον κλάδο της φιλοξενίας.
Είμαστε ένας συνδυασμός φοιτητών και ανθρώπων με προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία. Αυτή η ανάμειξη δεν ήταν τυχαία, αλλά την επιλέξαμε συνειδητά από την αρχή. Θέλαμε η ομάδα να έχει διαφορετικά υπόβαθρα και διαφορετικές δεξιότητες, ώστε ο ένας να καλύπτει τα κενά του άλλου. Όταν δημιουργείται μια τέτοια δυναμική, κανείς μόνος του δεν μπορεί να την πετύχει.
Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, όμως, δεν είναι τόσο τι φέρνει ο καθένας ξεχωριστά, αλλά η κοινή εργασιακή ηθική που μοιράζονται όλοι. Χωρίς κοινούς στόχους και κοινή προσέγγιση στη δουλειά, η ομάδα σπάει πολύ γρήγορα και το έχουμε δει σε πολλές startups να συμβαίνει. Εμείς ξεκινήσαμε με μία ξεκάθαρη αρχή: όλοι δουλεύουμε με τον ίδιο ρυθμό και τις ίδιες αξίες. Αυτό μας κρατάει ενωμένους. Δεν έχει νόημα να αναλύουμε τι ακριβώς έφερε ο καθένας. Σημασία έχει ότι ο ένας συμπληρώνει τον άλλον και ότι όλοι μαζί λειτουργούμε σαν ένα σύνολο. Είναι σαν μία ορχήστρα. Και δεν αρκεί ο καθένας να είναι καλός στο όργανό του. Πρέπει να παίζουν όλοι μαζί με τον ίδιο ρυθμό.
Δεν είμαστε άλλη μία πλατφόρμα αγγελιών. Είμαστε η πρώτη υποδομή εμπιστοσύνης σε μία αγορά που την έχει χάσει ολοκληρωτικά. Η Airbnb δεν πούλησε ποτέ δωμάτια. Πούλησε εμπιστοσύνη ανάμεσα σε αγνώστους. Εμείς κάνουμε ακριβώς το ίδιο, ανάμεσα σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους.
– Για όποιον δεν γνωρίζει ακόμη την εφαρμογή, πώς θα την περιέγραφες και τι ακριβώς προσπαθεί να αλλάξει στον τρόπο που οι νέοι βρίσκουν δουλειά σήμερα;
Φαντάσου κάτι σαν το Uber ή το efood, αλλά για δουλειά. Όσο απλό ακούγεται, τόσο απλό θέλουμε να είναι.
Βέβαια, θα με ρωτήσεις τι μας ξεχωρίζει από κάθε άλλη πλατφόρμα. Η απάντηση ξεκινά από μία διαπίστωση που υπήρξε ο οδηγός μας εξαρχής: η Ελλάδα δεν υποφέρει από έλλειψη ανθρώπων. Υποφέρει από έλλειψη αντιστοίχισης και εμπιστοσύνης. Κάθε χρόνο, πάνω από 360.000 θέσεις εργασίας μένουν κενές. Επτά στις δέκα επιχειρήσεις δεν βρίσκουν προσωπικό. Μία στις πέντε θέσεις στον τουρισμό παραμένει ακάλυπτη. Και την ίδια στιγμή, χιλιάδες άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα για δουλειά. Το χάσμα δεν είναι ποσοτικό, είναι θεμελιακό.
Οι συνηθισμένες πλατφόρμες αγγελιών δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να ρίχνουν δύο αγνώστους στο ίδιο δωμάτιο. Κι εκεί τελειώνει η δουλειά τους. Ο εργοδότης δεν γνωρίζει αν ο υποψήφιος θα εμφανιστεί ποτέ. Ο εργαζόμενος δεν γνωρίζει αν θα πληρωθεί ή αν θα τον εκμεταλλευτούν. Εμείς γυρίσαμε την κατάσταση ανάποδα: κάναμε την εμπιστοσύνη το ίδιο το προϊόν μας. Επαληθευμένες ταυτότητες και από τις δύο πλευρές. Και πάνω απ’ όλα: κάθε αγγελία είναι υποχρεωμένη να αναγράφει την αμοιβή, το φιλοδώρημα, το ωράριο, τον ρόλο, και όπου απαιτείται, τη διαμονή και τη σίτιση, πριν καν κάποιος πατήσει «ενδιαφέρομαι».
