The Sting (1973)
Αν για δικαιοσύνη «πρέπει να πάμε στον Δον Κορλεόνε», για ταινία απάτης με φινέτσα, εκλεκτή κατασκευαστική επιμέλεια και περίσσευμα μαγνητισμού, «οφείλουμε να απευθυνθούμε στο Κεντρί», των 7 Όσκαρ, των άπειρων επαναληπτικών προβολών, των ragtime ήχων, της καστανέρυθρης όψης και της αμίμητης χημείας του πρωταγωνιστικού διδύμου Πολ Νιούμαν και Ρόμπερτ Ρέντφορντ – ήταν φίλοι και στη ζωή, μεγάλο κρίμα που έκαναν μόνο δυο ταινίες μαζί. Κάτι που αξίζει να προσέξουμε είναι πώς ενσωματώνεται αποτελεσματικά μέσω της χρωματικής παλέτας και της εικονογραφίας το Κραχ και η παρεπόμενη οικονομική δυσπραγία, δίχως όμως να επηρεάζεται η ευφορική ατμόσφαιρα του τελικού αποτελέσματος.
The Untouchables (1987)
Με τους Αδιάφθορους ο De Palma θα πετύχαινε το πρώτο μεγάλο του mainstream hit από την εποχή της Carrie (1976) και θα εγκαινίαζε ένα νέο trend μεταφορών τηλεοπτικών σειρών στο σινεμά. O Αμερικανός σκηνοθέτης συνεχίζει το ενδοκινηματογραφικό παιχνίδι που χαρακτήριζε το σινεμά του, αφαιρώντας το kinky στοιχείο, επιχειρεί παραπομπές στο Θωρηκτό Ποτέμκιν του Eisenstein, στα γουέστερν του Howard Hawks και στις γκανγκστερικές ταινίες της Warner, θέτει την βιρτουοζιτέ του στην υπηρεσία του mainstream σινεμά της απόδρασης – όπως το εννοούσαν εκείνη τη δεκαετία τουλάχιστον- και παραδίδει την πιο rewatchable στιγμή της φιλμογραφίας του.
Cop Land (1997)
Έχοντας πάντα τον Rocky του σαν run for cover, στα ντουζένια του ο Sylvester Stallone (εξ)υπηρετούσε κυρίως την action περσόνα του, στερώντας από τον εαυτό του (κι από εμάς) ρόλους σαν αυτόν στο καλογυρισμένο αστικό γουέστερν του James Mangold. Με περιττά κιλά και ενδιάθετη συστολή, ο Sly υποδύεται τον σερίφη μιας κωμόπολης χτισμένης στα προάστια της Νεάς Υόρκης, όπου κατοικούν αποκλειστικά αστυνομικοί της μεγαλούπολης. Ο ήρωας δεν ακούει από το ένα αυτί, αλλά στην πραγματικότητα το άλλο του αυτί είναι που μένει «κλειστό» στη διαφθορά που μαστίζει την περιοχή του. Το μοτίβο της ακοής και της συμβολικής της διάστασης χρησιμοποιείται πανέξυπνα στην τελική μονομαχία.
Rounders (1998)
Η υποδοχή της ταινίας του John Dahl στην εποχή της ήταν χλιαρή, παρά την παρουσία των δυο ανερχόμενων ερμηνευτών πρώτης γραμμής (Matt Damon και Εdward Norton) κι ενός εκπληκτικού περιφερειακού καστ. Με την έκρηξη του ενδιαφέροντος για το «Texas Hold’Em» στα μέσα των ‘00s η ταινία έγινε κάτι σαν ευαγγέλιο για τους φίλους του πόκερ, με ατάκες που αναπαράγονται μέχρι σήμερα – «αν κάθεσαι σε ένα καρέ και μέσα σε είκοσι λεπτά δεν έχεις καταλάβει ποιος είναι το κορόιδο, τότε το κορόιδο είσαι εσύ». Δίχως ποτέ να ηθικολογεί, το φιλμ κοντράρει στα ίσια το Cincinnati Kid του Norman Jewison για τον τίτλο της καλύτερης χαρτοπαιχτικής ταινίας που είδαμε ποτέ και αποδίδει καταπληκτικά την ατμόσφαιρα της νυχτερινής Νέας Υόρκης.

