Πέρα από τη συνεισφορά στην ανάδειξη της σεξουαλικής ρευστότητας, στην απενοχοποίηση της γλαφυρής κατάδειξης του ανδρικού γυμνού και, φυσικά, στην queer εκπροσώπηση, η σειρά Euphoria του ΗBO κατάφερε, με τον δικό της τρόπο, να συλλάβει το zeitgeist και να συνθέσει το πορτρέτο μιας αμερικανικής γενιάς. Εκείνης που γεννήθηκε μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στους Δίδυμους Πύργους, που άρχιζε να αντιλαμβάνεται τον κόσμο σε ένα καθεστώς διαρκούς φόβου και απειλής, που, μετά την τεράστια οικονομική κρίση του 2008, έπρεπε σε τρυφερή ηλικία να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν έχει να περιμένει σε καλύτερες μέρες, χωρίς να αντιλαμβάνεται την αιτία. Και, μοιραία, για να ανταπεξέλθει σε αυτές τις συνθήκες, ο μηχανισμός άμυνας που ανέπτυξε ήταν εκείνος της εσωστρέφειας, του υπέρμετρου, μη συνειδητού εγωισμού.
Ω ναι, οι έφηβοι ήρωες του Εuphoria περιφρονούν το δράμα του υπόλοιπου κόσμου, αδιαφορούν και για εκείνο των οικείων τους, το οποίο θα τους αγγίξει μόνο αν και όποτε συμπέσει με το δικό τους. Και αν διαχρονικά στην εφηβεία η παραμικρή αναποδιά αποκτά το μέγεθος αρχαιοελληνικής τραγωδίας, φανταστείτε τη διόγκωση των διαστάσεων της για εφήβους με τέτοια χαρακτηριστικά. Κατά την πρώτη της σεζόν – άντε και τη μισή δεύτερη- η σειρά του Sam Levinson διατηρούσε ταυτόχρονα σαρκαστική και αγαπητική στάση προς αυτά τα παιδιά, αναγνωρίζοντας πως μεγάλωσαν νωρίς – γι’αυτό τα βλέπουμε να μετέχουν σε ενήλικες δραστηριότητες- και ότι οι ενήλικες φροντιστές τους απουσιάζουν ή, ακόμα χειρότερα, επιδρούν αρνητικά πάνω τους.
Στα μάτια μας, το βασικό σφάλμα του Levinson ήταν ότι πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων αυτό που ξεκίνησε, την «καταγραφή» μιας γενιάς βυθισμένης στην αυτοαπορρόφησή της και επιχείρησε να μετατοπίσει το κέντρο βάρους αλλού.
Κι επειδή εδώ και κάμποσες δεκαετίες η αμερικανική κουλτούρα και η νεοφιλελεύθερη κοινωνικοοικονομική θεωρία έχουν διαχυθεί στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, σε βαθμό που οφείλουμε να κάνουμε λόγο για δυτικό και ουχί για αμερικανικό όνειρο, η σειρά αυτή άγγιξε εκατομμύρια θεατές κι εκτός αμερικανικών συνόρων. Ο τεχνητός κόσμος που έπλασαν οι ήρωες για να μπορέσουν να βγάλουν τη μέρα, σε συνδυασμό με την υποκειμενικότητα της αφήγησης, έδωσαν τη δυνατότητα στον Sam Levinson και τους λοιπούς δημιουργούς της σειράς να πειραματιστούν, να δοκιμάσουν πράγματα, να παίξουν με τη φόρμα, να αγκαλιάσουν το εσωτερικό και το εξωτερικό χάος μέσα από μια τελείως jazz κινηματογραφική αισθητική, που μετέτρεψε τη σειρά σε ένα roller-coaster συναισθημάτων και ποιοτικών αποτελεσμάτων – κοινώς, μπορεί στη μια σκηνή να βγάζεις το καπέλο στον Levinson και την αμέσως επόμενη να αναρωτιέσαι αν έχει κοπριά μες στο κεφάλι του.