Δεν είμαστε άλλη μία πλατφόρμα αγγελιών. Είμαστε η πρώτη υποδομή εμπιστοσύνης σε μία αγορά που την έχει χάσει ολοκληρωτικά. Η Airbnb δεν πούλησε ποτέ δωμάτια. Πούλησε εμπιστοσύνη ανάμεσα σε αγνώστους. Εμείς κάνουμε ακριβώς το ίδιο, ανάμεσα σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους.
– Πόσο δύσκολο, λοιπόν, είναι να χτίσεις εμπιστοσύνη σε ένα περιβάλλον όπου άγνωστοι άνθρωποι ανταλλάσσουν χρόνο, εργασία και αξιολογήσεις;
Είναι ολόκληρο το νόημα της ύπαρξής μας. Δεν είναι ένα απλό χαρακτηριστικό, αλλά είναι ο πυρήνας.
Στον κόσμο των συνηθισμένων αγγελιών, η εμπιστοσύνη είναι ένα ζήτημα πίστης. Ελπίζεις ότι ο άλλος θα φανεί σοβαρός. Εμείς την απογυμνώσαμε από την τύχη και τη μετατρέψαμε σε σύστημα. Η διαδικασία ένταξης απαιτεί πλήρες προφίλ και έναν ήπιο έλεγχο. Μετά από κάθε βάρδια ακολουθούν αμοιβαίες αξιολογήσεις. Υπάρχουν διακριτικά, Bronze, Silver, Gold, Top Worker, που αποτυπώνουν τη φήμη σου και υπάρχει δυνατότητα αναφοράς και από τις δύο πλευρές.
Είμαστε η πρώτη πλατφόρμα στην Ελλάδα όπου βαθμολογούνται εξίσου εργαζόμενοι και εργοδότες. Η εμπιστοσύνη δεν αγοράζεται με διαφημιστικά πακέτα. Χτίζεται με δεδομένα, συνέπεια και διαφάνεια. Όταν κάποιος, παραδείγματος χάρη, παραβιάζει τους όρους, η συνέπεια είναι ορατή σε όλους και αυτή η ορατότητα προστατεύει και τις δύο πλευρές ισότιμα.
Το νόμισμά μας, λοιπόν, δεν είναι άλλο από την ίδια την εμπιστοσύνη.
Για δεκαετίες, η ελληνική αγορά εργασίας δούλευε ακριβώς έτσι. Υπερωρίες με την ελπίδα μιας αύξησης. Υπομονή με την ελπίδα μιας προαγωγής. Κανένας πραγματικός έλεγχος, μόνο μία διαρκής προσμονή. Εμείς, λοιπόν, αντικαθιστούμε αυτό το placebo. Δεν ελπίζεις. Αποφασίζεις. Από επιβάτης γίνεσαι πιλότος.
– Το ερώτημα «οι νέοι θέλουν ελευθερία ή η αγορά απέτυχε» είναι ένα ψευτοδίλημμα. Στην πραγματικότητα, το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Αλλά για χάρη της κουβέντας: τι είχε μεγαλύτερη βαρύτητα εκείνο τον Αύγουστο στη Ρόδο, όταν ξεκινούσατε; Η ανάγκη των νέων να ελέγχουν τη ζωή τους ή η αδυναμία των επιχειρήσεων να τους δώσουν έναν πειστικό λόγο να ασχοληθούν;
Θα σου απαντήσω με την ίδια ειλικρίνεια: πιο βαρύ ήταν η αποτυχία των επιχειρήσεων. Και δεν το λέω θεωρητικά, διότι το ζήσαμε.
Η ιδέα γεννήθηκε στη Ρόδο, μέσα στην καθημερινή τριβή με ανθρώπους της φιλοξενίας και της εστίασης. Παντού υπήρχαν πινακίδες «Ζητείται προσωπικό», αλλά κανένα σύγχρονο εργαλείο για να κλείσει αυτό το κενό. Πριν γράψουμε μία γραμμή κώδικα, κάναμε δεκάδες συνεντεύξεις με φοιτητές, με μεσήλικες, ακόμα και με συνταξιούχους. Η ερώτηση ήταν πάντα η ίδια: μέσα σε συνθήκες ακρίβειας και ανεργίας, γιατί ο κόσμος δεν πάει να δουλέψει;
Η απάντηση που λάβαμε δεν είχε καμία σχέση με την τεμπελιά που συνηθίζουν να επικαλούνται τα media. Ήταν, αντιθέτως, βαθιά ορθολογική: απουσία διαφάνειας, έλλειψη τυπικότητας, καμία ειλικρίνεια, και πάνω απ’ όλα, μηδενική εμπιστοσύνη. Οι επιχειρήσεις ζητούσαν από τους ανθρώπους να ρισκάρουν χωρίς να προσφέρουν καμία εγγύηση. Και οι νέοι, απλά είπαν «όχι».
