01.10.2026
10’ READ TIME
Wired Team

Τι μπορεί να διδάξει η Ελλάδα στον κόσμο για τη μακροζωία;

Πολύ πριν από τους πρόσφατους τίτλους ειδήσεων, η Ελλάδα προσέλκυε το ενδιαφέρον ερευνητών που εξετάζουν αν ο ελληνικός τρόπος ζωής κρύβει κάποια από τα μυστικά της μακροζωίας.
Local residents gesticulate as they speak to one another at a cafe terrace in Athens, Greece, on Friday, July 17, 2015. Germany's Parliament is set to ratify bridge financing and the start of talks for a three-year rescue plan. Photographer: Yorgos Karahalis/Bloomberg via Getty Images
H κατεξοχήν ελληνική εικόνα δύο αντρών πάνω από ένα τραπέζι που τσακώνονται για το ποδόσφαιρο ή για την πολιτική, ίσως έχει να μας διδάξει για τη μακροζωία τόσα όσα και η τελευταία επιστημονική ανακάλυψη. Φωτ.: Yorgos Karahalis/Bloomberg via Getty Images/Ideal Image
Billboard 1

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έφερε στο προσκήνιο με τον πιο τραγικό τρόπο μια ολόκληρη αγορά «αναζωογόνησης» και μια ολοένα πιο έντονη συζήτηση: τι είμαστε διατεθειμένοι να δοκιμάσουμε για να ζήσουμε περισσότερο;

Η πλασμαφαίρεση, οι θεραπείες «αναγεννητικής» ιατρικής, μέχρι και οι αναφορές στην αποκαλούμενη «κβαντική ιατρική» βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας δημόσιας συζήτησης γύρω από τη γήρανση, την υγεία και τα όρια ανάμεσα στην πραγματική επιστήμη και τις μη τεκμηριωμένες υποσχέσεις για ένα σώμα που δεν φθείρεται με το πέρασμα του χρόνου.

Η μακροζωία έγινε ξαφνικά θέμα επικαιρότητας, όμως η συζήτηση ξεκίνησε από λανθασμένη αφετηρία. Πολύ πριν από αυτούς τους τίτλους ειδήσεων, η Ελλάδα προσέλκυε το ενδιαφέρον ερευνητών που εξετάζουν αν ο ελληνικός τρόπος ζωής κρύβει κάποια από τα μυστικά της μακροζωίας. Όχι με γρήγορες θεραπείες και θαύματα, αλλά με τα χαρακτηριστικά του ελληνικού modus vivendi, από την διατροφή μέχρι την κοινωνική εγγύτητα.

Απευθυνθήκαμε σε τρεις ειδικούς για να μας πουν τι μπορούμε να μάθουμε από το «ελληνικό μοντέλο», πέρα από τα τετριμμένα.

«Η υποδομή της σύνδεσης»

Joe Coughlin, Επικεφαλής του MIT AgeLab

Δύο άνδρες σκύβουν πάνω από ένα μικρό τραπέζι. Οι χειρονομίες τους χρωματίζουν κάθε τους πρόταση. Οι φωνές τους αυξομειώνονται με πάθος. Με μια πρώτη ματιά, θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί ότι συζητούν για την επόμενη μεγάλη ανακάλυψη στον τομέα της μακροζωίας, της τεχνητής νοημοσύνης, της ιατρικής ακριβείας, ή ίσως και για την ίδια τη βιολογία της γήρανσης.

Κοιτάξτε τους ξανά. Μπροστά τους δεν υπάρχουν γονιδιωματικά δεδομένα ή εργαστηριακά όργανα αλλά δύο μικρά φλιτζάνια ελληνικού καφέ που έχουν κρυώσει προ πολλού. Κάθονται σε ένα συνοικιακό καφενείο, κάτω από τη σκιά μιας πλατείας που είναι γεμάτη δέντρα, και πιθανότατα τσακώνονται για το ποδόσφαιρο ή για την πολιτική. Ή και για τα δύο.

Ο κόσμος έχει γίνει εξαιρετικά καλός στο να παρατείνει τη ζωή. Η Ελλάδα μάς θυμίζει πώς να τη ζούμε.