Under the Shadow (2016)
Ο Babak Anvari, σκηνοθέτης του Hallow Road –μαζί με το Weapons και το Exit-8 συνθέτουν το top-3 των αγαπημένων μας περσινών ταινιών τρόμου- είχε μπει στο κινηματογραφικό προσκήνιο με αυτό το κοψοχολιαστικό ιρανικό horror, που συνδυάζει λαογραφικά στοιχεία με πολιτική κριτική. Στην ταινία η ανησυχία μιας μητέρας για το μέλλον της κόρης της στο νεοσύστατο, θεοκρατικό καθεστώς του Αγιατολάχ Χομεϊνί μετουσιώνεται σε μεταφυσική δραστηριότητα και δίνει την αφορμή για μερικές αποτελεσματικές βινιέτες τρόμου. Πού να φανταζόταν ο Anvari ότι δέκα χρόνια μετά, αυτό που (τότε) φαινόταν σαν ταινία εποχής, θα έμοιαζε πιο επίκαιρο από ποτέ.
Godzilla: Minus One (2024)
Aπό τα βραβευμένα με Όσκαρ Οπτικά Εφέ ως το επικό score του Naoki Sato κι από την αύρα παλιομοδίτικης περιπέτειας ως τη σπιλμπεργκική αίσθηση του δέους, το Godzilla: Minus One δικαιώνει τη φήμη του ως ένα από τα καλύτερα monster movies όλων των εποχών και, παράλληλα, φέρει γνήσιο αντιπολεμικό χαρακτήρα: βλέπεις, εδώ ένας λαός που εκλάμβανε την ανδρεία με σπαρτιατικό τρόπο, ταπεινωμένος από τη συμμετοχή του στη λάθος πλευρά της ιστορίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά κι από το λάθος των τρόπων του, εδώ τούς αλλάζει: στόχος της αποστολής είναι να κατατροπωθεί ο αντίπαλος χωρίς να χαθεί ούτε μία ζωή. Ιδανικά, δείτε το στη μεγαλύτερη δυνατή οθόνη και με καλό ηχοσύστημα.
Companion (2025)
H Sophie Thatcher του Heretic θεμελιώνει το status της ως επόμενης scream queen σε μια ταινία που επικαλείται εκείνο το σινεμά των συνεχών ανατροπών, που αναβίωσε μετά την επιτυχία της Έκτης Αίσθησης (1999). H συγκεκριμένη ταινία έχει μια πολύ μεγάλη τέτοια στο τέλος της πρώτης πράξης κι από εκεί και πέρα αρκείται στην εξυπηρέτηση μιας χαβαλεδιάρικης προβολής, ιδανικά με παρέα, πετυχαίνοντας τις σωστές ισορροπίες αγωνίας, χιούμορ και gore. Aν ακούτε πρώτη φορά γι’ αυτή και σας αρέσει το πνεύμα και η κατασκευαστική λογική των multiplexάδικων horror comedies, μην δείτε το τρέιλερ και απλώς πατήστε το play.
Materialists (2025)
Aναμφίβολα, η πιο παρεξηγημένη ταινία του περασμένου καλοκαιριού – και θα μού επιτρέψετε να εξηγηθώ με λίγες λέξεις παραπάνω. Ναι, δεν ήταν ακριβώς η ταινία που μάς πούλησε το προωθητικό υλικό. Όμως, ξέρει πολύ καλά τι κάνει εδώ η Celine Song (Past Lives). Απευθυνόμενη σε ένα ως επί το πλείστον ορθολογιστικό κοινό, μερίδα του οποίου εκλαμβάνει ως cringe τις μεγάλες ρομαντικές αφηγήσεις του παρελθόντος, αυξάνει τον ορθολογισμό όχι απλώς στο τετράγωνο, αλλά στον κύβο, σχετίζει διαρκώς τις ανθρώπινες σχέσεις με τα μαθηματικά και βάζει για πρωταγωνίστρια την ανθρώπινη εκδοχή του Bumble, ενός dating app προσαρμοσμένου να σού βρει το κατάλληλο ταίρι μέσω μιας σειράς παραμέτρων. Κι όλα αυτά με στόχο στην τελευταία πράξη να εντάξει μέσα από την κερκόπορτα του ορθολογισμού ξανά τις μεγαλόστομες ρομαντικές χειρονομίες. Κι έτσι, το «όταν σε κοιτάζω, βλέπω ρυτίδες και παιδιά» δεν μοιάζει μέρος ενός παραμυθιού, φαντάζει κερδισμένο, γιατί ικανοποίησε την αρχική ανάγκη του σύγχρονου μέσου θεατή να συγχρονιστεί με τη λογική και να αφαιρέσει την ευαισθησία από τον έρωτα. Xρειάστηκε να ξαναδώ την ταινία της Celine Song για να καταλήξω αν και πόσο μου αρέσει, αλλά μετά τη δεύτερη προβολή, ειλικρινά, τής βγάζω το καπέλο που δεν φοράω.
Saturday Night (2025)
Η προετοιμασία του πρώτου live επεισοδίου του Saturday Night Live μετατρέπεται σε crowdpleaser περιωπής, όπου το χιούμορ συναντάει το σασπένς, ο Jason Reitman επιδεικνύει σκηνοθετικές χορογραφικές αρετές που δεν συναντάς ούτε σε μισό καρέ της προηγούμενης φιλμογραφίας του και ο υπεύθυνος casting κεντά, επιλέγοντας τα κατάλληλα πρόσωπα για να ενσαρκώσουν την αφρόκρεμα της αμερικανικής κωμωδίας εκείνης της εποχής. Απευθύνεται, ασφαλώς, σε γνώστες της θρυλικής σατιρικής εκπομπής, που αποτελεί μεν τηλεοπτικό θεσμό για τις ΗΠΑ, αλλά, εκτός αμερικανικών συνόρων, διαθέτει σημαντικά μικρότερο αριθμό ακολούθων. Πιθανότατα, αυτός ήταν και ο λόγος που δεν κυκλοφόρησε στις ελληνικές αίθουσες. Ευκαιρία να την ανακαλύψετε στο streaming και, πιστέψτε με, θα περάσετε θαυμάσια.
Caught Stealing (2025)
O Nτάρεν Αρονόφσκι ελαφραίνει τη διάθεση, αν και κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το Caught Stealing είναι η πιο downbeat ταινία που θα μπορούσε να έχει γυρίσει ο Γκάι Ρίτσι. Η ουσία είναι ότι πρόκειται όχι μόνο για την πιο fun ταινία του, αλλά και για ένα κλείσιμο με τους προσωπικούς (φιλμικούς και μη) λογαριασμούς του, καθώς επιστρέφει τη δράση στη χρονιά και στο μέρος που ξεκίνησε σκηνοθετικά και δίνει στον αρονοφσκικό ήρωα εκείνο το happy end που τόσοι και τόσοι πριν από αυτόν στερήθηκαν. Ομολογώ πως είμαι πολύ περίεργος να δω ποιο θα είναι το επόμενο βήμα στην καριέρα του, θεωρητικά θα δοκιμάσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όσο για το Caught Stealing πέρασε ελαφρώς απαρατήρητο από τις αίθουσες και, όντως, αν παραμεριστεί η διακινηματογραφική του ανάγνωση, δεν είναι κάτι πραγματικά αξιοσημείωτο, αλλά οι φίλοι του σκηνοθέτη που το προσπεράσατε, οφείλετε να χτυπήσετε κάρτα.