Γι’ αυτό, η ανάγκη τους για έλεγχο δεν ήταν μία ιδιοτροπία. Ήταν μία απόλυτα λογική αντίδραση σε μία αγορά που αρνήθηκε να εξελιχθεί. Εμείς δεν προσπαθήσαμε να τους πείσουμε να δουλέψουν. Δεν θα είχε νόημα. Αντ’ αυτού, φτιάξαμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο αξίζει να το κάνουν.
Και για να το κάνω ακόμα πιο συγκεκριμένο: φέρε στο μυαλό σου μία εικόνα. Στους περισσότερους ανελκυστήρες, το κουμπί «κλείσιμο πόρτας» δεν είναι συνδεδεμένο με τίποτα. Είναι αυτό που λέμε placebo, το πατάς γιατί σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι ελέγχεις κάτι.
Για δεκαετίες, η ελληνική αγορά εργασίας δούλευε ακριβώς έτσι. Υπερωρίες με την ελπίδα μιας αύξησης. Υπομονή με την ελπίδα μιας προαγωγής. Κανένας πραγματικός έλεγχος, μόνο μία διαρκής προσμονή. Εμείς, λοιπόν, αντικαθιστούμε αυτό το placebo με ένα κουμπί που είναι όντως συνδεδεμένο. Πατάς start, η δουλειά ξεκινά. Πατάς offline, σταματά. Δεν ελπίζεις. Αποφασίζεις. Από επιβάτης γίνεσαι πιλότος.
Εδώ, άρα, καταλήγουμε στο ότι οι νέοι σήμερα είναι πιο απαιτητικοί. Δεν θέλουν να ακούν το γνωστό narrative για «εξέλιξη καριέρας» που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ή τουλάχιστον στην ελληνική κοινωνία. Και έχουν κάθε δίκιο, γιατί η αγορά ψάχνει προσωπικό, όχι το αντίστροφο. Βρισκόμαστε σε ένα περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι έχουν το πάνω χέρι. Οι επιχειρήσεις που το κατανοούν αυτό, ευδοκιμούν. Όσες επιμένουν να παραπονιούνται, απλά μένουν πίσω.
– Μεγάλο μέρος της ανάπτυξής σας ήρθε από TikTok και Instagram. Πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε το social media virality; Και για να το πάω παρακάτω: μπορεί μία startup σήμερα να πετύχει χωρίς να κατανοεί αυτό που λέμε «economy of attention»;
Ξεκινήσαμε πιλοτικά από τη Ρόδο τον Αύγουστο του 2025. Μέσα σε λίγους μήνες, φτάσαμε τους 53.000 επαληθευμένους εργαζόμενους, συνεργαστήκαμε με πάνω από 600 επιχειρήσεις, αποκτήσαμε παρουσία σε περισσότερες από 20 πόλεις και συγκεντρώσαμε πάνω από 17 εκατομμύρια προβολές. Χωρίς ούτε ένα ευρώ σε διαφημίσεις.
Δεν είναι τυχαίο. Η εμπιστοσύνη δεν αγοράζεται, αλλά μοιράζεται. Όταν ένας φοιτητής βγάζει 50-60 ευρώ σε μία βάρδια χωρίς να νιώθει εκμετάλλευση και το αφηγείται στα stories του, αυτό δεν είναι μάρκετινγκ. Είναι αυθεντική κοινωνική απόδειξη. Οι νέοι δεν μοιράζονται «ακόμα μία εφαρμογή». Μοιράζονται τη λύση ενός πραγματικού πόνου.
Φυσικά, πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει δουλειά. Δύο άτομα στην ομάδα μας ασχολούνται αποκλειστικά με τα social media. Δεν αφήνουμε τίποτα στην τύχη. Αλλά καμία στρατηγική προβολής δεν μπορεί να σώσει ένα κακό προϊόν. Το virality που αντέχει στον χρόνο δεν κατασκευάζεται, αλλά προκύπτει.