Ακόμα κι αν τα τελευταία επεισόδια της δεύτερης σεζόν εκτροχιάστηκαν, με μια μη ειρωνική θεατρική «ονείρωξη» της Lexi που μετέτρεψε το θέαμα σε θιασώτη όσων μέχρι τότε ειρωνευόταν ελαφρά, η σειρά πέτυχε επειδή αφουγκράστηκε αρκετά επιτυχημένα τον παλμό και τον τρόπο μιας γενιάς. Λειτούργησε, επίσης, ως πέρασμα της Zendaya στην υποκριτική ενηλικίωση και ανέδειξε σε σταρ τους Jacob Elordi, Sidney Sweeney και Hunter Schafer. Αυτή η εξέλιξη οδηγούσε σε διαρκείς αναβολές την τρίτη σεζόν, καθώς τα προγράμματα (αλλα και οι επιθυμίες) των πρωταγωνιστών ήταν δύσκολο να συντονιστούν. Υποθέτουμε, όμως, ότι τη στιγμή που γράφουμε αυτές τις γραμμές δεν χρειάζεστε άλλη μια σύνοψη όσων προηγήθηκαν ώσπου να φτάσουμε στην τρίτη σεζόν, αλλά να ανοίξουμε το μαύρο κουτί και να διαγνώσουμε τι οδήγησε σε αυτή την (κατά γενική ομολογία) απότομη προσγείωση.
To γύρισμα σε φιλμ 65mm, η διόγκωση της παραγωγής και η πρόσληψη του Hans Zimmer, που εδώ και δύο δεκαετίες έχει πάρει εργολαβία τη μουσική επένδυση επικών κινηματογραφικών οραμάτων μαρτυρούν την πρόθεση του Sam Levinson να διευρύνει το μέγεθος της σειράς. Στα μάτια μας, το βασικό του σφάλμα ήταν ότι, για να το πετύχει, πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων αυτό που ξεκίνησε, την «καταγραφή» μιας γενιάς βυθισμένης στην αυτοαπορρόφησή της και επιχείρησε να μετατοπίσει το κέντρο βάρους αλλού: θεωρητικά, στο περιβάλλον που «την έκανε έτσι» – το γράφουμε με αυτό τον τρόπο γιατί έτσι χονδροειδώς το μεταχειρίζεται το ζήτημα. Στην πραγματικότητα η εύλογη απορία των περισσότερων ήταν τι θα γίνουν αυτά τα παιδιά όταν «μεγαλώσουν», πώς θα ανταποκριθούν όταν κληθούν να αναλάβουν ευθύνες ενηλίκων; Πολλά τα παραδείγματα αντίστοιχων αφηγήσεων, που ακολουθούν μια ομάδα χαρακτήρων σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους, με ιδέωδες το θρυλικό Up του Michael Apted, μια σειρά ντοκιμαντέρ που καταγράφει τις ζωές μιας ετερόκλητης ομάδας παιδιών στη Βρετανία από το 1964 μέχρι σήμερα – ο Asif Kapadia ολοκλήρωνει φέτος το όραμα του σκηνοθέτη, που έφυγε από τη ζωή στο μεταξύ.

Ο Levinson, λοιπόν, θέλησε να μιλήσει για μια Αμερική που τρώει τα παιδιά της και τα οδηγεί στον αλληλοσπαραγμό, μια Αμερική ανομίας, μια Αμερική που, παρά τις προσπάθειες να αλλάξει τροπάρι και να φροντίσει τα παιδιά με στοργή είναι νομοτελειακά καταδικασμένη να επιστρέψει στις εργοστασιακές της ρυθμίσεις, δηλαδή στην ανομία. Έλα, όμως, που η τεχνητότητα του θεάματος στις προηγούμενες σεζόν είχε το έρεισμά της στην υποκειμενικότητα της αφήγησης και στην ίδια την φύση των υποκειμένων της – είπαμε, είναι παιδιά που μεγαλώνουν σε έναν εσώκλειστο, τεχνητό κόσμο, μέσα από τις οθόνες τους. Eδώ, που ο Levinson θέλει να κοιτάξει τη γενικότερη εικόνα – γι’ αυτό οι αλλαγές στην παραγωγή και στην αισθητική- και να μιλήσει ευθέως πολιτικά, κάνει την αφήγηση αντικειμενική – μην σας ξεγελάει το voice-over που έρχεται και φεύγει όποτε μας βολεύει- διατηρεί την τεχνητότητα και, δυστυχώς, μεταφέρει τους γνωστούς αντι-ήρωες σε ένα άλλο σύμπαν.
Στα (ορισμένες φορές ατελείωτα) 8 επεισόδια που διαρκεί η σεζόν νιώθεις ότι ο σεναριογράφος Sam Levinson πασχίζει να εφεύρει τρόπους για καταφέρει να χωρέσει κάπως τους χαρακτήρες της σειράς σε αυτή τη σχηματική κριτική του αμερικανικού μοντέλου που είχε στο μυαλό του.
Αν εξαιρέσουμε τις αναφορές στο influencing και στην κουλτούρα του Οnly Fans, που περισσότερο σαν αφορμή για ευτράπελα προστίθενται στη δραματουργία, παρά ως μέλη μιας συνολικότερης, επικριτικής θέσης, η Αμερική της τρίτης σεζόν του Euphoria ουδεμία σχέση έχει με την Αμερική που μεγάλωναν οι έφηβοι των δυο προηγούμενων σεζόν. Είναι μια Αμερική κινηματογραφική, αποτελεί προϊόν μιας ταραντινικής θεώρησης (και ουχί αναθεώρησης) της πραγματικότητας, συνοδευόμενης από την ανάλογη crime ίντριγκα. Είναι μια Αμερική που παραπέμπει περισσότερο σε grind μυθοπλασία των ‘70s παρά σε έναν gen-z εφιάλτη (κάποτε και ονειρότοπο) πασπαλισμένο με glitter, φωτισμένο με neon και βουτηγμένο σε πάσης φύσεως σωματικά υγρά.
Στα (ορισμένες φορές ατελείωτα) 8 επεισόδια που διαρκεί η σεζόν νιώθεις ότι ο σεναριογράφος Sam Levinson πασχίζει να εφεύρει τρόπους για καταφέρει να χωρέσει κάπως τους χαρακτήρες της σειράς σε αυτή τη σχηματική κριτική του αμερικανικού μοντέλου που είχε στο μυαλό του. Θα χρειαζόταν μπόλικη καλή θέληση και ερμηνευτική υπέρβαση μεγατόνων για να ισχυριστούμε ότι επιχείρησε συνειδητά να καταθέσει ένα μετα-κινηματογραφικό σχόλιο για την αδυναμία των ηρώων να βρουν τη θέση τους στον κόσμο κατά την ενηλικίωση τους.

Κι αν κάποιοι ηθοποιοί φαντάζουν εκτός κλίματος, όπως διαβάζουμε σε κριτικές και σε σχόλια που γράφτηκαν για τη σειρά, είναι επειδή και οι χαρακτήρες τους βρίσκονται «εκτός κλίματος» από το στάδιο του σεναρίου. Σύμφωνοι, είναι δικαίωμά του να θέλει να ακολουθήσει μια άλλη οδό, να μην επαναλάβει τον εαυτό του, στο παρελθόν, άλλωστε, έχουμε εκτιμήσει ουκ ολίγους αντίστοιχους δημιουργικούς ελιγμούς σε συνέχειες μεγάλων επιτυχιών. Ωστόσο, ακόμα κι αν παραμερίσει κανείς την (πολύ χαλαρή) σχέση αυτής της τρίτης σεζόν με τις δυο προηγούμενες και προσεγγίσει το εγχείρημα αυτόνομα, είναι τόσο προφανείς οι συμβολισμοί, τόσο έντονα καρφιτσωμένη στην επιφάνεια η σημειολογία, που, ειλικρινά, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για παραβολή ή αλληγορία, αλλά για ταυτολογία.
Και όταν πέσουν οι οριστικοί τίτλοι τέλους και γίνουν όλα ρημαδιό, τι μένει, τελικά, από το Euphoria; Οι τρεις βασικές γκριμάτσες της Zendaya ως Rue, το θεόρατο μπόι του Elordi που βάζει δύσκολα στους διευθυντές φωτογραφίας, πέντε in your face γυμνόστηθα ενσταντανέ της Sidney Sweeney, 3-4 pop επιτυχίες των ‘80s, 2-3 tracks από εκλεκτά κινηματογραφικά σάουντρακ του παρελθόντος, ένα εκτεταμένο guest της Rosalia και η εκπλήρωση του ονείρου του Colman Domingo να παίξει κάποτε ένα ηρωικό κάθαρμα αλά Clint Eastwood. Που σημαίνει ότι με άλλα τόσα το ξαναφτιάχνουμε. Αλλά, στο όνομα της ανθρωπιάς και της καλής τηλεόρασης, ελπίζουμε να μην χρειαστεί να το κάνουμε ποτέ.