Τον Φεβρουάριο, όταν ο Ινδός πρωθυπουργός Narendra Modi συναντήθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οι δύο ηγέτες ανακοίνωσαν με φιλόδοξη γλώσσα πως θα ενίσχυαν τη συνεργασία τους με στόχο να διευκολύνουν τη «μετακίνηση ταλέντου» ανάμεσα στις δύο χώρες. Την ίδια στιγμή, ο Shresth Agrawal ζούσε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα στην Αθήνα.
«Ως Ινδός πολίτης που τρέχει μια πολύ καλά χρηματοδοτούμενη startup, το να πάρω βίζα για την Ελλάδα ήταν σχεδόν αδύνατο», έγραψε ο νεαρός ιδρυτής στο Χ.
Όπως μοιράζεται στο WIRED Greece, η διαδικασία να αποκτήσει θεώρηση εργασίας και άδεια παραμονής στη χώρα ήταν πολύ κακά τεκμηριωμένη, «γεμάτη κυκλικές εξαρτήσεις και χαμένη σε μεταφράσεις». Χρειάστηκαν πάνω από έξι μήνες για να βρει τελικά προσωρινή λύση ώστε να παραμείνει στην Αθήνα.
«Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η έλλειψη συντονισμένης πληροφόρησης. Το επίσημο site ήταν παρωχημένο, οι πληροφορίες διέφεραν και οι υπηρεσίες δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Οι πιο χρήσιμες πληροφορίες που βρήκα ήταν σε Facebook groups με άλλους ξένους που απλώς μοιράζονταν τη σύγχησή τους».
«Αν η Ελλάδα θέλει να προσελκύσει διεθνείς founders και tech ταλέντο», λέει σήμερα, «το σύστημα χρειάζεται ριζική αναθεώρηση».
Ο Shresth είναι ιδρυτής και CEO της Pod Network, μιας startup υποδομών Web3 που αναπτύσσει ένα υψηλών επιδόσεων, EVM-compatible layer-one blockchain. Η εταιρεία του, που ιδρύθηκε το 2024, έχει αντλήσει 10 εκατομμύρια δολάρια από επενδυτές —μεταξύ αυτών και την a16z crypto— και διατηρεί ως έδρα τη Νέα Υόρκη. Από τους 11 εργαζομένους της σήμερα, οι 8 είναι Έλληνες.

Ο Shresth επέλεξε την Ελλάδα επιθυμώντας να συνεχίσει να χτίζει την πολλά υποσχόμενη εταιρεία του από την Αθήνα. Δεν είναι ο μόνος. Από το Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι τις ΗΠΑ και από την Ινδία μέχρι την Κορέα, δεκάδες ιδρυτές αλλά και επαγγελματίες εκτός ΕΕ με υψηλές δεξιότητες ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν την tech ή την talent visa στην Ελλάδα, έχοντας ακούσει τις σχετικές εξαγγελίες της κυβέρνησης ήδη από το 2024.
Ωστόσο, ο νόμος ψηφίστηκε τελικά τον Φλεβάρη του 2026, με σημαντικές καθυστερήσεις και ασάφεια που επιμένει μέχρι σήμερα. Στο διάστημα αυτό, πολλοί επαγγελματίες υψηλών δεξιοτήτων είτε σκέφτηκαν, είτε επιχείρησαν να μετακομίσουν στην Ελλάδα, και μεταφέρουν στο WIRED Greece τη σύγχυση και απογοήτευσή τους με τη διαδικασία.
Η Yasmin, Βρετανίδα απόφοιτος του University of Cambridge, που είχε εξασφαλίσει εργασία στην Ελλάδα το 2024, περιγράφει τη δική της εμπειρία με την απόκτηση θεώρησης εργασίας και άδειας παραμονής ως «εξαιρετικά γραφειοκρατική».
«Στη δική μου περίπτωση χρειαζόταν έγκριση από υπουργείο, κάτι που πήρε υπερβολικά πολύ χρόνο», εξηγεί στο WIRED Greece. «Ήταν μια διαδικασία με απίθανη γραφειοκρατία. Ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2023 και χρειάστηκαν έξι μήνες για την τελική έγκριση».
«Αν δεν ήθελα τόσο πολύ να μετακομίσω στην Ελλάδα», καταλήγει, «θα τα είχα παρατήσει από την αρχή».
Η υπόσχεση της Αθήνας
Η πρόθεση της Αθήνας να εγκαθιδρύσει την tech και talent visa ως μονοπάτια προσέλκυσης ταλέντου στον χώρο της τεχνολογίας ανακοινώθηκε τον Μάρτιο του 2024 από τον τότε υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Δημήτρη Καιρίδη. Παρότι η ανακοίνωση προωθήθηκε στον Τύπο εντός και εκτός της χώρας, κινώντας το ενδιαφέρον διάφορων εργαζομένων, ο νόμος δεν ψηφίστηκε για πάνω από 2 χρόνια.
Τον Φεβρουάριο του 2026 η Ελλάδα απέκτησε τελικά το πρώτο θεσμικό πλαίσιο που είχε προανακοινώσει. Ο Νόμος 5275/2026 ενσωμάτωσε την ευρωπαϊκή οδηγία για τη νόμιμη μετανάστευση και εισήγαγε στο εθνικό δίκαιο μια σειρά από νέα εργαλεία: την Tech Visa, την Talent Visa και ειδικά καθεστώτα για ερευνητές, ακαδημαϊκούς και στελέχη επιχειρήσεων. Η φιλοδοξία της χώρας, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, είναι να μετατραπεί η Ελλάδα σε κόμβο για εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο, στα πρότυπα της Πορτογαλίας και της Ισπανίας.
Στον πυρήνα του νόμου βρίσκονται δύο βασικές διαδρομές. Η Tech Visa δίνει τη δυνατότητα σε πολίτες τρίτων χωρών να εργαστούν για 12 μήνες αποκλειστικά σε startups που είναι εγγεγραμμένες στο Elevate Greece, με περιορισμούς όπως η μη δυνατότητα αλλαγής εργοδότη αλλά και προοπτική μετάβασης στην ευρωπαϊκή Μπλε Κάρτα.
Από την άλλη, η Talent Visa —μια πρόταση που είχε προωθηθεί από το Deon Policy Institute και την Endeavor Greece— επιχειρεί να επιτρέψει σε αποφοίτους κορυφαίων πανεπιστημίων του εξωτερικού, όπως αυτά ορίζονται σε συγκεκριμένη λίστα, να έρθουν στη χώρα χωρίς προϋπάρχουσα προσφορά εργασίας, με στόχο να αναζητήσουν ευκαιρίες ή να χτίσουν τη δική τους δραστηριότητα. Το μοντέλο αυτό ακολουθεί το βρετανικό σύστημα της λεγόμενης High Potential Individual (HPI) visa, που θεσπίστηκε στο ΗΒ πριν μερικά χρόνια.
Η θέσπιση από μόνη της, ωστόσο, δεν αρκεί. Όπως επισημαίνει το Deon Policy Institute, το στοίχημα για την Ελλάδα είναι η εκτέλεση του μέτρου: γρήγορες και προβλέψιμες διαδικασίες σε ένα περιβάλλον όπου το κορυφαίο tech ταλέντο συγκρίνει χώρες και επιλογές σε πραγματικό χρόνο, καθώς και η ενεργητική, στοχευμένη διεθνής προώθηση.
Ορισμένοι επιχειρηματίες παραμένουν επιφυλακτικοί και με τη μορφή του νομοσχεδίου. «Δεν καταλαβαίνω γιατί περιορίζεται η talent visa σε αποφοίτους συγκεκριμένων πανεπιστημίων», δηλώνει στο WIRED Greece ιδρυτής και CEO ελληνικής εταιρείας. «Από την εμπειρία μας, ειδικά στην τεχνολογία, μεγαλύτερη σημασία έχουν οι δεξιότητες, όχι τα λαμπερά πτυχία».
Για τους ιδρυτές startup εταιρειών που θέλουν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Στο νομοθετικό πλαίσιο δεν υπάρχει σαφές μονοπάτι που να αντανακλά την πραγματικότητά τους. Και όπως δείχνουν οι μαρτυρίες που συγκέντρωσε το WIRED Greece, η προσπάθειά τους να εγκατασταθούν στην Ελλάδα μοιάζει συχνά με μια αλυσίδα από γραφειοκρατικά εμπόδια, αντικρουόμενες απαιτήσεις και αδιέξοδα.
Η εμπειρία ενός founder
Ο Shresth συνίδρυσε την Pod Network μαζί με Έλληνες συνεργάτες, μεταξύ των οποίων ο Άλεξ Μπρέζας, και ερευνητές του blockchain οικοσυστήματος της Αθήνας, όταν ακόμα ζούσε στη Γερμανία με φοιτητική βίζα. Η μετακόμιση στην Αθήνα ήταν δελεαστική, καθώς η ομάδα του είχε ελληνικό πυρήνα και η κοινότητα του blockchain στην πόλη ήταν γρήγορα αναπτυσσόμενη. «Σκέφτηκα μέσα μου, γιατί όχι;», λέει στο WIRED Greece. «Μάζεψα τα πράγματά μου ένα Σαββατοκύριακο και ήρθα, θεωρώντας πως η βίζα θα ήταν εύκολη υπόθεση», λέει, αναφερόμενος μεταξύ άλλων και στις εξαγγελίες της κυβέρνησης από το 2024.
Για τον Shresth, η λογική διαδρομή ήταν η EU Blue Card, η άδεια διαμονής «E.1» για υψηλής εξειδίκευσης εργαζομένους εκτός ΕΕ. Θεωρητικά, πρόκειται για μια θεώρηση ειδικά σχεδιασμένη για περιπτώσεις σαν τη δική του, δηλαδή μορφωμένους εργαζόμενους, με χρηματοδότηση, υψηλή εξειδίκευση, και εταιρείες που οδηγούν σε ευρωπαϊκές προσλήψεις και οικονομική δραστηριότητα.
Στην πράξη, ωστόσο, η EU Blue Card αποδείχθηκε λαβύρινθος.
Ο Shresth προσέλαβε γνωστό ελληνικό δικηγορικό γραφείο, με στόχο να ιδρύσει ελληνική θυγατρική της Pod που θα του παρείχε την Blue Card. «Μας χρέωσαν δεκάδες χιλιάδες δολάρια», δηλώνει στο WIRED Greece, περιγράφοντας μια μακρά διαδικασία όπου τα έγγραφα και οι επισκέψεις σε συμβολαιογράφους πολλαπλασιάζονταν.
Ωστόσο τέσσερις μήνες μετά, στα μισά της διαδικασίας και με σημαντικά έξοδα, ήρθε η ανατροπή: η νεοσύστατη ελληνική εταιρεία του δεν μπορούσε να του χορηγήσει βίζα. Σύμφωνα με την ερμηνεία που του δόθηκε, μια νέα ελληνική εταιρεία δεν μπορεί να εκδώσει άμεσα Blue Card στον ιδρυτή της, ακόμη κι αν η μητρική είναι χρηματοδοτημένη ή αν πρόκειται για τον CEO. Το πρόβλημα ήταν δομικό: η Blue Card βασίζεται σε κλασικές σχέσεις εργοδότη-εργαζομένου, όχι σε ιδρυτές startup εταιρειών.
«Δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να φτάσουμε σε αυτό το σημείο για να καταλάβουμε ότι ήταν αδιέξοδο», αναφέρει ο ιδρυτής, ο οποίος απέλυσε το δικηγορικό γραφείο.
Ένας δεύτερος δικηγόρος πρότεινε δύο εναλλακτικές στον Shresth: τη βίζα για οικονομικά ανεξάρτητα άτομα και τη βίζα για ψηφιακούς νομάδες (digital nomad visa). Και οι δύο επιτρέπουν διαμονή στην Ελλάδα, ωστόσο απαγορεύουν την εργασία για ελληνική εταιρεία, κάτι διαχειρίσιμο για την περίπτωση του Shresth, αφού η Pod Network είναι αμερικανική.
Η πρώτη επιλογή απαιτούσε κατάθεση περίπου 100.000 ευρώ σε ελληνική τράπεζα. Παρότι όμως ο νεαρός startup founder διέθετε τα χρήματα, αυτό δεν ήταν αρκετό για τις ελληνικές τράπεζες. Ο Shresth προσέγγισε τρεις διαφορετικές τράπεζες, εξηγώντας ότι είχε κεφάλαια στη Γερμανία και εταιρεία στις ΗΠΑ με χρηματοδότηση 10 εκατομμυρίων. Όμως καθότι δεν μπορούσε ακόμη να παρουσιάσει οριστικοποιημένες φορολογικές δηλώσεις για το 2024 (λόγω του γερμανικού φορολογικού συστήματος), οι τράπεζες τον απέρριψαν συστηματικά.
«Δεν μπορούσαν να επεξεργαστούν καν την κατάστασή μου», θυμάται. «Ένας τραπεζικός μάλιστα, κάποια στιγμή άρχισε να μου φωνάζει ότι είμαι απάτη». Άλλες τράπεζες, περιγράφει, απαιτούσαν πρώτα κάποια βίζα για να ανοίξει λογαριασμό. Καθότι όμως η βίζα απαιτούσε με τη σειρά της τραπεζικό λογαριασμό, η διαδικασία δημιουργούσε έναν αιώνιο φαύλο κύκλο.
Τελικά ο νεαρός startup founder εγκατέλειψε αυτή τη διαδρομή και η digital nomad visa έγινε μονόδρομος. Στην τρίτη του πλέον προσπάθεια, το πρόβλημα που αντιμετώπισε ήταν η έλλειψη πληροφόρησης.
«Βρήκα ένα περίεργο site με μονάχα δύο παραγράφους —και μάλιστα αυτές ήταν στα ελληνικά», αναφέρει στο WIRED Greece. Μετέφρασε το περιεχόμενο και άρχισε να στέλνει email σε ελληνικά προξενεία στη Γερμανία μέχρι να πάρει απάντηση. «Έκανα όλη τη διαδικασία μόνος μου και με τους συνεργάτες μου», λέει, υπογραμμίζοντας πως, κάποια στιγμή, αφιέρωνε το 40% του χρόνου του ως CEO σε ζητήματα βίζας. «Είχα εμπλέξει τον head of operations, την assistant μου. Το πρόβλημα ήταν πως κανένας επαγγελματίας στην Ελλάδα δεν ήξερε πώς γίνεται».
Η Yasmin με τη σειρά της συμφωνεί με την εικόνα της ασάφειας. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η έλλειψη συντονισμένης πληροφόρησης. Το επίσημο site ήταν παρωχημένο, οι πληροφορίες διέφεραν και οι υπηρεσίες δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Οι πιο χρήσιμες πληροφορίες που βρήκα ήταν σε Facebook groups με άλλους ξένους που απλώς μοιράζονταν τη σύγχησή τους».
Χαμένη αξία
Τα τελευταία πέντε χρόνια, η Ελλάδα προβάλλει τον εαυτό της ως προορισμό για remote workers, ψηφιακούς νομάδες και tech founders. Έχει εισαγάγει φορολογικά κίνητρα, όπως η μείωση φόρου εισοδήματος κατά 50% για ορισμένους εργαζομένους που μετακομίζουν στη χώρα. Άνθρωποι σαν τον Shresth ή τη Yasmin είναι ακριβώς το κοινό που φιλοδοξούν να προσελκύσουν.
Η δυνητική αξία αυτών των ανθρώπων στην ελληνική οικονομία τεκμηριώνεται ήδη. Με την Pod Network, ο Shresth έχει ήδη προσλάβει 11 άτομα στην εταιρεία του —οι 8 εκ των οποίων είναι Έλληνες και δραστηριοποιούνται στην Αθήνα. Έπεισε έναν Έλληνα επιστήμονα με διδακτορικό από το Yale University και το University of Maryland να επιστρέψει αντί να συνεχίσει στο Columbia University, και έφερε πίσω στην Ελλάδα ένα στέλεχος από τη Γερμανία. Πληρώνει μισθούς διεθνούς επιπέδου για τους εργαζομένους του στη χώρα μας.
«Έχω δημιουργήσει δουλειές στην Ελλάδα. Έχω φέρει πίσω ταλέντο», υποστηρίζει. «Έχω δημιουργήσει αξία».
Η εμπειρία του συνεχίζεται και αντανακλά κενά που δεν αποκλείεται να επεκταθούν μετά την εφαρμογή της tech and talent visa. Ο Shresth τελικά απέκτησε τη digital nomad visa ενός έτους, και το επόμενο βήμα ήταν η μετατροπή της σε άδεια διαμονής μεγαλύτερης διάρκειας, όπως ακριβώς θα προβλέπεται και με την tech and talent visa. Επτά μήνες μετά την αίτησή του, ακόμη περιμένει.
«Υπάρχει ένα portal που δείχνει τη σειρά προτεραιότητας, και ακόμα βρίσκονται σε επεξεργασία αιτήσεις που έχουν υποβληθεί εδώ και δύο χρόνια», αναφέρει. «Δεν υπάρχει τηλέφωνο ούτε κάποιος υπεύθυνος φακέλου για να μάθω περισσότερα».
Αν η χώρα θέλει να ανταγωνιστεί για παγκόσμιο tech ταλέντο, καθώς και για την προσέλκυση founders σε αναδυόμενους τομείς όπως το blockchain, θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από εξαγγελίες. Οι εργαζόμενοι απαιτούν σαφήνεια, διαδικασίες προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα των startups, καθώς και κατηγορίες βίζας που αναγνωρίζουν ότι ένας 24χρονος CEO με χρηματοδότηση 10 εκατομμυρίων δολαρίων δεν είναι εξαίρεση.
«Κάποια στιγμή ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω», καταλήγει ο Shresth. «Σκεφτόμουν ότι όσο κι αν ήθελα να έρθω στην Αθήνα, δεν με ήθελε εκείνη, και δεν θα συνέβαινε ποτέ».
Για μια χώρα που φιλοδοξεί να γίνει tech hub, να προσελκύσει ταλέντα που δημιουργούν αξία και νέες θέσεις εργασίας, είναι μια φράση που οφείλει να μας προβληματίσει.