Και εδώ ακριβώς απαντάται και το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου. Σήμερα, μία startup δύσκολα μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς να κατανοεί την οικονομία της προσοχής. Η προσοχή είναι το νέο κεφάλαιο. Υπάρχει, ωστόσο, μία θεμελιώδης διάκριση: άλλο πράγμα είναι να μαθαίνεις να παίζεις το παιχνίδι των αλγορίθμων και άλλο να φτιάχνεις κάτι τόσο χρήσιμο που οι άνθρωποι το μοιράζονται επειδή το νιώθουν. Όλοι ανταγωνίζονται για εκείνα τα τρία με πέντε δευτερόλεπτα που έχει κάποιος καθώς σκρολάρει. Χωρίς ουσία, όμως, η προσοχή φεύγει το ίδιο γρήγορα, όπως αποκτήθηκε. Το να κατανοείς την οικονομία της προσοχής δεν σημαίνει να την κυνηγάς για χάρη της. Σημαίνει να δημιουργείς αξία τόσο αυθεντική που η προσοχή έρχεται μόνη της. Αυτή είναι, τελικά, η διαφορά ανάμεσα στον θόρυβο και στην ουσία.

– Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που «έσπασε» όταν η πλατφόρμα μεγάλωσε γρήγορα; Το τεχνικό, το operational, ή ο τρόπος που βλέπατε το προϊόν; Και υπήρξε στιγμή που φοβηθήκατε ότι η ανάπτυξη γινόταν ταχύτερα απ’ όσο μπορούσατε να διαχειριστείτε;
Τα προβλήματα δεν εμφανίζονται εκεί που τα περιμένεις.
Όταν μεγαλώνεις γρήγορα, τα προβλήματα εμφανίζονται παντού ταυτόχρονα. Το τεχνικό κομμάτι έχει τις δικές του προκλήσεις και η ομάδα μας είναι πάντα εκεί για να τις λύνει. Αυτό που αποδείχθηκε πιο δύσκολο, όμως, ήταν να διατηρήσουμε την ποιότητα της επαλήθευσης, την ανταπόκριση της υποστήριξης και κυρίως, την ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που ζητούν δουλειά και σε αυτούς που τη δίνουν, σε κάθε νέα πόλη. Η εμπιστοσύνη δεν κλιμακώνεται αυτόματα, θέλει χρόνο, προσοχή και συνέπεια.
Και ναι, υπήρξαν στιγμές που η προσφορά εργαζομένων έτρεχε πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούσαμε να φέρουμε νέες βάρδιες σε μία περιοχή. Τότε βάλαμε φρένο. Επιλέξαμε συνειδητά να χτίσουμε πρώτα σωστά την κοινότητα και μετά να επεκταθούμε. Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με ταχύτητα και αν σπάσει, δεν μαζεύεται.
Είναι δελεαστικό να κυνηγάς αριθμούς. Εμείς προτιμήσαμε να προστατέψουμε το οικοσύστημα. Είμαστε οι πρώτοι που επιχειρούμε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, άρα έχουμε και την ευθύνη να εκπαιδεύσουμε την αγορά. Και η ελληνική αγορά, ας μην το ξεχνάμε, είναι από τις πιο κλειστές στην Ευρώπη. Ακόμα και με 53.000 χρήστες, τα διαθέσιμα gigs δεν είναι ποτέ αρκετά.
Γι’ αυτό, κάθε μέρα σπάνε πράγματα. Δεν είναι τόσο όμορφο όσο φαίνεται απ’ έξω. Η ομάδα δουλεύει δεκαεπτά και πλέον ώρες τη μέρα. Αν σταματήσουμε, όλα καταρρέουν. Έτσι, όμως, είναι κάθε startup που αξίζει τον κόπο.
