22.04.2026
8’ READ TIME

Oι YouTubers κατακτούν το σινεμά τρόμου

Από τους αδερφούς Φιλίππου και το «Skinamarink» στους Unboxholics και το επερχόμενο «Backrooms», όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του σύγχρονου horror cinema έχει καταγωγή από το YouTube.
H Jane McNeill στο παραγνωρισμένο The Bay του Μπάρι Λέβινσον.
Billboard 1

Καθώς το YouTube γινόταν όλο και πιο δημοφιλές μέσο, το σινεμά τρόμου συγχρονίστηκε με αυτό το ρεύμα δημοφιλίας. Το υποείδος του found footage, που θέριεψε εκείνη την περίοδο, αντλούσε τον τρόμο του από τον φόβο της παρακολούθησης που γέννησε η post-9/11 εποχή, με την ιδιωτική σφαίρα να περιορίζεται δραματικά στο όνομα της ασφάλειας κι ενός γενικού συμφέροντος στενά προσδιορισμένου σε σχέση μ’ αυτή.

Ταυτόχρονα υιοθετούσε μια αισθητική συναφή με τις εικόνες που παρακολουθούσε η πιτσιρικαρία μπροστά στα PC της και στα πρώιμα smartphones της. Η φόρμα αυτών των ταινιών παρέπεμπε σε ιδιωτικά βίντεο, όπως στη σειρά Paranormal Activity, ή μεταχειριζόταν υλικό υποτιθέμενα τραβηγμένο από πάσης φύσεως κάμερες ασφαλείας, από τηλεοπτικά ρεπορτάζ κτλ., σαν το παραγνωρισμένο The Bay του Barry Levinson.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως, σε πείσμα των προκαταλήψεων μερίδας του κοινού και της κριτικής, οι YouTubers δείχνουν διάθεση να παίξουν με τη φόρμα, αψηφώντας συχνά την κυρίαρχη τάση του multiplexάδικου τρόμου.

Πήρε κάποιο χρόνο παραπάνω από όσο θα περιμέναμε, αλλά μέσα στα επόμενα χρόνια τα δάνεια δεν θα περιορίζονταν σε επίπεδο αισθητικής, αλλά θα περνούσαν και στο ανθρώπινο δυναμικό, με τους YouTubers να πραγματοποιούν επέλαση στο σινεμά είδους.

Αναμφίβολα, οι πιο πετυχημένοι είναι οι Ελληνοαυστραλοί αδελφοί Φιλίππου, γνωστοί στο YouTube ως RackaRacka. Το χιούμορ, το gore και η καφρίλα των βίντεό τους μάλλον δεν προμήνυε δυο από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες φωνές του είδους, αλλά η έκπληξη μπορεί να έρθει από παντού – αλλιώς δεν θα ήταν έκπληξη. Έ

να ταριχευμένο χέρι που επιτρέπει την επικοινωνία με το Επέκεινα μετέτρεψε το Talk to Me στο πιο πολυσυζητημένο horror εκείνης της χρονιάς και τους Φιλίππου σε αγαπημένα παιδιά της εταιρείας Α24, η οποία είχε αναλάβει μόνο τη διανομή του ντεμπούτου τους αλλά χρηματοδότησε την επόμενη ταινία τους, το Bring Her Back. Η αξιοθαύμαστη τονική ενότητα της δεύτερης ταινίας μαρτυρά εξέλιξη, αλλά η διαχείριση του περιεχομένου φανερώνει και μια εγγενή αδυναμία τους: ξέρουν πώς να πλάσουν αξέχαστη, αποκρουστική εικονογραφία τρόμου, όχι όμως και πώς να υποστηρίξουν με δραματουργική και σημειολογική συνέπεια το θέμα τους και τη θέση τους πάνω σε αυτό.

Εκτιμούμε πως ο μεταμεσονύκτιος horror χαβαλές είναι το φόρτε τους, αλλά και ο δύσθυμος δρόμος που διάλεξαν καθόλου δεν τους έβλαψε – το Bring her Back βρέθηκε σε κάποιες λίστες της κριτικής με τα καλύτερα του 2025. 

Ένα ταριχευμένο χέρι που επιτρέπει την επικοινωνία με το Επέκεινα μετέτρεψε το Talk to Me στο πιο πολυσυζητημένο horror εκείνης της χρονιάς.

Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του Κyle Edward Ball, δημιουργού του Skinamarink. H ιδέα για το φιλμ προήλθε μέσω της επικοινωνίας του με το κοινό στο κανάλι του στο YouTube. Zητώντας  από τους ακολούθους του να μοιραστούν τους εφιάλτες τους, παρατήρησε πως ο συνηθέστερος ήταν ότι βρίσκονται και πάλι σε μια ηλικία μεταξύ 5 με 10 ετών, ξυπνούν στο πατρικό τους, οι γονείς τους λείπουν και πρέπει να αντιμετωπίσουν μόνοι τους κάποια απειλή μεταφυσικού ή ρεαλιστικού χαρακτήρα.

Αυτή η κοινή ονειρική εμπειρία αποτέλεσε τη μαγιά για την ταινία. Με στατικά πλάνα μακράς διαρκείας και τη δράση να λαμβάνει χώρα συνήθως εκτός κάδρου, ο Ball προσπαθεί να αποδώσει την αίσθηση του πραγματικού εφιάλτη που βιώνει ένα τρομαγμένο παιδί που μόλις έχει ξυπνήσει από ένα τρομακτικό όνειρο και πρέπει να διασχίσει την απόσταση από το δωμάτιο του ως εκείνο τον γονιών του, η οποία υπό το καθεστώς φόβου και μέσα στο ημίφως επιτείνεται – και επιμηκύνεται.

Είναι μια πολύ δύστροπη ταινία, λόγω της αυτάρεσκης προσκόλλησης του δημιουργού στην ιδιαίτερη φόρμα του, ωστόσο περιέχει μερικές ανατριχιαστικές στιγμές και μια ανοίκεια αύρα που την καθιστά ένα πολύ ενδιαφέρον κινηματογραφικό πείραμα. Φυσικά, αντιλαμβανόμαστε και εκείνους που υποστηρίζουν ότι το Skinamarink θα μπορούσε να κρατά 20 λεπτά, χωρίς να αλλάξουν πολλά – εντελώς άδικο δεν έχουν.

O Chris Stuckmann υπήρξε ένας από τους δημοφιλέστερους κινηματογραφικούς YouTubers. Οι βιντεο-κριτικές του στηρίζονταν περισσότερο στην πληροφορία και στους επιθετικούς προσδιορισμούς  –δύσκολα θα έβρισκες κάποιο σοβαρό take πάνω σε αυτά που έβλεπες–, αντιμετώπιζαν, όμως, με σοβαρότητα την pop κουλτούρα, συμμερίζονταν τον nerd ενθουσιασμό και δεν περιορίζονταν σε ένα λεξιλόγιο 700 λημμάτων.

Στον θαυμαστό κόσμο του YouTube τίποτε από αυτά δεν είναι αυτονόητο, να το υπογραμμίσουμε. Όσο αγαπητό κι αν ήταν το κανάλι του, όμως, ο Stuckmann δεν παύει να είναι κριτικός. Δυστυχώς, υπάρχει ένα ταβάνι στη συμπάθεια του κοινού για τον κλάδο και, όσον αφορά την ταινία του, η πικρή αυτή παραδοχή μεταφράστηκε σε άσχημες εισπράξεις για το Shelby Oaks, παρά την ομπρέλα της NEON, την αύξηση του προϋπολογισμού για επαναληπτικά γυρίσματα και την ευλογία του Mike Flanagan (The Haunting of Hill House, Doctor Sleep, The Life of Chuck).

Όσο για την ταινία; Λειτουργούσε αποτελεσματικότερα στο found footage σκέλος της, όταν υιοθετούσε μια αισθητική που ο Stuckmann γνώριζε καλύτερα λόγω προϋπηρεσίας, δηλαδή. Κατά τα άλλα, ήταν μια απλή άσκηση ύφους, δίχως κάτι να πει, δίχως καν θέμα – κάτι που θα έπρεπε να περιμένουμε, δεδομένης (και) της αντίληψής του περί κινηματογραφικής κριτικής.  

Πολύ καλύτερη εμπορική τύχη είχε η κινηματογραφική απόπειρα του Markiplier, ίσως γιατί αντικείμενο του καναλιού του δεν ήταν η κινηματογραφική κριτική, αλλά το playthrough horror games μετά των αναπόφευκτων κραυγών, ύβρεων και άλλων υπερβολών που φέρνουν κύματα ενθουσιασμού στους συνδρομητές.

Έχοντας βγάλει εκατομμύρια από τις δραστηριότητές του, ο Markiplier χρηματοδότησε, σκηνοθέτησε και μόνταρε την κινηματογραφική διασκευή του indie παιχνιδιού Iron Lung με πρωταγωνιστή –σωστά μαντέψατε– τον ίδιο. Οι πολυάριθμοι φαν του έστελναν μαζικά μηνύματα σε αλυσίδες κινηματογράφων να παίξουν την ταινία, όπερ και εγένετο.

Το κοντέρ του box-office σταμάτησε στα 52 εκατομμύρια δολάρια, ένα εξαιρετικό ποσό για μια παραγωγή που υπολογίζεται ότι κόστισε μόλις 4 εκατομμύρια δολάρια. Όσο για την ταινία; Αναπλάθει επιτυχημένα την εικονογραφία του παιχνιδιού, αλλά επαναλαμβάνεται, φλυαρεί ακατάσχετα και στηρίζεται σε μια εμφανώς ανεπαρκή πρωταγωνιστική ερμηνεία. Χονδρικά, είναι μια δημιουργία που ζητά την επιείκεια και όχι τον θαυμασμό μας. 

Στα μέρη μας είχαμε και το παράδειγμα των Unboxholics, με το Μην Ανοίγεις την Πόρτα. Με δεδομένη την απειρία τους, αλλά και την έλλειψη αναλόγων εγχειρημάτων στην εγχώρια φιλμογραφία, προκρίθηκε η επιμέλεια στην κατασκευή έναντι της φαντασίας – αυτό είναι ταυτόχρονα αδυναμία αλλά και αρετή της ταινίας. Ο δε ρυθμός και η αφαιρετικότητα του θεάματος ήταν σίγουρα κάτι πέρα από αυτό που θα περίμενες διαβάζοντας για «μια ταινία τρόμου των αγαπημένων Ελλήνων YouTubers».

Οι φαν φώναξαν «παρών», αλλά η ταινία αντιμετωπίστηκε με αρκετή καχυποψία και παρά την εμπορική επιτυχία της, κουβαλούσε (και κουβαλά) τη «ρετσινιά»  της ταινίας των «YouTubers». Κι αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι δεν είδαμε την πρωταγωνίστρια Φωτεινή Λεβογιάννη σε περισσότερες ελληνικές ταινίες στη συνέχεια, παρά την αξιόλογη και, κυρίως, πολύ κινηματογραφική ερμηνεία της σε έναν αρκετά απαιτητικό ρόλο – όπως θα σας πιστοποιήσουν και αρκετοί ηθοποιοί φίλοι σας, παραμένει κλειστό club το σπορ της υποκριτικής μπροστά από τον φακό, ακόμα και στη μικρομηκάδικη σκηνή, μα δεν θα επεκταθούμε περισσότερο, για να μην ξεφύγουμε εκτός θέματος. 

Στα μέρη μας είχαμε το παράδειγμα των Unboxholics, με το Μην Ανοίγεις την Πόρτα.