Αυτή η κατεξοχήν ελληνική εικόνα ίσως έχει να μας διδάξει για τη μακροζωία τόσα όσα και η τελευταία επιστημονική ανακάλυψη.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η επιμήκυνση της ζωής μας θα διαμορφωθεί από την εντυπωσιακή πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Καθώς όμως προσθέτουμε χρόνια στη ζωή μας, προκύπτει μια άλλη πρόκληση: πώς θα προσθέσουμε ζωή στα χρόνια μας;

Πριν από δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια, οι Έλληνες δημιούργησαν την Αγορά, που δεν ήταν απλώς ένας εμπορικός χώρος αλλά μια πολιτική σκηνή όπου διασταυρώνονταν το εμπόριο, η ανοιχτή συζήτηση, η ιδιότητα του πολίτη και, τελικά, η κοινωνική σύνδεση. Τα σημερινά καφενεία, οι ταβέρνες και οι πλατείες εξακολουθούν να απηχούν αυτήν τη διαχρονική ιδέα. Τα παλιά ξύλινα τραπέζια τους, οι ετοιμόρροπες καρέκλες και οι σκιερές πλατείες δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν σύμβολα καινοτομίας. Τίποτα πάνω τους δεν φαίνεται αξιοσημείωτο. Ίσως όμως γι’ αυτό ακριβώς έχουν σημασία. Μαζί με τα τελετουργικά που τους δίνουν ζωή ‒τον πρωινό καφέ, το μεσημεριανό που παρατείνεται, τη βραδινή κουβέντα, το περιστασιακό ποτήρι ούζο‒ καταφέρνουν αθόρυβα κάτι εξαιρετικό: μετατρέπουν τη συμμετοχικότητα σε κάτι το καθημερινό.

Οι υποδομές χωρίς ένα τελετουργικό να τις συνοδεύει είναι απλώς αρχιτεκτονική. Από την άλλη, ένα τελετουργικό χωρίς υποδομές από πίσω του είναι απλώς προσδοκία. Μαζί, όμως, καθιστούν την κοινωνική συμμετοχή και τη σύνδεση αυτονόητες.

Σε όλο τον κόσμο, οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο τη μοναξιά ως πρόκληση για τη δημόσια υγεία. Η ευαισθητοποίηση μεγαλώνει. Ωστόσο, το αίσθημα του ανήκειν δεν νομοθετείται. Η συμμετοχή δεν συνταγογραφείται. Σχεδιάζεται μέσα από μέρη που προσκαλούν τους ανθρώπους να βρεθούν με άλλους ανθρώπους και μέσα από τελετουργικά που τους δίνουν λόγο να επιστρέψουν.

Ο κόσμος έχει γίνει εξαιρετικά καλός στο να παρατείνει τη ζωή. Η Ελλάδα μάς θυμίζει πώς να τη ζούμε.

«Η κοινωνική πυκνότητα της ζωής»

Νεκτάριος Ταβερναράκης, καθηγητής Μοριακής Βιολογίας Συστημάτων στην Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Κρήτης & Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ

Όταν η Ελλάδα εμφανίζεται σε διεθνείς αναφορές για τη μακροζωία και την «καλή ζωή», η συζήτηση συνήθως καταλήγει στο ελαιόλαδο, στη μεσογειακή διατροφή ή στις περίφημες Μπλε Ζώνες και στην Ικαρία. Είναι ένα ελκυστικό αφήγημα, αλλά ίσως όχι το πιο ενδιαφέρον. Αν θέλουμε να αντλήσουμε μαθήματα από τον ελληνικό τρόπο για το μέλλον της ευημερίας του ανθρώπου, αξίζει να κοιτάξουμε αλλού: όχι στο τι τρώνε οι Έλληνες αλλά στο πώς οργανώνουν τον χρόνο, τις σχέσεις και την καθημερινότητά τους.