– Είστε μία startup που ξεκίνησε χωρίς επενδυτές, με τέσσερις ιδρυτές που κάνατε τα πάντα μόνοι σας. Πρακτικά, ποια εργαλεία χρησιμοποιήσατε για να χτίσετε την πλατφόρμα; Γράψατε τα πάντα από το μηδέν; Και τι θα έλεγες, Λάζαρε, σε έναν νέο που θέλει να ξεκινήσει τη δική του startup αύριο το πρωί, με μηδέν κεφάλαιο;
Φτιάξαμε τα πάντα custom. Για το βασικό κομμάτι της πλατφόρμας δεν χρησιμοποιήσαμε no-code εργαλεία. Αυτό που κάναμε, όμως, ήταν να αξιοποιήσουμε πολύ έξυπνα τα AI εργαλεία, κυρίως Claude και GPTs, για να επιταχύνουμε τον σχεδιασμό, την έρευνα και τη λήψη αποφάσεων. Πράγματα που παλιά θα απαιτούσαν μήνες, τα ολοκληρώσαμε σε πολύ λιγότερο χρόνο. Πριν γράψουμε, δηλαδή, μία γραμμή κώδικα, κάναμε εκτεταμένο σχεδιασμό σεναρίων, προβλέψαμε κάθε πιθανή περίπτωση χρήσης και κάθε πρόβλημα που θα μπορούσε να προκύψει. Και ακόμα και τώρα, συνεχίζουμε να βελτιωνόμαστε και να προσθέτουμε λειτουργίες συνέχεια.
Τώρα, αν κάποιος θέλει να ξεκινήσει αύριο το πρωί με μηδέν κεφάλαιο, θα του έλεγα το εξής: μην κυνηγάς πρώτα επενδυτές. Φτιάξε ένα MVP, βρες μερικούς ανθρώπους που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν γι’ αυτό που φτιάχνεις και μετά ψάξε για χρήματα. Αν έχεις πελάτες που πληρώνουν, τα κεφάλαια έρχονται πολύ πιο εύκολα. Αν δεν έχεις, κανένας επενδυτής δεν θα σε σώσει μακροπρόθεσμα. Εκτός κι αν φτιάχνεις κάτι πολύ τεχνικό ή deep tech, σε αυτή την περίπτωση η σειρά μπορεί να είναι διαφορετική. Αλλιώς, είναι πάντα η ίδια: πρώτα πελάτες, μετά χρήματα.
Όταν η δουλειά παύει να είναι μία αλυσίδα από υποχρεώσεις που απλώς ανέχεσαι και γίνεται μία συνθήκη που ελέγχεις, που σέβεται τα όριά σου και αποκαλύπτει τους όρους της πριν καν δεσμευτείς, τότε δεν αλλάζεις απλώς εργαλείο, αλλάζεις νοοτροπία. Η εργασία σταματά να είναι κάτι που υπομένεις. Γίνεται κάτι που επιλέγεις.
– Όταν ξεκινάς μία πλατφόρμα που είναι δωρεάν για τον εργαζόμενο και τα έσοδα έρχονται από τις επιχειρήσεις, το ταμείο είναι πάντα μία πρόκληση, ειδικά τους πρώτους μήνες. Πώς τα βγάλατε πέρα; Πληρωνόσασταν καθόλου οι ίδιοι, ή δουλεύατε δωρεάν μέχρι να έρθει η πρώτη επιχείρηση; Και αν ένας νέος επιχειρηματίας σου έλεγε «θέλω να ξεκινήσω, αλλά φοβάμαι ότι θα μείνω χωρίς εισόδημα», τι θα του απαντούσες;
Δεν παίρνουμε μισθό. Και δεν υπάρχει αυτό το παραμύθι με τα γρήγορα λεφτά που βλέπεις στο Instagram. Τα γρήγορα και εύκολα χρήματα είτε είναι απάτες είτε εξαιρετικά σπάνιες εξαιρέσεις. Όταν φτιάχνεις κάτι που αλλάζει πραγματικά μία αγορά, τα έσοδα δεν έρχονται από την πρώτη μέρα. Πρέπει πρώτα να αλλάξεις τον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις.
Έχουμε αφήσει πίσω μας πολλά από αυτά που κάναμε παλιά. Δεν υπάρχει χρόνος για δεύτερη δουλειά. Όταν διαταράσσεις μία αγορά, πρέπει να είσαι ολοκληρωτικά μέσα σε αυτή. Και δεν γίνεται να το κάνεις παράλληλα με κάτι άλλο.
Αν κάποιος νέος με ρωτούσε πώς να ξεκινήσει χωρίς να φοβάται ότι θα μείνει χωρίς εισόδημα, θα του έλεγα: φτιάξε πρώτα runway for personal expenses. Βάλε στην άκρη όσα χρήματα μπορείς, για να κερδίσεις χρόνο. Οι περισσότερες startups αποτυγχάνουν όχι επειδή η ιδέα ήταν κακή, αλλά επειδή ο ιδρυτής έμεινε από ρευστότητα πριν προλάβει να δει αν η ιδέα δουλεύει. Όσο μεγαλύτερο runway έχεις, τόσο πιο κοντά είσαι στο να τα καταφέρεις.
Και κάτι ακόμα: όταν ξεκινάς, δεν υπάρχει η επιλογή «θα πληρώσω κάποιον να το φτιάξει». Πρέπει να βάλεις τα χέρια σου και να κάνεις τα πάντα μόνος σου. Αλλιώς δεν γίνεται.
– Άρα όταν οι startups συχνά παρουσιάζονται ως success stories υψηλής ταχύτητας, αυτό αντανακλά την πραγματικότητα; Πόσο διαφορετική είναι η συνθήκη;
Αρκετά διαφορετική. Πίσω από το viral υπάρχουν άνθρωποι που έκαναν τα πάντα μόνοι τους, από τον σχεδιασμό και το UI μέχρι τα λογιστικά, με αμέτρητες νύχτες αφιερωμένες σε προβλήματα που δεν χωράνε σε ένα συνηθισμένο επενδυτικό deck. Κάποια μέλη της ομάδας άφησαν πίσω τους καλοπληρωμένες δουλειές στο εξωτερικό για να ασχοληθούν με αυτό.
Δεν ψάχναμε μία ιδέα που απλώς βγάζει χρήματα. Η φιλοσοφία ήταν ότι αν αλλάξεις εκατό ή χίλιες ζωές, στο τέλος θα κερδίσεις κι εσύ. Δεν ήταν ποτέ ένα success story υψηλής ταχύτητας. Ήταν, και παραμένει, δουλειά, πειθαρχία και συνέπεια. Να εμφανίζεσαι κάθε μέρα. Να σχεδιάζεις κάθε κίνηση σχεδόν έναν χρόνο μπροστά. Γιατί αυτό που κάνουμε σήμερα δεν είναι αυτοσχεδιασμός. Βασίζεται σε πλάνα που έχουμε ήδη δοκιμάσει στην πράξη.
– Αν η GIGPOSSIBLE συνεχίσει να αναπτύσσεται με αυτούς τους ρυθμούς, τι πιστεύεις ότι θα αλλάξει περισσότερο: ο τρόπος που οι νέοι άνθρωποι βρίσκουν δουλειά ή ο ίδιος ο τρόπος που αντιλαμβάνονται την εργασία ως έννοια;
Και τα δύο. Αλλά αν θέλεις μία απάντηση που να αποτυπώνει το βάθος της αλλαγής, θα σου πω το εξής: αυτό που θα μεταμορφωθεί ριζικά είναι η ίδια η σχέση τους με την εργασία.
Όταν η δουλειά παύει να είναι μία αλυσίδα από υποχρεώσεις που απλώς ανέχεσαι και γίνεται μία συνθήκη που ελέγχεις, που σέβεται τα όριά σου και αποκαλύπτει τους όρους της πριν καν δεσμευτείς, τότε δεν αλλάζεις απλώς εργαλείο, αλλάζεις νοοτροπία. Η εργασία σταματά να είναι κάτι που υπομένεις. Γίνεται κάτι που επιλέγεις.
Και αυτή η επιλογή δεν αφορά μόνο τους νέους. Έχουμε χρήστες από δεκαοκτώ έως εβδομήντα ετών. Αυτό σημαίνει ότι δεν χτίζουμε μία πλατφόρμα για μία γενιά, αλλά χτίζουμε μία νέα αντίληψη για το τι σημαίνει να εργάζεσαι με αξιοπρέπεια.
Τεχνολογικά, είναι εύκολο να φτιάξεις μία εφαρμογή που σε συνδέει με μία θέση εργασίας. Το δύσκολο, το πραγματικά δύσκολο, είναι να αλλάξεις τι περιμένει ένας ολόκληρος κόσμος από τη δουλειά του. Να κάνεις την ευελιξία, τη διαφάνεια και τον αμοιβαίο σεβασμό όχι εξαίρεση, αλλά κανόνα. Αν το καταφέρουμε αυτό, δεν θα έχουμε απλώς μία επιτυχημένη εφαρμογή. Θα έχουμε ανατρέψει μία βαθιά ριζωμένη προσδοκία δεκαετιών. Και αν κάποιος αναρωτιέται αν αξίζει τον κόπο, ας κοιτάξει γύρω του: η εργασία όπως την ξέραμε έχει ήδη αρχίσει να πεθαίνει. Εμείς απλώς γράφουμε το επόμενο κεφάλαιο.