Μιλώντας για την εμπορική της επιτυχία, πάντως, οφείλουμε και μια σημαντική παρατήρηση. Το Μην Ανοίγεις την Πόρτα ξεκίνησε με 81.666 εισιτήρια το πρώτο του τετραήμερο, αλλά έκλεισε με 143.828, κι αυτό μας δείχνει ότι ήταν εξαιρετικά front-loaded. Κοινώς, έσπευσαν οι φαν τις πρώτες μέρες, αλλά ο τίτλος δεν μπόρεσε να διευρύνει το κοινό του πέρα από αυτούς.

Πάνω κάτω το ίδιο φαινόμενο παρατηρήσαμε διεθνώς και στις επιδόσεις του Iron Lung – αλλά όχι στις ταινίες των Φιλίππου. Σίγουρα, θα χρειαστούμε περισσότερα δεδομένα και παραδείγματα, αλλά το πρώτο συμπέρασμα είναι το εξής: όταν το selling-point είναι ο «τάδε YouTuber  γύρισε ταινία» και όχι η ταινία καθαυτή, η fanbase χτυπάει κάρτα, μα η υπόλοπη σινεφίλ κοινότητα παραμένει διστακτική. 

Αυτό ενδέχεται να αλλάξει με το επερχόμενο Backrooms. Αντλώντας έμπνευση από μια σειρά web τρομακτικών ιστοριών που συναντούσες στο reddit και το 4chan, o δεκαεπτάχρονος τότε Kane Parsons ανέβασε μια σειρά από βίντεο στο κανάλι του και, εκμεταλλευόμενος την απόκοσμη φύση ενός άδειου, αχανούς χώρου, μοίρασε ανατριχίλες σε ανυποψίαστους θεατές, εντάσσοντας το concept των Backrooms στην pop κουλτούρα.

Η Α24 είδε προοπτική, έστρωσε χαλί, του εξασφάλισε ως πρωταγωνιστές την ανερχόμενη δύναμη της ευρωπαϊκής υποκριτικής Renate Reinsve και τον αγαπητό Chiwetel Ejiofor και η ταινία ετοιμάζεται να κατακτήσει τα multiplex τον άλλο μήνα. Και μάλλον θα τα καταφέρει, αν και ο liminal τρόμος μπορεί να αποδειχτεί υπερβολικά minimal για τους θαμώνες των πολυκινηματογράφων, που προτιμούν τον τρόμο τους πιο φλασάτο και μαξιμαλιστικό. 

Και ό,τι και να λέμε και να γράφουμε, όσες επιφυλάξεις κι αν διατυπώσουμε, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως, σε πείσμα των προκαταλήψεων μερίδας του κοινού και της κριτικής, οι YouTubers δείχνουν διάθεση να παίξουν με τη φόρμα, αψηφώντας συχνά την κυρίαρχη τάση του multiplexάδικου τρόμου – καμία σχέση δεν έχει ο τρόπος του Skinamarink με εκείνον του Conjuring: Last Rites.

Δεδομένα, θα ακολουθήσουν κι άλλοι YouTubers το παράδειγμα όσων αναφέραμε και, δεδομένα, κάποιοι θα συνεχίσουν να αναφέρονται υποτιμητικά στο πρόσωπό τους: το λήμμα «οι YouTubers» θα είναι για τη σύγχρονη κριτική το ανάλογο του «οι βιντεοκλιπάδες» για εκείνη των ‘90s.

Και ας μην ξεχνάμε ότι σε λίγα χρόνια θα έρθουν και «οι TikTokers», τους οποίους, αναπόφευκτα, αρκετοί φαν των YouTubers θα αντιμετωπίσουν με χλεύη. Κάθε γενιά νομίζει ότι είναι καλύτερη από την προηγούμενη και ότι η επόμενη είναι χειρότερη –δεν θα αλλάξει ποτέ αυτό. Όσο το ενδιαφέρον για το σινεμά παραμένει αμείωτο όμως, είτε από τη θέση του δημιουργού, είτε από εκείνη του θεατή, δεν υπάρχει σοβαρός λόγος ανησυχίας. 

Γιάννης Βασιλείου, Γεννήθηκε το 1985 στη Λαμία. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών, άσκησε δικηγορία επί σειρά ετών, ενώ… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO