Ο πατέρας μου (σε λίγες εβδομάδες κλείνει τα 95) χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ChatGPT το 2024. Του το εγκατέστησα στο λάπτοπ και του είπα ότι μπορεί «να το ρωτά» ό,τι θέλει: να κάνει αναζητήσεις, να συνοψίζει πληροφορίες, να ζητά εξήγηση σε άγνωστες έννοιες ή ξένες λέξεις. Δεν εντυπωσιάστηκε όσο περίμενα∙ σίγουρα όχι τόσο όσο εγώ. Για εκείνον, το πραγματικό «θαύμα» δεν είναι η τεχνητή νοημοσύνη αλλά το ίδιο το διαδίκτυο: το ότι όλη αυτή η γνώση δεν έχει ύλη, ότι «κυκλοφορεί κάπου στον αέρα» και καταλήγει μέσα στον υπολογιστή από ένα καλώδιο. Η άυλη υπόσταση της πληροφορίας του είναι πιο ακατανόητη από μια μηχανή που απλώς την συγκεντρώνει και την παρουσιάζει με διάφορους τρόπους.
Βρήκε όμως μια χρήση που τον διασκέδαζε. Μια που ήταν πρόσφατες οι αυτοδιοικητικές εκλογές, ζητούσε από το μοντέλο να γράφει… προεκλογικούς λόγους. «Τι θα έλεγε ο Χ υποψήφιος δήμαρχος για το θέμα Ζ;», «Θέλω να γίνω δήμαρχος, τι να πω στους ψηφοφόρους για να με ψηφίσουν;», «Γράψε μια ομιλία σαν να την εκφωνεί ο τάδε πολιτικός». Κάποιες φορές γελούσε μόνος του μπροστά στην οθόνη, συγκρίνοντας τις απαντήσεις με τα πραγματικά πρόσωπα και βλέποντας πότε το μοντέλο «τους πέτυχε» και πότε τους αδίκησε.
H συλλογιστική, η πλαισίωση, η απόδοση νοήματος και η επίλυση προβλημάτων δεν χτίζονται μόνο με πληροφορία· χτίζονται με εμπειρία, χρόνο και ζωή. Και αυτά δεν μεταφέρονται μέσα από καλώδια ούτε χωρούν σε tokens.
Το παιχνίδι κράτησε μόνο ένα μήνα. Για τη δουλειά του (δικηγόρος – συνταξιούχος μεν, κατ’ ουσίαν μαχόμενος δε, αφού συνεχίζει να χειρίζεται αρκετές υποθέσεις) το εργαλείο δεν του φάνηκε χρήσιμο. Αφενός δεν γνώριζε τη νομολογία, την οποία εκείνος θυμάται σχεδόν φωτογραφικά, αλλά και συνδυαστικά, αφετέρου δεν μπορούσε να ακολουθήσει σύνθετους νομικούς συλλογισμούς. Αν και μπορούσε να γράψει μια περίπλοκη πρόταση με αναφορικές, παρενθέσεις και εγκιβωτισμούς, δεν μπορούσε όμως να «συλλάβει» την ουσία ή το πλαίσιο μιας υπόθεσης, να αντιληφθεί εναλλακτικές γραμμές επιχειρηματολογίας ή να αναπτύξει έναν ολοκληρωμένο συλλογισμό. Η ετυμηγορία του ήταν λιτή: «Σαχλαμάρες λέει».
Έτσι, επέστρεψε στους κώδικες, που εξακολουθούν να αποτελούν το βασικό του εργαλείο. Παράλληλα όμως ανακάλυψε τη Βικιπαίδεια που τον εντυπωσίασε, επειδή οργανώνει, ταξινομεί και ιεραρχεί τη γνώση με τρόπο που του επιτρέπει να ξεκινήσει από μια απορία και να καταλήξει πλήρως κατατοπισμένος για ένα θέμα. Σήμερα, δεν πληκτρολογεί πια∙ προτιμά να μιλά στον υπολογιστή: υπαγορεύει ερωτήσεις στο Google Search και αφήνει πλέον το Gemini να του απαντά.
Οι «σαχλαμάρες», βέβαια, μειώθηκαν με εντυπωσιακή ταχύτητα στις επόμενες γενιές των ΜΓΜ. Γρήγορα οι ανακρίβειες και τα hallucinations περιορίστηκαν και οι απαντήσεις έγιναν πιο πειστικές. Τότε τα ανακάλυψαν και οι φοιτητές, και ξαφνικά άρχισα να λαμβάνω εργασίες υποδειγματικά δομημένες, με άψογη γλώσσα, υπερβολικά τέλεια συνοχή και ιδανική ανάπτυξη επιχειρημάτων…
Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να ψάξω ένα εργαλείο που θα «έπιανε» κείμενα ΤΝ. Το Turnitin δεν είχε σχεδιαστεί για κάτι τέτοιο και οι μετρήσεις του δεν ήταν σταθερές. Δοκίμασα διάφορους AI detectors, όπως GPTZero, Copyleaks και QuillBot, αλλά τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Το ένα εργαλείο χαρακτήριζε ένα κείμενο ως ανθρώπινο, το άλλο ως γραμμένο από ΤΝ, ενώ δικά μου κείμενα, γραμμένα χρόνια πριν εμφανιστεί το ChatGPT, χαρακτηρίζονταν ως παραγωγή ΤΝ.
Τη λύση στο αδιέξοδο δεν την έδωσε κάποιο καλύτερο λογισμικό, αλλά μια αλλαγή φιλοσοφίας. Έδωσα έναν σαφή οδηγό χρήσης της ΤΝ για τις εργασίες και ενίσχυσα την προφορική παρουσίασή τους. Σταμάτησα να προσπαθώ να ανακαλύψω ποιος «έκλεψε» και εστίασα στο τι έχει μάθει κάθε φοιτητής από την χρήση του εργαλείου, αν κατανοεί το αντικείμενο, αν μπορεί να υποστηρίξει όσα έγραψε, αν γνωρίζει πότε και πώς είναι θεμιτή η χρήση ΤΝ και αν έχει επίγνωση των ηθικών και επιστημονικών ορίων της. Το ερώτημα δεν είναι αν θα το χρησιμοποιήσουν, αλλά αν στο τέλος θα έχουν μάθει κάτι περισσότερο από όσα γνώριζαν τη στιγμή που πάτησαν Enter στο πρώτο prompt.
Βέβαια, η εκπαίδευση έχει συνολικά αλλάξει, συνεπώς, δεν ξέρω αν οι νέοι φοιτητές θα φτάσουν ποτέ τους σύνθετους διανοητικούς συλλογισμούς του πατέρα μου, ο οποίος, ύστερα από ενενήντα χρόνια αδιάκοπου διαβάσματος, κρίνει τις απαντήσεις της μηχανής ως «πολύ μέτριες», συγκρίνοντάς τες με την ανθρώπινη σκέψη. Γιατί η συλλογιστική, η πλαισίωση, η απόδοση νοήματος και η επίλυση προβλημάτων δεν χτίζονται μόνο με πληροφορία· χτίζονται με εμπειρία, χρόνο και ζωή. Και αυτά δεν μεταφέρονται μέσα από καλώδια ούτε χωρούν σε tokens.
Προς το παρόν, έναν άνθρωπο ξέρω που τον συναγωνίζεται στη σύνθετη σκέψη. Την κόρη μου. Η οποία αρνείται πεισματικά να χρησιμοποιήσει chatbots, παρότι ξέρει αρκετούς φοιτητές που τα χρησιμοποιούν ακόμη και στις εξετάσεις. Προτιμά να ανοίγει βιβλία. Τυχαίο; Δεν νομίζω… όπως έλεγε και η παλιά διαφήμιση.