Μία από τις μεγαλύτερες συνεισφορές της Ελλάδας σε αυτό το πεδίο ίσως είναι η διαφορετική αντίληψη της κοινωνικής εγγύτητας. Σε πολλές ανεπτυγμένες κοινωνίες, η πρόοδος συνδέθηκε με την αυτονομία του ατόμου. Το αποτέλεσμα είναι συχνά η μοναξιά: άνθρωποι που ζουν μόνοι, ηλικιωμένοι αποκομμένοι από την κοινότητα, νέοι που μετακινούνται συνεχώς χωρίς να δημιουργούν σταθερούς δεσμούς. Η Ελλάδα, παρά τις οικονομικές δυσκολίες και τις θεσμικές αδυναμίες της, διατήρησε ένα πυκνό δίκτυο άτυπων κοινωνικών σχέσεων. Η οικογένεια, οι φίλοι, οι γείτονες και οι γνωστοί εξακολουθούν να λειτουργούν ως ένα ανεπίσημο σύστημα κοινωνικής υποστήριξης.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταύτιζαν την καλή ζωή με τη μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας ή της κατανάλωσης.

Από τη σκοπιά της υγείας, αυτό ίσως αποδειχθεί σημαντικότερο από οποιοδήποτε διατροφικό μοντέλο. Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η κοινωνική απομόνωση συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ασθενειών, γνωστικής έκπτωσης και πρόωρης θνησιμότητας. Καθώς οι κοινωνίες γερνούν και η τεχνητή νοημοσύνη αυτοματοποιεί όλο και περισσότερες δραστηριότητες, η πρόκληση δεν θα είναι μόνο να ζούμε περισσότερο αλλά να παραμένουμε ενταγμένοι σε ουσιαστικά ανθρώπινα δίκτυα. Η ελληνική καθημερινότητα, με όλες τις αντιφάσεις της, προσφέρει ένα μοντέλο «κοινωνικής πυκνότητας» που ίσως αξίζει να μελετηθεί.

Κάτι ακόμα που μας μπορεί να μας μάθει ο ελληνικός τρόπος ζωής αφορά τη διαγενεακή συμβίωση. Σε πολλές χώρες η ζωή οργανώνεται ανά ηλικιακές «φυσαλίδες»: παιδιά με παιδιά, φοιτητές με φοιτητές, εργαζόμενοι με εργαζομένους, ηλικιωμένοι με ηλικιωμένους. Στην Ελλάδα συνηθίζεται ακόμα να συνυπάρχουν διαφορετικές γενιές στην ίδια οικογένεια, στην ίδια πολυκατοικία ή ακόμα και στην ίδια γειτονιά. Αυτή η συνύπαρξη δεν είναι πάντα εύκολη, αλλά δημιουργεί καθημερινές ευκαιρίες ανταλλαγής εμπειριών, φροντίδας και γνώσης. Σε μια εποχή κατά την οποία η τεχνολογική αλλαγή επιταχύνεται, οι κοινωνίες ίσως χρειάζονται περισσότερες ‒όχι λιγότερες‒ γέφυρες μεταξύ γενεών.

Υπάρχει επίσης ένα λιγότερο προφανές ελληνικό χαρακτηριστικό: η ικανότητα προσαρμογής μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας. Η Ελλάδα υπήρξε επί δεκαετίες ένα εργαστήριο ανθεκτικότητας. Πέρασε μέσα από οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές αναταράξεις, μεταναστευτικά κύματα, πανδημία και φυσικές καταστροφές. Παρά τα σοβαρά προβλήματα, μεγάλο μέρος της κοινωνίας ανέπτυξε μια κουλτούρα αυτοσχεδιασμού σε καθημερινό επίπεδο. Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο ασταθής λόγω της κλιματικής αλλαγής, των γεωπολιτικών εντάσεων και των τεχνολογικών ανατροπών, η ανθεκτικότητα ίσως δεν προέρχεται μόνο από ισχυρούς θεσμούς αλλά και από την ικανότητα του ανθρώπου να προσαρμόζεται, να συνεργάζεται και να βρίσκει λύσεις εκτός εγχειριδίου.

Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής μας. Σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα δεν αποτελεί μόνο μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις αλλά συμμετέχει στην προαγωγή της γνώσης. Έλληνες ερευνητές έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη μελέτη της βιολογίας της γήρανσης. Έχουν συμβάλει επίσης σε επιδημιολογικές μελέτες που διερεύνησαν τη σχέση κοινωνικών δικτύων, τρόπου ζωής και υγείας σε ηλικιωμένους πληθυσμούς της Μεσογείου. Τέλος, η ελληνική ερευνητική κοινότητα συμμετέχει ενεργά σε ευρωπαϊκά προγράμματα για τη μελέτη της γήρανσης, τις συνοδές νευροεκφυλιστικές νόσους και την υγιή μακροζωία.

Ίσως όμως το πιο ουσιαστικό δίδαγμα προέρχεται από μια φιλοσοφική θεώρηση. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταύτιζαν την καλή ζωή με τη μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας ή της κατανάλωσης. Η έννοια της ευδαιμονίας αφορούσε περισσότερο την άνθηση του ανθρώπου μέσα στην κοινότητα, την αναζήτηση νοήματος και την καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας. Σήμερα, καθώς οι αλγόριθμοι βελτιστοποιούν όλο και περισσότερες πλευρές της ζωής μας, το κρίσιμο ερώτημα ίσως δεν είναι πώς θα γίνουμε πιο αποτελεσματικοί αλλά πώς θα θα διατηρήσουμε τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά μας.

Αν υπάρχει, λοιπόν, μια ελληνική ιδέα που αξίζει να ενταχθεί σε μελλοντικές στρατηγικές ευζωίας, δεν είναι η συνταγή για να ξεπεράσουμε τα εκατό χρόνια ζωής. Είναι η υπενθύμιση ότι η καλή ζωή δεν είναι ατομικό project βελτιστοποίησης. Είναι μια συλλογική συνθήκη που γεννιέται μέσα από τις σχέσεις, τη συνύπαρξη, την προσαρμοστικότητα και την αναζήτηση νοήματος. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο πολύτιμο από οποιοδήποτε μυστικό μακροζωίας.

«Αντίδοτο στην επιτάχυνση»

LJ Silverman, Επικεφαλής του LSE Generate

Υπάρχουν ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου πραγματικά «απενεργοποιούμαι». Ως άνθρωπος που θεωρεί τον ελεύθερο χρόνο μια εξαιρετική ευκαιρία για να ξεκινήσει 37 νέα projects, το να χαλαρώνω δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Συνήθως, από έναν ολόκληρο μήνα διακοπών, οι ώμοι χαλαρώνουν και το μυαλό ηρεμεί επιτέλους την τελευταία εβδομάδα. Η Ελλάδα όμως υπήρξε πάντα η εξαίρεση.

Κάτι συμβαίνει εδώ. Ο ρυθμός επιβραδύνεται, τα γεύματα αποτελούν γεγονότα και όχι διαλείμματα μέσα στη μέρα και η θάλασσα δίνει αφορμή για περισυλλογή αντί για δραστηριότητα. Κάθε όμορφο σκηνικό μοιάζει να ψιθυρίζει ότι δεν χρειάζεται να επιταχύνονται ή να βελτιστοποιούνται όλα όσα έχουν αξία. Υπάρχει μια απλότητα στην Ελλάδα που μοιάζει βαθιά αναζωογονητική: οι ψαρόβαρκες που επιστρέφουν στο λιμάνι, οι ηλικιωμένοι που παίζουν τάβλι κάτω από τη σκιά των ελαιόδεντρων, το γέλιο που ακούγεται από μια ταβέρνα μέσα στη νύχτα. Είναι σαν η χώρα να έχει αντισταθεί σιωπηλά στη σύγχρονη εμμονή στην επιτάχυνση.

Αντί να ρωτούν πώς μπορούμε να προσθέσουμε μερικά ακόμη χρόνια στη ζωή μας, οι Έλληνες μας προκάλεσαν να σκεφτούμε πώς μπορούμε να προσθέσουμε περισσότερη ζωή στα χρόνια μας.

