Το γεγονός ότι για όλες τις μέρες διεξαγωγής του 76oυ Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου τη συζήτηση σε social media και σε διάφορα έντυπα και εφημερίδες μονοπωλούσε η απροθυμία του Βιμ Βέντερς να τοποθετηθεί ευθέως σε ερώτηση για τη γενοκτονία στη Γάζα και η γενικότερη δήλωσή του περί πολιτικής και σινεμά, μαρτυρά ότι καμία ταινία του προγράμματος δεν ήταν αρκετή για να απασχολήσει τη σινεφίλ κοινότητα.
Και εδώ που τα λέμε, με τη γερμανική κυβέρνηση να έχει περικόψει κατά 2 εκατομμύρια ευρώ την επιχορήγηση, με έναν μεγάλο χορηγό, την Audi, να αποχωρεί από το 2024, αλλά και με την ημερομηνία διεξαγωγής του βερολινέζικου φεστιβάλ να μην είναι φιλική για ταινίες με οσκαρικές βλέψεις, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο για τους προγραμματιστές του φεστιβάλ να προσελκύσουν μεγάλες ταινίες, που θα προκαλέσουν σούσουρο. Κάποτε πχ. θα έβρισκες στις πρεμιέρες του φεστιβάλ ένα Shutter Island, ένα Grand Budapest Hotel, ένα Logan.
Φέτος η αντίστοιχη πρεμιέρα ήταν το ιδιοσυγκρασιακό Good Luck, Ηave Fun, Don’t Die του Γκορ Βερμπίνσκι με τον Σαμ Ρόκγουελ, μια ταινία που στις ΗΠΑ πέρασε απαρατήρητη και πιθανότατα προβλήθηκε στη Μπερλινάλε επειδή παραγωγός της είναι η γερμανική εταιρεία Constantin Film.

Για ακόμα μια φορά μέσα στα τελευταία χρόνια η ταινία που έχει περισσότερες πιθανότητες να ακουστεί μέσα στη χρονιά είχε κάνει πρώτα πρεμιέρα στο αμερικανικό φεστιβάλ Σάντανς. Ο λόγος για το Josephine της Μπεθ Ντε Αραούχο, όπου ένα οχτάχρονο κορίτσι γίνεται μάρτυρας βιασμού σε πάρκο και στη συνέχεια παλεύει να κατανοήσει τι συνέβη, με τους γονείς της να δυσκολεύονται να τη βοηθήσουν. Καταλαβαίνετε ήδη από το premise ότι δεν πρόκειται για τη feelgood ταινία της χρονιάς.
Το σοκαριστικό πρώτο εικοσάλεπτο διαδέχονται μια σειρά από δύσκολες συζητήσεις και σκηνές δυσφορίας, με τον θύτη της επίθεσης να ακολουθεί «φαντασματικά» την ανήλικη κεντρική ηρωίδα. Η πρώτη ώρα παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα, στη συνέχεια δίνεται η εντύπωση της ανάγκης να συμπεριληφθεί κάθε πιθανή κοινωνική παράμετρος που, σεναριακά, μεταφράζεται σε μια μηχανική παράθεση σχετικών επεισοδίων. Μια ατυχέστατη σκηνή δικαστηρίου κινδυνεύει να χαντακώσει το εγχείρημα, ωστόσο έρχεται ένα καθαρτικό φινάλε για να σώσει την παρτίδα.
Αν και ακόμα είναι πολύ νωρίς για να γίνει λόγος για την οσκαρική κούρσα του 2027, η μικρή Mέισον Ριβς και ο Τσάνινγκ Τέιτουμ ως macho πατέρας, που λυγίζει μπρος στην αδυναμία του να διαχειριστεί την ψυχολογική επίπτωση του συμβάντος στο βλαστάρι του, δύσκολα θα μείνουν εκτός προβλέψεων των οσκαρικών αναλυτών. Και το σίγουρο είναι ότι η ταινία θα ανοίξει διάλογο – υπάρχουν πολλά για να κουβεντιάσεις μετά την προβολή.


Αυτό θα ήθελε να πετύχει και το Rosebush Pruning του Καρίμ Αϊνούζ, σε σενάριο του δικού μας Ευθύμη Φιλίππου, αλλά ευτυχώς βρισκόμαστε στο 2026 και κάτι φτηνές προκλήσεις που σε άλλες εποχές τροφοδοτούσαν επικεφαλίδες τύπου «η ταινία-σοκ του φεστιβάλ», πλέον πετυχαίνουν μια τρύπα στο νερό. Υποτιθέμενα πρόκειται για διασκευή του Fists in the Pocket του Μάρκο Μπελόκιο, αλλά έχει τόση σχέση με εκείνη την ταινία, όση τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμεραλντ Φένελ με το βιβλίο της Μπροντέ. Και μιας και αναφέραμε τη Φένελ, καθόλου δεν μας αρέσει το Saltburn της, αλλά μπρος σε αυτή την χοντροκομμένη και μονοσήμαντη «eat the rich» τρολιά, το Saltburn φαντάζει σαν το Θεώρημα του Παζολίνι. Θα μπορούσαμε να της πιστώσουμε ότι αποτελεί τη μοναδική αγγλόφωνη ταινία στο σάουντρακ της οποίας οι Pet Shop Boys συναντούν τον Γιάννη Πουλόπουλο, αλλά θα την κάναμε να ακουστεί πιο διασκεδαστική από όσο είναι στην πραγματικότητα. Μεγάλο κρίμα για το εκλεκτό της καστ που εμπιστεύτηκε τυφλά τον αμφιλεγόμενο Βραζιλιάνο δημιουργό.

Στον κινηματογραφικό αντίποδα του κενού στιλιζαρίσματος και της φαιδρής προβοκάτσιας του Rosebush Pruning βρίσκεται το Loneliest Man in Town, που συνιστά έναν μικρό θρίαμβο της απλότητας. Πρόκειται για μια χριστουγεννιάτικη blues ιστορία στη Βιέννη, με ήρωα έναν γηραιό μπλουζίστα και μοναδικό ένοικο μιας παλιάς πολυκατοικίας που αγοράστηκε από fund, με στόχο να γκρεμιστεί για να ανεγερθούν στη θέση της πολυτελείς κατοικίες. Ο ήρωας δυσκολεύεται να αφήσει τη γωνίτσα του, μα οι άνθρωποι της εταιρείας επιμένουν με κάθε πιθανό τρόπο. Πρωταγωνιστεί ο Αυστριακός μουσικός Αλ Κουκ, υποδυόμενος τον εαυτό του, με την αισθητική της ταινίας να παραπέμπει ευθέως στις γλυκόπικρες δημιουργίες του Άκι Καουρισμάκι. Πέραν των τραγουδιών του (άγνωστου σε μας) καλλιτέχνη, στο σάουντρακ της ταινίας ακούμε από Μα Ρέινι ως Ρόμπερτ Τζόνσον.

Μια άλλη ταινία του προγράμματος που ενδιαφέρει τους μουσικόφιλους είναι το Everybody Digs Bill Evans. Το ασπρόμαυρο φίλτρο με υψηλό contrast, που, μεταξύ άλλων, κάνει τον καπνό να φαίνεται ακόμα πιο πυκνός στην οθόνη, φωνάζει jazz, το χρονικό πηγαινέλα της αφήγησης και τα σύντομα «οπιούχα» ιντερλούδια κατά τις μεταβάσεις έπεισαν την κριτική επιτροπή να δώσει στο σκηνοθέτη Γκραντ Τζι το βραβείο Σκηνοθεσίας, ωστόσο η σημειακή δραματουργία, που εστιάζει περισσότερο στη θλίψη του θρυλικού πιανίστα μετά το θανατηφόρο ατύχημα του μπασίστα του και στις οικογενειακές του σχέσεις, θα σταθεί τροχοπέδη στην επικοινωνία της ταινίας με ένα κοινό πέραν του φεστιβαλικού. Εμφανίζεται κι ο Μπιλ Πούλμαν πάντως, ως πατήρ Έβανς- κι ως γνωστόν, κάθε ταινία που έχει τη σύνεση να φωνάξει τον Μπιλ Πούλμαν στο καστ της, κερδίζει μισό αστεράκι παραπάνω.

Η μουσική πρωταγωνιστεί και στο Zejtune, την καλύτερη μαλτέζικη ταινία που έχω δει ποτέ – το διερεύνησα και, πλην αυτής, έχω παρακολουθήσει άλλες δύο. Ο Άλεξ Καμιλέρι του Luzzu, που είχαμε δει πριν τέσσερα χρόνια στη χώρα μας, χρησιμοποιεί ως μαγιά για την τρυφερή ιστορία του τη ghana. Όχι τη χώρα, αλλά ένα παραδοσιακό είδος τραγουδιού της Μάλτας, που θυμίζει λίγο τα rap battles. Στο πλαίσιο αυτού του ιδιαίτερου μουσικού δρώμενου, δυο τραγουδιστές στέκονται ο ένας απέναντι από τον άλλο και «μονομαχούν» με αυτοσχέδια τετράστιχα, προσπαθώντας να επιβληθούν. Ένας γηραιός θρύλος της ghana θα βοηθήσει την κεντρική ηρωίδα να εντοπίσει τρία ακίνητα που κληρονόμησε από τη μητέρα της, σε περιοχές που ακόμα δεν έχουν κτηματογραφηθεί – είμαστε σίγουροι ότι κάποιοι το διαβάσατε και σάς έπιασε PTSD, ενθυμούμενοι τι περάσατε κατά τις πρωτόγονες διαδικασίες κτηματογράφησης στα μέρη μας. Ταυτόχρονα ηθογραφία, road movie και buddy movie, το Zejtune είναι ένα τρυφερό φιλμ που πιστεύουμε ότι θα αγαπηθεί από όσους θεατές κοντοσταθούν για να ακούσουν το τραγούδι του.

Μένοντας σε ταινίες που μας άφησαν καλές εντυπώσεις, αξίζει να αναφερθούμε στο A Family, που προβλήθηκε στο παράλληλο τμήμα του Generation 14Plus – αλλά, όπως και το Zeijtune, άξιζε μια θέση στο, κατά γενική ομολογία, αδύναμο διαγωνιστικό. Στο φιλμ παρακολουθούμε μια διαδικασία διαζυγίου από την οπτική γωνία δυο παιδιών. Η αφήγηση τεμαχίζεται σε τρία κεφάλαια, με τα δυο πρώτα να εξιστορούν τα γεγονότα από κάθε παιδί ξεχωριστά, αλά Ρασομόν, και το τρίτο να ξεδιαλύνει ένα μικρό μυστήριο που γεννήθηκε στο μεταξύ. Μετρημένο, σίγουρο για κάθε του επιλογή και με μια σκηνή συμφιλίωσης που έρχεται με έναν αρμοστά παιδικό τρόπο, το A Family είναι το είδος της μικρής ταινίας που θα θέλαμε να πετυχαίνουμε συχνότερα σε φεστιβάλ. Βλέπεις, είναι ωραίο να παρακολουθείς στην οθόνη μαγνητικά πρόσωπα – ας μην ξεχνάμε ότι το σινεμά είναι τέχνη (και) προσώπων – αλλά και πλανοθεσία και mise en scene προσεγμένη, εκεί που η μέση αντίστοιχη φεστιβαλική ταινία επιλέγει την αφτιασίδωτη όψη, την κάμερα στο χέρι και, εντελώς κοντόφθαλμα, αντιλαμβάνεται το ψυχογράφημα μόνο ως μια αλληλουχία από ακατέργαστα κοντινά πλάνα. Να, σαν το Enjoy your Stay, καλή ώρα, μια δημιουργία που περιγράφει την καθημερινότητα Φιλιππινέζων καθαριστριών σε σαλέ της Ελβετίας – μια ταινία φεστιβαλικής συνταγής, που νιώθεις ότι έχεις δει άλλες εκατό φορές μόνο μέσα στην τελευταία τριετία.
Κι από την άλλη πετυχαίνεις το Filipinana, μια ταινία με παρόμοια θεματική αλλά και χώρα καταγωγής του εργατικού προσωπικού – εδώ έχουμε Φιλιππινέζες που εργάζονται σε country club και βοηθούν πλούσιους γκόλφερ. Ναι, μπορεί να μοιάζει με εκτεταμένο φιλμ μικρού μήκους – και, όπως ανακαλύψαμε μετά την προβολή, περί τέτοιου πρόκειται- ναι, κάποτε επαναλαμβάνει την ίδια οπτική ιδέα, ωστόσο διαθέτει χιούμορ, μια αξιοσημείωτη και σημειολογικά καίρια τελική σκηνή και είναι σίγουρα ένας τίτλος που αξίζει να αναζητήσουν οι φίλοι του (σκληροπυρηνικού) arthouse cinema, όταν και αν με το καλό προβληθεί σε κάποιο φεστιβάλ ή κυκλοφορήσει σε κανονική διανομή στις εγχώριες αίθουσες.
Η διανομή είναι μια άλλη, πονεμένη ιστορία. Παρακολουθεί κανείς μέσα στα χρόνια διανομείς και πάσης φύσεως buyers να μάχονται να βρουν την «ταινία του φεστιβάλ», να ακολουθούν τον πίνακα με τα αστεράκια (λίγων) κριτικών από το βιομηχανικό περιοδικό Screen Daily σαν ευαγγέλιο για να την εντοπίσουν και να μπαίνουν σε πλειστηριασμό για ταινίες των οποίων η σημασία και ο πολιτιστικός αντίκτυπος περιορίζονται στο πλαίσιο της εκάστοτε φεστιβαλικής διοργάνωσης. Μέχρι να βγουν στις αίθουσες, οι ταινίες αυτές έχουν ξεχαστεί ακόμα κι απ’ τους ίδιους τους (πρόσκαιρα ενθουσιώδεις) αγοραστές τους. Όχι, όμως, κι απ’ τους φουκαράδες τους δημιουργούς τους που, συνεπαρμένοι από τη ζήτηση των φεστιβαλικών ημερών, πιστεύουν ότι τους περιμένει λαμπρή σταδιοδρομία στις αίθουσες ανά τον κόσμο και στη συνέχεια, πλην λιγοστών εξαιρέσεων, προσγειώνονται ανώμαλα. Κι αυτό συμβαίνει συχνότερα όταν αναφερόμαστε σε ένα φεστιβάλ σαν την Berlinale, που έχει τόσο αδύναμο line-up ώστε να ασχολούνται ελάχιστοι, πλην των ανθρώπων της βιομηχανίας, με τις ταινίες του προγράμματος και περισσότεροι με το τι είπε – ή, πιο σωστά, με τι (κακώς) δεν είπε- ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Βιμ Βέντερς, όπως γράψαμε και στην εισαγωγή.
Για την ιστορία, πάντως, ο Βέντερς και τα λοιπά μέλη της κριτικής επιτροπής, απάντησαν στις επικρίσεις, βραβεύοντας με Χρυσή Άρκτο μια ταινία με έντονο πολιτικό πρόσημο, το Yellow Letters του Τούρκου Ιλκέρ Τσατάκ, σκηνοθέτη του εξαιρετικού Teachers’ Lounge. Ένα ζεύγος θεατρικών σκηνοθετών εγνωσμένης αξίας διώκεται από το τουρκικό ολοκληρωτικό καθεστώς, σε μια ταινία που γυρίστηκε στη Γερμανία και χρησιμοποιεί γνώριμες γερμανικές τοποθεσίες ως τουρκικές – όταν τη δείτε, θα καταλάβετε περισσότερα για το συγκεκριμένο εύρημα και για τη συμβολική λειτουργία του. Καλώς ή κακώς, κάποιοι δημιουργοί επιλέγουν να μιλήσουν για την πολιτική μέσω της τέχνης τους, μέσω των ταινιών που γυρίζουν και μέσω εκείνων που επιλέγουν να βραβεύσουν και να προτείνουν στον υπόλοιπο κόσμο.