«Ο περισσότερος χρόνος που σπαταλάω στα social media είναι το TikTok στο κρεβάτι. Το έχω συνδέσει άρρηκτα με το ότι πρέπει να κοιμηθώ μετά», λέει στο WIRED Greece η 25χρονη Φένια.
Η Φένια είχε ξεκινήσει να διαβάζει στο Kindle της για να αποφύγει τη σχεδόν ψυχαναγκαστική αυτή συνήθεια. Γρήγορα, όμως, επέστρεψε στο TikTok. Εκτός αυτού, έχει παρατηρήσει τον εαυτό της να τσεκάρει το κινητό της σε πολλές διαφορετικές φάσεις της καθημερινότητάς της.
«Στα φανάρια ή όταν είμαι κολλημένη στην κίνηση, θα το ανοίξω να δω λίγο τα notifications ή να απαντήσω στο WhatsApp», δηλώνει. «Βέβαια, το κάνω πολύ λιγότερο πια, αφενός γιατί οι κάμερες ελέγχουν για κινητά, αφετέρου γιατί θεωρώ ότι είναι ό,τι χειρότερο μπορώ να κάνω για την ασφάλειά μου».
Τα social media λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε η ευαισθησία των υποδοχέων ντοπαμίνης μας να μειώνεται, με αποτέλεσμα να θέλουμε ακόμα περισσότερο και ακόμα πιο ακραίο περιεχόμενο. Πρόκειται για τον ίδιο μηχανισμό με τον οποίο λειτουργούν και τα ναρκωτικά.
Η Φένια δεν είναι η μόνη. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο και ψυχοθεραπευτή Νέστορα Τζαλίδη, το φαινόμενο αυτό έχει μια νευροβιολογική διάσταση, την οποία πολλοί δεν γνωρίζουν ή έχουν παρανοήσει. «Οι περισσότεροι νομίζουν ότι η ντοπαμίνη έχει να κάνει με την απόλαυση. Καταναλώνεις περιεχόμενο στα social και εκκρίνεται. Στην πραγματικότητα, είναι ο νευροδιαβιβαστής που σχετίζεται με την προσμονή της απόλαυσης», εξηγεί.
Πώς μεταφράζεται, όμως, αυτό στη σχέση μας με το κινητό; Πώς το βιώνουν οι νέοι; Και, άραγε, θα ξαναφάμε μόνοι μας στο τραπέζι, χωρίς να παίζει από πίσω το YouTube;
Όλα είναι βιολογία
Σε κάθε like, κάθε scroll, κάθε επόμενο reel, ο εγκέφαλος δεν ξέρει τι να περιμένει. Έτσι, εκκρίνεται ντοπαμίνη, η οποία, στη συνέχεια, «δένεται» πάνω σε ειδικούς υποδοχείς, – εξειδικευμένες πρωτεΐνες που βρίσκονται στην επιφάνεια των νευρώνων μας.
Υποδοχείς υπάρχουν πολλοί και σε διάφορα σημεία του σώματός μας. Αυτοί που είναι υπεύθυνοι, όμως, για τις γνωστικές μας λειτουργίες, όπως τη μνήμη, τη δημιουργικότητα και τη συγκέντρωση, είναι οι D1 και D5, που βρίσκονται στον προμετωπιαίο φλοιό.
«Πρόκειται για τον CEO του εγκεφάλου. Είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις μας και κυρίως για την αναστολή των παρορμήσεών μας», περιγράφει ο κ. Τζαλίδης. «Η διαμόρφωση του προμετωπιαίου φλοιού ολοκληρώνεται στα 25 έτη». Εκεί, οι υποδοχείς μεταφράζουν το χημικό σήμα της ντοπαμίνης σε μια ηλεκτρική εντολή, πυροδοτώντας την αίσθηση της ευχαρίστησης ή το κίνητρο να λάβουμε μια συγκεκριμένη δράση.
Τα social media λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε η ευαισθησία των υποδοχέων ντοπαμίνης μας να μειώνεται, με αποτέλεσμα να θέλουμε ακόμα περισσότερο και ακόμα πιο ακραίο περιεχόμενο. Πρόκειται για τον ίδιο μηχανισμό με τον οποίο λειτουργούν και τα ναρκωτικά.
«Τα social media είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να τρώνε την ενέργειά μας. Το ενεργειακό μας νόμισμα είναι η προσοχή και ο χρόνος μας, τα οποία είναι και το πιο πολύτιμο αγαθό που έχουμε», τονίζει ο κ. Τζαλίδης.
Εγώ και ο εαυτός μου
Πέρα από τη νευροφυσιολογία, όμως, υπάρχει και μια ψυχοκοινωνική διάσταση στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε το κινητό. «Πολλοί νέοι στην εφηβεία και στην μετεφηβεία χρησιμοποιούν το κινητό ως μηχανισμό συναισθηματικής ρύθμισης», προσθέτει ο κ. Τζαλίδης. «Νιώθω μοναξιά ή πλήξη; Πιάνω το κινητό γιατί με αποσπά. Γιατί είναι μια προσωρινή απόδραση».
Η Φένια, όταν τρώει μόνη της στο σπίτι ή στο γραφείο, συνήθως μπαίνει στο YouTube. Επιλέγει ένα γρήγορο, αστείο βιντεάκι διάρκειας το πολύ 25 λεπτών – όσο περίπου κρατάει και το lunch break της – κυρίως γιατί δεν θέλει να δεσμευτεί με κάτι για το οποίο θα χρειαστεί να ξανανοίξει το iPad ή το κινητό της για να συνεχίσει να το παρακολουθεί.
«Δεν μπορώ να μείνω με τις σκέψεις μου. Ειδικά εν ώρα εργασίας, τρέχουν 100.000 πράγματα στο μυαλό μου, οπότε προτιμώ να δω το πιο χαζό βιντεάκι και να μη σκεφτώ κάτι άλλο»
Ο βασικός, όμως, λόγος που ανοίγει το κινητό εξαρχής είναι γιατί νιώθει άβολα να μείνει μόνη της. «Δεν μπορώ να μείνω με τις σκέψεις μου. Ειδικά εν ώρα εργασίας, τρέχουν 100.000 πράγματα στο μυαλό μου, οπότε προτιμώ να δω το πιο χαζό βιντεάκι και να μη σκεφτώ κάτι άλλο», εξηγεί.
Ο κ. Τζαλίδης τότε κάνει αναφορά στον Naval Ravikant, τον Ινδοαμερικανό επιχειρηματία της Silicon Valley, o οποίος βλέπει το μυαλό σαν ένα τεράστιο κουτί αλληλογραφίας. Όταν μένουμε μόνοι μας, ξαφνικά μας κατακλύζουν σκέψεις – σαν εισερχόμενα email που δεν έχουν απαντηθεί. Όταν κρατάμε το κινητό, αντί να μηδενίσουμε το inbox μας (δηλαδή να έρθουμε αντιμέτωποι με τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας), σκρολάρουμε, καταναλώνουμε και μένουμε απασχολημένοι. Υπάρχει μια εικονική ασφάλεια στην αναβλητικότητα.
Ωστόσο, υπάρχει κι ένας άλλος παράγοντας που κινείται παράλληλα με αυτή, κι αυτός είναι το Fear of Missing Out. Το λεγόμενο FOMO είναι επιστημονικά αχαρτογράφητο ακόμα, αλλά είναι ήδη ξεκάθαρο πώς έχει επηρεάσει τις ζωές μας. «Το να μη νιώθω κοινωνικά απομονωμένος, το να μη χάσω μια εμπειρία, είναι κάτι που διεγείρει τους ανθρώπους», εξηγεί ο κ. Τζαλίδης.
«Αν δω κάποιον σε solo date ή απλά να περιμένει τους φίλους του να έρθουν, δεν θα κάτσει ποτέ τελείως μόνος του», παρατηρεί η Φένια όταν βγαίνει έξω. «Θα είναι πάνω από το κινητό. “Κάτσε να μιλήσω, να βρω κάποιον να πάρω τηλέφωνο, να απαντήσω στο Instagram, να μπω να δω τι έκανε η τάδε”».
Σύμφωνα με τον κ. Τζαλίδη, αυτό ισχύει ακόμα και σε παρέες. Υπάρχουν στιγμές στο καφέ ή στο εστιατόριο, που θα είναι όλοι στο κινητό τους ταυτόχρονα. «Αυτό συμβαίνει γιατί οι νέοι διαμορφώνουν την ταυτότητά τους μέσα από τις αλληλεπιδράσεις με τους ομότιμούς τους, που δεν είναι πλέον τα 5-10 άτομα του κύκλου τους, αλλά χιλιάδες ψηφιακά προφίλ», εξηγεί.
To do or not to do
Βέβαια, πέρα από τη βαρεμάρα, τη συναισθηματική αναβλητικότητα και το FOMO, τείνουμε να πιάνουμε το κινητό στα χέρια μας γιατί έχουμε πειστεί ότι «πρέπει» να είμαστε παραγωγικοί.
«Πολλές φορές σκέφτομαι το “get things done”», παραδέχεται η Φένια, η οποία, πέρα από τις δύο δουλειές της, προσπαθεί να χωρέσει στο πρόγραμμά της ψυχολόγο, μάθημα Γαλλικών, χορωδία, γυμναστήριο και κοινωνική ζωή. «Αν έχω έστω και 10 λεπτά διάλειμμα, θα ανοίξω το κινητό να ολοκληρώσω κάτι, γιατί ξέρω ότι αυτό θα μου γλιτώσει χρόνο από κάτι άλλο μετά».
«Οφείλουμε να καλλιεργήσουμε τα φίλτρα μας και τον τρόπο που λαμβάνουμε την πληροφορία. Και όλα ξεκινούν από το να μάθουμε να οργανώνουμε τις σκέψεις και τον εαυτό μας πρώτα. Πλέον αυτό έχει γίνει πολύ δύσκολο».
Για τον κ. Τζαλίδη, όμως, το να ακούς ένα podcast όσο κάνεις μπάνιο δεν είναι παρά ένας ακόμη δημιουργικός τρόπος να αποφύγεις το συναισθηματικό inbox σου. «Επειδή ακριβώς εκείνη τη στιγμή δεν μπορώ να χαλαρώσω ή να ρυθμίσω το νευρικό μου σύστημα, το νομιμοποιώ λέγοντας: “Α, μα παίρνω καινούργια γνώση”».
Ωστόσο, δεν πρόκειται για οργανωμένη καινούργια γνώση. Παίρνουμε λίγο από δω, λίγο από κει, κι έτσι δημιουργείται ένα πολύχρωμο μωσαϊκό γνώσεων, όπου οι πηγές δεν ελέγχονται, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα χάος.
«Όταν ένα 15χρονο ακούσει ένα podcast όπου κάποιοι μπορεί απλά να λένε τη γνώμη τους, κι αυτό μπορεί να μη τη διασταυρώσει αλλά να τη θεωρήσει νόμο, τότε ελλοχεύει κίνδυνος», τονίζει ο κ. Τζαλίδης. «Οφείλουμε να καλλιεργήσουμε τα φίλτρα μας και τον τρόπο που λαμβάνουμε την πληροφορία. Και όλα ξεκινούν από το να μάθουμε να οργανώνουμε τις σκέψεις και τον εαυτό μας πρώτα. Πλέον αυτό έχει γίνει πολύ δύσκολο».
Είναι απλά μια φάση;
Η Φένια ανήκει στο μεταίχμιο της αναλογικής και της ψηφιακής εποχής. Δεν γεννήθηκε με το κινητό, αλλά αυτό ήρθε πολύ νωρίς στη ζωή της. «Θεωρώ πως είμαστε η γενιά που, κάποια στιγμή, θα αναζητήσει την αποσύνδεση και την απομάκρυνση από την παγκοσμιοποίηση. Θα κλείσει τα social, θα θελήσει την ηρεμία», λέει γεμάτη ελπίδα, ταυτόχρονα τρέφοντας αμφιβολία για τις επόμενες γενιές.
«Τα social μπορεί να είναι δωρεάν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι τζάμπα. Αν αυτή τη στιγμή χάσεις χρήματα, μπορείς να τα ξανακερδίσεις. Τον χαμένο χρόνο, όμως, τον έχεις χάσει για πάντα.»
Ο κ. Τζαλίδης πιστεύει, όμως, ότι ακόμα και για παιδιά μικρότερων ηλικιών το πρόβλημα αντιμετωπίζεται. Πρωταρχική ευθύνη έχουν οι γονείς, οι οποίοι οφείλουν να δώσουν το παράδειγμα και να σταματήσουν οι ίδιοι να σκρολάρουν ατέρμονα μπροστά στα παιδιά τους.
Σημαντικό είναι επίσης να θεσπιστούν χώροι και χρονικές περίοδοι χωρίς κινητό, όπως η ώρα του φαγητού με την οικογένεια. Άλλη χρήσιμη παρέμβαση μπορεί να αποτελέσει και η ενεργοποίηση της ασπρόμαυρης λειτουργίας στην οθόνη του κινητού. Σε αντίθεση με τα έντονα χρώματα και τα οπτικά ερεθίσματα που μας τραβάνε την προσοχή συνεχώς, μια ασπρόμαυρη οθόνη μάλλον δεν θα είναι τόσο θελκτική. Σε κάθε περίπτωση, η καθολική απαγόρευση του κινητού δεν είναι η λύση.
«Το κινητό, όπως και το AI, έχουν έρθει για να μείνουν. Σκοπός δεν είναι να τα αναχαιτίσουμε, αλλά να τα πλαισιώσουμε, μέχρι να έχουμε εμείς το πάνω χέρι και όχι αυτά», υπογραμμίζει ο κ. Τζαλίδης.
«Εκτός αυτού, τα social μπορεί να είναι δωρεάν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι τζάμπα. Αν αυτή τη στιγμή χάσεις χρήματα, μπορείς να τα ξανακερδίσεις. Τον χαμένο χρόνο, όμως, τον έχεις χάσει για πάντα. Γι’ αυτό και χρειάζεται να τον επενδύουμε σοφά».