Καθώς αναζητούμε παντού στον κόσμο μυστικά για τη μακροζωία και την υγιή γήρανση, στρεφόμαστε στην επιστήμη, την ιατρική και την τεχνολογία. Ωστόσο, μερικές από τις πιο σημαντικές απαντήσεις ίσως τις δίνει ο πολιτισμός. Οι Έλληνες έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια αναλογιζόμενοι τι σημαίνει να ζεις καλά, να μεγαλώνεις με σοφία, να συμμετέχεις στην κοινότητα και να βρίσκεις ισορροπία μεταξύ φιλοδοξίας και ικανοποίησης.

Ενώ μεγάλο μέρος του σύγχρονου κινήματος για τη μακροζωία επικεντρώνεται στην ανακάλυψη της επόμενης τέλεια βελτιστοποιημένης φόρμουλας που θα παρατείνει τη νεανικότητα κατά ένα ακόμη κλάσμα του δευτερολέπτου, οι Έλληνες μας προσφέρουν μια αναζωογονητικά διαφορετική οπτική. Οι Έλληνες θεοί δεν είχαν εμμονή στους βιοδείκτες τους, δεν μετρούσαν τα γραμμάρια πρωτεΐνης, ούτε προσπαθούσαν να «χακάρουν» τη βιολογία τους για να φτάσουν στην αιωνιότητα, οπλισμένοι με πεπτίδια και συμπληρώματα. Αντίθετα, η ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία θέτει ξανά και ξανά ένα βασικότερο ερώτημα:

«Πώς μπορούμε να ζούμε με σύνεση, νόημα και ισορροπία καθώς μεγαλώνουμε;»

Για τους Έλληνες, η μακροζωία δεν σήμαινε ποτέ απλώς παράταση της ζωής. Συχνά αντιμετώπιζαν με μεγάλη καχυποψία την αναζήτηση της αθανασίας. Οι ιστορίες τους μας υπενθυμίζουν ότι μια μακρά ζωή χωρίς σκοπό, σχέσεις, σοφία ή χαρά δεν είναι απαραίτητα μια καλή ζωή. Αντί να ρωτούν πώς μπορούμε να προσθέσουμε μερικά ακόμη χρόνια στη ζωή μας, οι Έλληνες μας προκάλεσαν να σκεφτούμε πώς μπορούμε να προσθέσουμε περισσότερη ζωή στα χρόνια μας.

Οι Έλληνες ξεκινούσαν από μια θεμελιωδώς διαφορετική αφετηρία: η γήρανση δεν ήταν κάτι που έπρεπε να φοβόμαστε, να κρύβουμε ή να καταπολεμούμε, αλλά κάτι που έπρεπε να σεβόμαστε. Σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες, ειδικά στη δική μου, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η συνταξιοδότηση ‒που προέρχεται από το γαλλικό retirer, δηλαδή «αποσύρομαι»‒ μπορεί να μοιάζει με αργή εξαφάνιση. Εξυμνούμε τη νεότητα, δοξάζουμε την παραγωγικότητα και συχνά βλέπουμε τη γήρανση μέσα από το πρίσμα της παρακμής. Τα τελευταία κεφάλαια της ζωής παρουσιάζονται πολύ συχνά ως περίοδος απόσυρσης και όχι συνεισφοράς.

Οι Έλληνες έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Δεν είχαν κάποια έννοια αντίστοιχη της συνταξιοδότησης, που να δηλώνει την πλήρη αποχώρηση από την κοινωνική ζωή. Αντί να γίνονται κοινωνικά αόρατοι, οι ηλικιωμένοι συχνά θεωρούνταν σημαντικοί από πνευματική, πολιτική και πολιτιστική άποψη. Η ηλικία έφερνε μαζί της οπτική, κρίση, σοφία και την ικανότητα καθοδήγησης των άλλων. Ο στόχος δεν ήταν να παραμείνεις για πάντα νέος αλλά να περάσεις σε ένα διαφορετικό και εξίσου πολύτιμο στάδιο της ζωής.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον φίλο μας τον Νέστορα από την «Ιλιάδα». Σύμφωνα με το πρότυπο των πολεμιστών που τον περιβάλλουν, θεωρείται ήδη γέρος. Δεν μπορεί πλέον να ξεπεράσει τον Αχιλλέα σε ταχύτητα ούτε να υπερισχύσει των εχθρών του στη μάχη. Ωστόσο, παραμένει μία από τις πιο σεβαστές προσωπικότητες στο ελληνικό στρατόπεδο. Γιατί; Επειδή μπορεί η σωματική του δύναμη να έχει μειωθεί αλλά η σοφία, η κρίση, η διπλωματία και η εμπειρία του έχουν αποκτήσει ανεκτίμητη αξία. Οι νεότεροι πολεμιστές ζητούν τη συμβουλή του. Ο ρόλος του δεν είναι πλέον να ηγείται του πολέμου, να είναι στην πρώτη γραμμή, αλλά να βοηθά τους άλλους να πλοηγηθούν στην πολυπλοκότητα της ηγεσίας, των συγκρούσεων και της ίδιας της ζωής. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε αυτό το σκεπτικό, θεωρώντας τα γηρατειά ως ένα στάδιο κατά το οποίο η πρακτική σοφία, η φρόνησις, μπορεί να ανθήσει. Υπάρχει κάτι εξαιρετικά ελπιδοφόρο σε αυτή την ιδέα ‒ κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να καθοδηγεί την καινοτομία σχετικά με την υγιή γήρανση.

Δεν πιστεύω ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι θα ήταν αντίθετοι στην τεχνολογία. Αν ο Αριστοτέλης ζούσε στην Αθήνα σήμερα, υποψιάζομαι ότι θα είχε γοητευτεί από την τεχνητή νοημοσύνη, την εξατομικευμένη ιατρική και τις εξελίξεις στην επιστήμη της μακροζωίας. Για τους Έλληνες, η τεχνολογία ‒ή οποιοδήποτε άλλο εργαλείο‒ ήταν ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, όχι ο ίδιος ο σκοπός. Μάλλον, λοιπόν, θα έθεταν ένα ερώτημα που απουσιάζει από πολλές σύγχρονες συζητήσεις: «Έχετε την τεχνολογία. Και λοιπόν;» Όταν ένας founder ανακοινώνει περήφανα «έχουμε παρατείνει τη διάρκεια της υγιούς ζωής κατά πέντε χρόνια», φαντάζομαι έναν Έλληνα φιλόσοφο να απαντά «αυτό είναι υπέροχο. Συγχαρητήρια! Τι κάνουν οι άνθρωποι με αυτά τα πέντε χρόνια;».

Πώς θα μπορούσε η τεχνολογία να συμβάλει στη μείωση της μοναξιάς, αντί να περιορίζεται απλώς στην καταγραφή του ύπνου μας; Πώς θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχέσεις μεταξύ των γενεών, βοηθώντας νέους και ηλικιωμένους να μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον; Πώς θα μπορούσε να δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να βρουν σκοπό και να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στις δεκαετίες που ακολουθούν μετά την παραδοσιακή συνταξιοδότηση; Πώς θα μπορούσε να υποστηρίξει την επανεφεύρεση του εαυτού σε μια ζωή που διαρκεί 100 χρόνια;

Από την ελληνική σκοπιά, η μακροζωία γίνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ιατρική πρόκληση ‒ μετατρέπεται σε κοινωνική πρόκληση. Το ερώτημα μετατοπίζεται από το πώς βοηθάμε τους ανθρώπους να ζήσουν περισσότερο στο πώς δημιουργούμε τις συνθήκες για να ζήσουν καλά περισσότερο καιρό.

Έτσι, καθώς προσπαθώ να αποσυνδεθώ, θέλω να ενεργοποιήσω αυτά τα ευρύτερα ερωτήματα γύρω από τη μακροζωία και την υγιή γήρανση. Και επειδή, μετά από αυτή την ονειροπόληση του ελληνικού τρόπου ζωής, θα επιστρέψω στο LSE τον Σεπτέμβριο, αναρωτιέμαι πώς μπορούμε να υποστηρίξουμε τους απίστευτους επιχειρηματίες μας ώστε να αντιμετωπίσουν, μεταξύ άλλων, και αυτές τις προκλήσεις. Συμπέρασμα: founders, πρέπει να γίνετε πιο Έλληνες.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Wired Team

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO