«Επέλεξα το Tidal για την υψηλότερη ποιότητα ήχου, τα επιμελημένα playlists από καλλιτέχνες και DJs καθώς και το video περιεχόμενο από live sessions», εξηγεί στο WIRED Greece ο Δημήτρης Βουκελάτος. Γνωστός και ως Bad Heart, ο Δημήτρης είναι καλλιτέχνης, μουσικός παραγωγός και συνιδρυτής της νέας ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας ELEVENTH HOUSERECORDS. Είναι ένας από τους λίγους στην Ελλάδα που άφησαν πίσω άλλες εφαρμογές streaming μουσικής, επιλέγοντας να μεταναστεύσουν στο Tidal.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Spotify διατηρεί το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας (37%) της παγκόσμιας αγοράς ροής (streaming), που εκτιμάται να αυξηθεί από $46,66 δις το 2024 σε $108,39 δις το 2030. Ακολουθούν η Apple Music με ένα δυνατό 31,5% και η Amazon Music στο 21,6%.
Το «Lemonade» της Beyoncé ήταν αρχικά διαθέσιμο μόνο στο Tidal. Αυτή η πρώτη κρίσιμη εβδομάδα κυκλοφορίας εξασφάλισε στην πλατφόρμα 1,2 εκατομμύρια νέους χρήστες.
Πίσω όμως από τις big three, που απαρτίζουν σχεδόν το 90% της αγοράς, τρέχουν να φτάσουν κι άλλες πλατφόρμες. Στο 0,5% το Tidal είναι σχεδόν τελευταίο, αλλά όχι πια αμελητέο, καθώς το 2025 μέτρησε 7,2 εκατομμύρια συνδρομητές – 18% αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, κυρίως κερδίζοντας συνδρομητές που εγκατέλειψαν άλλες πλατφόρμες.
Τι κάνει, όμως, αυτή τη μικροσκοπική πλατφόρμα τόσο ξεχωριστή, και υπάρχει ένα μέλλον στο οποίο οι πλατφόρμες σαν το Spotify θα αρχίσουν να τη φοβούνται;
Από τα ringtones στον Hi-Fi ήχο
Το Tidal ξεκίνησε το 1998 από τρεις Νορβηγούς που εργάζονταν σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Τότε γνωστό ως Aspiro, πουλούσε ωροσκόπια και ringtone σε πελάτες άλλων εταιρειών, μεταξύ αυτών και η Nokia – τότε δηλαδή που έστελνες κωδικό με SMS στο κινητό για να γίνει το «Baby one more time» της Britney ο ήχος κλήσης σου.
Οι τρεις ιδρυτές άρχισαν να στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς το streaming. Έτσι, έδωσαν τα χέρια με την αλυσίδα λιανικής πώλησης CD και DVD Platekompaniet και δημιούργησαν την εταιρεία WiMP. Την αρχή της δεκαετίας του ‘10, η WiMP ήταν η πρώτη εταιρεία streaming που κυνήγησε τους «audiophiles», τους λάτρεις της υψηλής ποιότητας ήχου.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, η WiMP μετατράπηκε σε Tidal και εξαπλώθηκε σε Αμερική, Καναδά και Ευρώπη. Στην Ελλάδα ήρθε τον Μάρτιο του 2015 ενώ, έναν χρόνο μετά, πωλήθηκε στον Jay-Z για $56 εκατομμύρια, και έγινε η πρώτη streaming πλατφόρμα από καλλιτέχνες για καλλιτέχνες. Στο εκ νέου λανσάρισμά του, όπου παρευρίσκονταν, μεταξύ άλλων, η Madonna, η Beyoncé, οι Daft Punk και ο Kanye West, η Alicia Keys δήλωσε ότι «σκοπός του Tidal είναι να διαφυλάξει τη σημασία της μουσικής στις ζωές όλων μας, κοιτώντας πέρα από την εμπορικότητα και την τεχνολογία».
Τις πρώτες μέρες της πλατφόρμας, επικρατούσε μια αίσθηση αποκλειστικότητας, βραχυπρόθεσμης μεν, αποτελεσματικής δε. Μεταξύ άλλων, το «Lemonade» της Beyoncé ήταν αρχικά διαθέσιμο μόνο στο Tidal. Αυτή η πρώτη κρίσιμη εβδομάδα κυκλοφορίας εξασφάλισε στην πλατφόρμα 1,2 εκατομμύρια νέους χρήστες.
Το 2021, το Tidal άλλαξε πάλι χέρια, με τον Jack Dorsey, ιδρυτή του Twitter και συνιδρυτή της fintech εταιρείας Block.inc, να δίνει $297 εκατομμύρια για να το αποκτήσει. Έκτοτε, το Tidal προσπαθεί να εκδημοκρατίσει τα εργαλεία της μουσικής παραγωγής για τραγουδοποιούς και DJs που δεν έχουν κάνει ακόμα το breakthrough. Τι το κάνει όμως τόσο ξεχωριστό;
«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η καλύτερη πλατφόρμα στην Ελλάδα;»
H έρευνα του 2024 της ΕΛΣΤΑΤ για τη χρήση τεχνολογιών στη χώρα μας έδειξε ότι το 23,4% των Ελλήνων έχουν συνδρομή επί πληρωμή σε streaming πλατφόρμες, με το Spotify να πρωτοστατεί. Στο ελληνικό Play Store και App Store, το Tidal βρίσκεται τρίτο στις εφαρμογές με τις υψηλότερες εισπράξεις – αλλά όσον αφορά τα δωρεάν downloads μετά βίας ξεπερνάει τη 50η θέση.
Αυτό σημαίνει ότι ενώ οι Έλληνες με Tidal στο κινητό τους υπολογίζονται σε μόλις μερικές δεκάδες χιλιάδες μιας πιο niche μουσικής κοινότητας, είναι εξαιρετικά πιθανό να επενδύσουν στο premium subscription.
Υπάρχει λόγος πίσω από αυτό το φαινόμενο. To Tidal σού επιτρέπει να το δοκιμάσεις χωρίς χρέωση για 30 μέρες, και έπειτα χρεώνοντάς σε 7,49€/μήνα αν είσαι μόνος σου, 11,99€ για το οικογενειακό πακέτο και 3,69€ αν είσαι φοιτητής. Στο Spotify υπάρχει δωρεάν βαθμίδα -αν θες, βέβαια, να ακούς διαφημίσεις κάθε 5 τραγούδια- με το premium να βγαίνει 8,99€ το solo πακέτο, 14,99€ αν έχεις παιδιά, και 4,99€ αν σπουδάζεις.
Υπάρχουν ορισμένες διαφορές στις δύο πλατφόρμες που μπορεί να δικαιολογούν την απόκλιση στην τιμή. «Το Tidal έχει φανερά λιγότερο ανεπτυγμένο αλγόριθμο σε προτάσεις για παρόμοια κομμάτια/καλλιτέχνες σε σχέση με το Spotify, feature που εκτιμάται πολύ από τους χρήστες του τελευταίου», λέει ο Δημήτρης.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο κόσμος συνήθως θα επενδύσει στο Tidal γιατί ξέρει ότι θα ακούσει πιο πλούσιο και ευκρινή ήχο. Παρόλο που τον περσινό Σεπτέμβριο το Spotify βελτίωσε εμφανώς την ποιότητα του ήχου, σχεδόν σε όλα τα τραγούδια, τα 24-bit/44.1kHz που υπόσχεται πάλι δεν φτάνουν τα 24-bit/192kHz του Tidal. Εκτός αυτού, το Tidal υποστηρίζει και τρισδιάστατο ήχο, όπως τα φορμά του Dolby Atmos Music και του Sony 360 Audio, που συνήθως συναντάμε στο σινεμά. Τι σημαίνουν, όμως, πρακτικά όλα αυτά;
«Τι ακούω καν;»
Ο ήχος στον κόσμο μας βρίσκεται σε μορφή κυμάτων. Για να αποτυπωθεί στον υπολογιστή πρέπει να γίνει ψηφιακά μετρήσιμος. Για να καταλάβουμε τι σημαίνουν τα 44,1kHz (κιλοχέρτζ), αρκεί να σκεφτούμε τα κινηματογραφικά καρέ. Το ανθρώπινο μάτι χρειάζεται 24 καρέ το δευτερόλεπτο για να δει μια εικόνα να κινείται ομαλά. Έτσι και το ανθρώπινο αυτί χρειάζεται 44.100 «ακροάσεις» ενός ήχου ανά δευτερόλεπτο για να τον αντιληφθεί φυσιολογικά. Κι εννοείται, όσα παραπάνω κιλοχέρτζ τόσο το καλύτερο.
Αντίστοιχα, στο εύρος του ήχου, δηλαδή στην απόσταση από τον πιο σιγανό ψίθυρο στην πιο εκκωφαντική έκρηξη, όσα περισσότερα bit υπάρχουν τόση περισσότερη ηχητική πληροφορία έχουμε. Ας πούμε, το standard CD έχει ποιότητα 16-bit/44,1kHz. Aν τα 16 bit είναι σαν μια έγχρωμη εικόνα καλής ποιότητας, τα 24 bit είναι ένα unzipped αρχείο με εκατομμύρια σκιάσεις, φωτισμούς, αποχρώσεις και υφές που πριν δεν μας ήταν αντιληπτά.
Πόσο πολιτικό είναι το streaming σου;
Τα τελευταία χρόνια, το Spotify έχει δεχθεί αρκετό μποϊκοτάζ για τα ελάχιστα χρήματα που δίνει στους καλλιτέχνες. Για να αντιληφθείτε, πληρώνει $0,003 – 0,004 για κάθε stream ενός κομματιού. Για να κερδίσει ο καλλιτέχνης $1.000 από το κομμάτι του, χρειάζονται 285.000 streams.
«Το Tidal έχει την καλύτερη αναλογία σε έσοδα ανα stream, έως και τριπλάσια συγκριτικά με το Spotify», μας εξηγεί ο Δημήτρης. Πράγματι, με $0,013 ανά stream, 76.000 streams σου αρκούν για να βγάλεις το πρώτο σου χιλιάρικο στο Tidal. Από την σκοπιά του μουσικού και του ιδιοκτήτη δισκογραφικής, ο Δημήτρης θεωρεί το Tidal «μια σημαντική κίνηση για όποιον θέλει να στηρίξει ανερχόμενους και ανεξάρτητους καλλιτέχνες».
Τα royalties δεν είναι το μόνο θέμα. Το πιο πρόσφατο κίνημα κατά του Spotify απέκτησε ηθική και πολιτική διάσταση. Προς το τέλος της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ το 2025, το Spotify έτρεχε διαφημίσεις της καμπάνιας πρόσληψης της ICE. Μπορεί οι διαφημίσεις να σταμάτησαν, αλλά οι δολοφονίες, της Ρενέ Νικόλ Γκούντ και του Άλεξ Πρέτι, που ακολούθησαν βύθισαν διάφορους καλλιτέχνες σε οργή.
Πέραν αυτού, ο διευθύνων σύμβουλος του σουηδικού κολοσσού, Ντάνιελ Εκ, επένδυσε $700 εκατομμύρια, στη γερμανική εταιρεία Helsing, η οποία αναπτύσσει αμυντική τεχνολογία και ΑΙ λογισμικό για drones και υποβρύχια. Τους τελευταίους μήνες, 19 καλλιτέχνες εγκατέλειψαν λόγω αυτού τη πλατφόρμα. «Tα λεφτά που μόχθησαν να βγάλουν οι ακροατές και οι προσπάθειες των μουσικών τελικά χρηματοδοτούν μια θανατηφόρο, δυστοπική τεχνολογία», δήλωσαν με αγανάκτηση οι Massive Attack, αποχωρώντας από το Spotify.
Η σύγκριση Tidal-Spotify, ακόμα και εντός της μικρής κοινότητας μουσικών και μουσικόφιλων, δεν εξαρτάται μόνο από το ποια έχει το καλύτερο bit depth, αλλά και από το ποια ευθυγραμμίζεται με το ηθικό αποτύπωμα που θέλει να αφήσει ο ακροατής. Για μερικούς αυτό είναι μια διαμαρτυρία κατά της ατιμωρησίας των tech bros ή μια στροφή σε μια πλατφόρμα που προσφέρει στους καλλιτέχνες καλύτερα royalties. Δεν βρισκόμαστε ακόμα στο σημείο να μιλάμε για το Tidal ως το επόμενο Spotify, αλλά η εφαρμογή αρχίζει να αποκτά μια μικρή δυναμική ως εναλλακτική για όσους πιστεύουν ακόμα στη μουσική. Μένει να δούμε αν θα ανταγωνιστεί για τη μεγάλη πίτα του streaming.