Ένας μαθητής τοποθετεί το κινητό πάνω από το βιβλίο της Ιστορίας. Δεν πληκτρολογεί καν την ερώτηση, απλώς τη φωτογραφίζει. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, αντιγράφει ατόφια την απάντηση στο τετράδιό του.
«Δεν υπήρχε φίλτρο, καμία επεξεργασία», λέει η Ελένη, δασκάλα σε δημοτικό της Αθήνας, διηγούμενη ένα από τα αμέτρητα περιστατικά που αποδεικνύουν τη διείσδυση του ΑΙ στη σχολική τάξη. Περιγράφει μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά προσπαθούν, μαθαίνουν, αποτυγχάνουν και ξαναπροσπαθούν. «Με κοιτάνε με άδειο βλέμμα», λέει φορτισμένη.
Δεν είναι η μόνη.
Έχουν περάσει πλέον τέσσερα χρόνια από την έκρηξη του AI και την ευρεία διάδοση των LLMs. Εργαλεία όπως το ChatGPT έχουν μπει για τα καλά στην καθημερινότητα των παιδιών και μια νέα γενιά μεγαλώνει με αυτή την τεχνολογία στα χέρια της. Στην Ελλάδα, που παραδόξως έρχεται πρώτη στην Ε.Ε. στα ποσοστά νέων που χρησιμοποιούν ΑΙ, έχει περάσει πλέον αρκετός καιρός ώστε να μπορεί να γίνει μια πρώτη αποτίμηση μέσα από την ίδια την τάξη.
«Αν βάζεις τον μαθητή να γράφει έκθεση με όρους που ίσχυαν πριν από τριάντα χρόνια, φυσικά και θα
το κάνει στο ChatGPT. Κι εγώ το ίδιο θα έκανα».
Τελικά, το AI αποχαυνώνει τα παιδιά ή η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στο αναχρονιστικό εκπαιδευτικό σύστημα; Υπάρχει φως στο τούνελ ή οδεύουμε προς την πνευματική καταστροφή μιας νέας γενιάς;
Οι εκπαιδευτικοί που μίλησαν στο WIRED Greece περιγράφουν μια πραγματικότητα γεμάτη αντιφάσεις: μαθητές που δεν σκέφτονται οι ίδιοι αλλά αναθέτουν ολοένα συχνότερα τη σκέψη σε μια μηχανή, αλλά και μαθητές που αποκτούν πρόσβαση σε έναν προσωπικό δάσκαλο, διαθέσιμο κάθε ώρα της ημέρας. Αν διαφωνούν σε κάτι, είναι στις λύσεις. Αν συμφωνούν σε κάτι, είναι ότι το ελληνικό σχολείο δεν είναι έτοιμο γι’ αυτό που συμβαίνει ήδη μέσα στις τάξεις του.
Η «εξαφάνιση» του κόπου και η πνευματική τεμπελιά
Η Ελένη περιγράφει την κατάσταση στις ηλικίες 8-9 ετών με μελανά χρώματα. Η χρήση του AI δεν είναι απλώς εκτεταμένη αλλά γίνεται με όρους που ναρκοθετούν την εξέλιξη της κριτικής σκέψης προτού καν αυτή προλάβει να αναπτυχθεί.
«Έχω συνεχόμενα κρούσματα παιδιών που δεν μπαίνουν καν στον κόπο να σκεφτούν την απάντηση σε ερωτήσεις κρίσεως», περιγράφει. «Ρωτάνε το AI. Μάλιστα, δεν φτάνουν καν στο σημείο να πληκτρολογήσουν την ερώτηση. Τη βγάζουν φωτογραφία. Μιλάμε για τον ελάχιστο δυνατό κόπο».
Το αποτέλεσμα είναι μια άκριτη αντιγραφή παράξενων απαντήσεων που «βγάζουν μάτι» ότι δεν ανήκουν σε ένα παιδί.
«Στο δημοτικό και το γυμνάσιο το παιδί έχει τύψεις, φοβάται, δεν θέλει να παραδεχτεί ότι αντέγραψε. Στο λύκειο είναι που ξεφεύγει το πράγμα. Oι έφηβοι απλώς ανασηκώνουν αδιάφορα τους ώμους.»
Η Ελένη θυμάται χαρακτηριστικά μια ενδεικτική περίπτωση στο μάθημα της Ιστορίας. «Ένας μαθητής πήγε να πληκτρολογήσει μια ερώτηση, έγραψε προφανώς μια δύσκολη λέξη εσφαλμένα και το AI άρχισε να του μιλάει για ιατρικά δεδομένα!» θυμάται. «Ο μαθητής, μάλιστα, αντέγραψε ατόφια την απάντηση στο τετράδιο».
Αυτή την ευκολία και τη σταδιακή ατροφία των δεξιοτήτων παρατηρεί και ο Μιχάλης, χημικός που δουλεύει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη Χαλκίδα, ο οποίος, για να εξηγήσει το φαινόμενο, κάνει έναν παραλληλισμό με το κομπιουτεράκι. Ωστόσο, όπως λέει, έχουμε πλέον ξεφύγει από τις απλές μαθηματικές πράξεις ‒ παρατηρείται πνευματική τεμπελιά.
Ειδικά σε απαιτητικές ασκήσεις, τα παιδιά χρησιμοποιούν ΑΙ για να βρουν τις λύσεις. Αυτό επηρεάζει δυσανάλογα τους μαθητές που δυσκολεύονται περισσότερο. Μάλιστα, όπως υποστηρίζει, πολλοί μαθητές δίνουν εκθέσεις ή ασκήσεις θεωρίας στο ΑΙ για να τους διορθώσει τη σύνταξη, τα ορθογραφικά λάθη, να βελτιώσει τη διατύπωση. Εκεί, όμως, χάνεται κάτι άλλο: η φαντασία και η προσωπικότητα του παιδιού, όπως θα μπορούσε να φανεί μέσα από τα γραπτά του.
«Εμείς πρέπει να το θέλουμε αυτό. Πρέπει να θέλουμε το παιδί να χρησιμοποιεί τη φαντασία του», τονίζει και καταλήγει στο συμπέρασμα: «Θέλουμε το ΑΙ ως εργαλείο και όχι ως έτοιμη λύση».
Πέρα από την αντιγραφή, υπάρχουν και η ενοχή ή και η αδιαφορία. Όταν αποκαλύπτεται η χρήση του ΑΙ λόγω τεμπελιάς, η αντίδραση των μαθητών διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία. Η Ελένη σημειώνει ότι στο δημοτικό τα παιδιά σκύβουν ενοχικά το κεφάλι. «Όπως παλιά σου έλεγαν αρχικά “ξέχασα τις εργασίες μου” και μετά “βαριόμουν”, τώρα απλώς έρχονται με ένα τετράδιο γραμμένο από κάπου αλλού. Και νιώθουν ότι κόπιασαν κιόλας που μπήκαν στη διαδικασία να βρουν την απάντηση μέσω της εφαρμογής».
Ο Μιχάλης επιβεβαιώνει αυτήν τη διαφορά στη συμπεριφορά ανάλογα με την ηλικία. «Στο δημοτικό και το γυμνάσιο το παιδί έχει τύψεις, φοβάται, δεν θέλει να παραδεχτεί ότι αντέγραψε. Στο λύκειο είναι που ξεφεύγει το πράγμα», υποστηρίζει με ανησυχία. Oι έφηβοι απλώς ανασηκώνουν αδιάφορα τους ώμους.
«Εκεί δεν έχουν πρόβλημα. Σκέφτονται “γιατί να μην το χρησιμοποιήσω, αφού έτσι κι αλλιώς στον έξω κόσμο, στη δουλειά μου, θα το χρησιμοποιώ;”».
Κοινωνικό υπόβαθρο, γονείς και «διευρυνόμενο χάσμα»
Η χρήση του ΑΙ στην εκπαίδευση δεν γίνεται πάντα εν αγνοία των γονέων. Στην περιοχή όπου εργάζεται η Ελένη πολλοί γονείς δεν μιλούν καλά ελληνικά ή αδυνατούν να πληρώσουν για απογευματινή υποστήριξη στο σπίτι. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το AI μετατρέπεται σε μια δωρεάν «λύση ανάγκης».
Ο Μιχάλης συμφωνεί ότι το AI λειτουργεί πρακτικά ως ένα φθηνό, άμεσο ψηφιακό βοήθημα, αλλά προειδοποιεί για έναν ακόμη σοβαρό κίνδυνο: τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των μαθητών.
«Θα μεγαλώσει το χάσμα μεταξύ των καλών και των μέτριων ή κακών μαθητών. Ο μέτριος προς κακός, εκεί που προσπαθούσε έστω λίγο να κάνει κάτι, πλέον θα το χάσει κι αυτό. Θα φέρει έτοιμη την άσκηση».
Ανεξάρτητα από το κοινωνικό τους υπόβαθρο, αρκετοί εκπαιδευτικοί περιγράφουν μια γενικευμένη δυσκολία συγκέντρωσης, κατανόησης και έλλειψη επιμονής και υπομονής όταν μπροστά ένα πρόβλημα δεν λύνεται αμέσως.
Από την άλλη πλευρά, ένας καλός μαθητής, που έχει μάθει να δουλεύει μόνος του, μπορεί να κάνει πιο περιορισμένη και καλύτερα ισορροπημένη χρήση. «Θα το χρησιμοποιήσει είτε σε κάτι πάρα πολύ βαρετό είτε σε κάτι πάρα πολύ δύσκολο, αλλά θα το ερμηνεύσει κιόλας», παρατηρεί ο Μιχάλης. «Θα τον βοηθήσει το AI, αλλά κι εκείνος θα προσπαθήσει να το καταλάβει. Είναι σαν να έχει έναν καθηγητή στο σπίτι που του εξηγεί κάτι. Αυτό δεν είναι κακό».
Η Δώρα, φιλόλογος σε λύκειο της Αθήνας, κρούει επίσης τον κώδωνα του κινδύνου για το κοινωνικό-ταξικό χάσμα που θα παγιωθεί τα επόμενα χρόνια. Στα ιδιωτικά ή ελιτίστικα σχολεία, υποστηρίζει, τα παιδιά διδάσκονται πώς να κάνουν σωστό curation και storytelling με την τεχνολογία, ενώ τα παιδιά του δημόσιου σχολείου κινδυνεύουν να γίνουν οι «υπηρέτες» όσων έμαθαν να χρησιμοποιούν τα εργαλεία αυτά σωστά.
Αν το κοινωνικό χάσμα είναι η μία όψη του νομίσματος, η άλλη αφορά κάτι βαθύτερο, τη σχέση των παιδιών με τη μάθηση. Ανεξάρτητα από το κοινωνικό τους υπόβαθρο, αρκετοί εκπαιδευτικοί περιγράφουν μια γενικευμένη δυσκολία συγκέντρωσης, κατανόησης και έλλειψη επιμονής και υπομονής όταν μπροστά ένα πρόβλημα δεν λύνεται αμέσως.
Η Ελένη εντοπίζει μια ραγδαία πτώση, η οποία ξεκίνησε από την περίοδο της καραντίνας και την έντονη έκθεση στις οθόνες κατά τη διάρκειά της. «Κάθε χρόνο είναι και χειρότερα. Από το ’20 και μετά τα παιδιά έχουν αλλάξει πυρηνικά», λέει προφανώς ανήσυχη. Υποστηρίζει πως δεν έχει μειωθεί μόνο η κριτική σκέψη, η ανάπτυξη της οποίας είναι ούτως ή άλλως πρόκληση σε αυτές τις ηλικίες, αλλά και η γενικότερη απόδοση.
«Διδάσκω τα ίδια που δίδασκα δέκα χρόνια πριν, αλλά πλέον ρίχνω πάρα πολύ τα στάνταρ και το επίπεδο για να με καταλάβουν τα παιδιά», λέει. «Δεν υπάρχει κατανόηση, με κοιτάνε με μόνιμη απορία. Είναι φοβερή η αλλαγή».
Ο Μιχάλης βιώνει αυτή την πτώση έντονα και στις θετικές επιστήμες, βλέποντας τα παιδιά να αποσυνδέονται από τον πραγματικό κόσμο. «Δεν ξέρουν πολύ βασικά πράγματα που έχουν να κάνουν με την καθημερινότητά τους: τα ml, τους όγκους, τις μάζες…» εξηγεί. «Όσο περνάνε τα χρόνια χάνουν την ικανότητα για πρακτική σκέψη. Βλέπουν το μάθημα σε ένα πολύ θεωρητικό επίπεδο, ως μια άσκηση που απλώς πρέπει να λύσουν, χωρίς να τη συνδέουν με τη ζωή τους».
Ο χημικός ελπίζει σε μια στροφή, μια απομάκρυνση από την πλήρη ψηφιοποίηση, και αναφέρεται σε διεθνή παραδείγματα. «Εκπαιδευτικά συστήματα που είχαν επικεντρώσει στα τάμπλετ και είχαν τελειώσει με το χαρτί, όπως αυτό της Σουηδίας, κατάλαβαν σε βάθος χρόνου ότι έκαναν λάθος και επιστρέφουν στο μολύβι και στο τετράδιο», υποστηρίζει.
Η «απομυθοποίηση» και ο «προσωπικός δάσκαλος»
Σε ένα άλλο επίπεδο της σχολικής βαθμίδας, η Δώρα βλέπει τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά. Για εκείνη, η έντονη ανησυχία γύρω από το AI αγγίζει τα όρια της υστερίας και του σύγχρονου λουδιτισμού. Η ίδια επιλέγει να μην κρύβει από τους μαθητές της ότι χρησιμοποιεί AI, προκειμένου να το απομυθοποιήσει.
«Αν το συζητάς, παύει να φαίνεται “εξωτικό” και απαγορευμένο», λέει και προσθέτει πως «ο καλύτερος τρόπος να το αντιμετωπίσεις είναι να το ξορκίσεις, να το απομυθοποιήσεις».
Η Δώρα πιστεύει ότι το AI μπορεί να αξιοποιηθεί ως εργαλείο κριτικής σκέψης. Τοποθετεί το πρόβλημα στο ίδιο το prompting των παιδιών, το οποίο σήμερα είναι πολύ κακό, γι’ αυτό και δεν παίρνουν καλά αποτελέσματα. «Μέσα από το AI μπορούν να μάθουν πώς μια εστιασμένη, καλή ερώτηση φέρνει ποιοτικό υλικό, ενώ μια κοινότοπη ερώτηση φέρνει μια άχρηστη απάντηση», σημειώνει.
Οι παραδοσιακές εργασίες που πρέπει ένας μαθητής να κάνει στο σπίτι ίσως πρέπει να καταργηθούν. «Πλέον δεν έχει νόημα. Ή θα πρέπει να τις κάνουμε μέσα στην τάξη ή να βάζουμε κάτι πάρα πολύ πρωτότυπο όπου, ακόμα κι αν βοηθήσει το AI, η αντιγραφή θα φανεί με τη μία».
«Μπορεί να έχεις ένα άρθρο με επώνυμη υπογραφή από εφημερίδα, μπορεί να έχεις και Reddit. Εκεί μπορείς να συζητήσεις με τα παιδιά. Σε νοιάζει τι είπε ένας άκυρος που τον λένε John535 για τα εμβόλια; Έχει αξία αυτή η γνώμη; Αξίζει να την πάρεις αυτή την πληροφορία ή δεν αξίζει, και γιατί δεν αξίζει;» αναρωτιέται.
Κάποια στιγμή, η Δώρα ζήτησε από τους μαθητές να γράψουν τον λόγο ενός στρατηγού πριν από μια ναυμαχία. Όσοι χρησιμοποίησαν το AI έφεραν ένα βαρετό κείμενο. «Φέραμε αυτό το υλικό στην τάξη και συζητήσαμε: πώς το βελτιώνουμε; Πώς το κάνουμε πιο προσωπικό; Αυτό είναι ήδη κριτική σκέψη».
Για τη Δώρα, αυτή είναι και η ουσία της συζήτησης. Η κατάσταση δεν αναστρέφεται. Το ζητούμενο δεν είναι να απομακρυνθούν τα παιδιά από το AI αλλά να μάθουν να το χρησιμοποιούν αποτελεσματικά. Και σε έναν κόσμο όπου η αλληλεπίδραση με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης γίνεται βασική δεξιότητα, η ικανότητα να διατυπώνεις σωστά τις ερωτήσεις σου είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα.
Η πιο πρακτική εκδοχή αυτής της χρήσης εμφανίζεται συχνά στο λύκειο και ιδιαίτερα στην προετοιμασία για τις Πανελλαδικές. Εκεί, λέει ο Μιχάλης, το AI μπορεί να λειτουργήσει λιγότερο ως μηχανή έτοιμων απαντήσεων και περισσότερο ως ένας διαθέσιμος βοηθός μάθησης.
«Αυτό είναι ένα θετικό. Ο καθηγητής δεν μπορεί να είναι συνέχεια πάνω από το παιδί», υποστηρίζει. «Ο μαθητής πάει να λύσει μια άσκηση, βγάζει εσφαλμένο αποτέλεσμα και αντί να περιμένει για ώρες μέχρι να δει τον καθηγητή, ρωτάει το AI “γιατί είναι λάθος;” και παίρνει απάντηση άμεσα».
Συμπληρώνει, μάλιστα, ότι οι παραδοσιακές εργασίες που πρέπει ένας μαθητής να κάνει στο σπίτι ίσως πρέπει να καταργηθούν. «Πλέον δεν έχει νόημα. Ή θα πρέπει να τις κάνουμε μέσα στην τάξη ή να βάζουμε κάτι πάρα πολύ πρωτότυπο όπου, ακόμα κι αν βοηθήσει το AI, η αντιγραφή θα φανεί με τη μία».
Για τη Δώρα, βέβαια, η ρίζα του κακού δεν είναι το ΑΙ αλλά το ότι το σχολείο παραμένει πιεστικό και βαρετό. «Αν βάζεις τον μαθητή να γράφει έκθεση με όρους που ίσχυαν πριν από τριάντα χρόνια, φυσικά και θα το κάνει στο ChatGPT. Κι εγώ το ίδιο θα έκανα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο Μιχάλης υπερθεματίζει, τονίζοντας την ανάγκη να αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζουν οι εκπαιδευτικοί το μάθημα.
«Πρέπει να διαμορφώσουμε το μάθημά μας ώστε να εμπλέκεται το παιδί πρακτικά», λέει. «Στη Χημεία, τους βάζεις στο εργαστήριο: ανακατέψτε, σκεφτείτε πώς θα το φτιάξετε. Άμα τραβήξεις το ενδιαφέρον του μαθητή, τον έχεις για πάντα. Υπάρχει τεράστια ανάγκη πλέον να κάνεις το μάθημα ενδιαφέρον, ώστε να μην καταλήγει το παιδί στο AI ως εύκολη διαφυγή επειδή βαριέται».
Η ακινησία του συστήματος
Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, οι τρεις εκπαιδευτικοί καταλήγουν σε ένα κοινό, απογοητευτικό συμπέρασμα: το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι απροετοίμαστο, αναχρονιστικό και κινείται με απελπιστικά αργούς ρυθμούς.
«Το άλμα της τεχνολογίας ήταν πάρα πολύ γρήγορο», σημειώνει ο Μιχάλης. «Από το ’60 μέχρι το 2000 τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει πολύ, μπορούσες να κάνεις το ίδιο μάθημα. Από το 2015 μέχρι το 2026, όμως, μέσα σε δέκα χρόνια, όλα άλλαξαν δραματικά. Κι όμως, εγώ το 2000 έδωσα Πανελλήνιες με τα ίδια βιβλία που δίνουν τα παιδιά και το 2026. Ο τρόπος διδασκαλίας είναι ίδιος».
Οι καθηγητές, όπως εξηγεί, έχουν ενθουσιαστεί με το AI σε προσωπικό επίπεδο γιατί τους λύνει τα χέρια στην προετοιμασία σημειώσεων, διαγωνισμάτων ή διαδραστικών τεστ. Κι όμως, στον σύλλογο καθηγητών δεν συζητιέται σχεδόν καθόλου το ότι τα παιδιά το χρησιμοποιούν. «Πολλοί δεν έχουν συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο πρόβλημα θα είναι αυτό στο μέλλον», απαντά «Έχουν εφησυχάσει ‒ και κακώς. Το ελληνικό σχολείο δεν είναι έτοιμο ούτε κατά διάνοια».
Για να αλλάξει αυτό, ο Μιχάλης κλείνει τονίζοντας ότι η ευθύνη δεν μπορεί να πέφτει μόνο στις πλάτες καθενός εκπαιδευτικού.
«Για να υπάρξει αποτέλεσμα, πρέπει να υπάρξει και συνεργασία του υπουργείου, των εκπαιδευτικών και των γονιών. Αν αλλάξουμε εμείς –τώρα, χθες μη σου πω– τον τρόπο που διδάσκουμε και το τι απαιτούμε από τα παιδιά, θα τα προλάβουμε και δεν νιώθουν ότι το AI τούς είναι απαραίτητο για να γλιτώσουν από κάτι βαρετό. Αν συνεργαστούμε και οι τρεις πλευρές, μόνο τότε υπάρχει ελπίδα».
Στο μεταξύ, το AI θα βρίσκεται εκεί, στην τσέπη των παιδιών, είτε το θέλει το σχολείο είτε όχι. Το ερώτημα είναι αν η επόμενη γενιά θα μάθει να χρησιμοποιεί μια εξωτερική νοημοσύνη, χωρίς να παραιτηθεί από τη δική της.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος του WIRED Greece. Γίνε συνδρομητής εδώ.