«Έσβησα τα social media από το κινητό μου. Σίγουρα το προτείνω». To Χ μού έστειλε ειδοποίηση, για να διαβάσω αυτή την ανάρτηση του ηθοποιού Roger Clark, γνωστού από το Red Dead Redemption 2. Ο αλγόριθμος δεν ήξερε ότι πριν λίγα μόλις λεπτά είχα μιλήσει στο τηλέφωνο με ένα ζευγάρι που έκανε ακριβώς το ίδιο: έσβησε τα social media.
Καλά, ίσως και να το ήξερε. Η χρονική συγκυρία μπορεί να είναι αποτέλεσμα σύμπτωσης ή δουλειά ενός αλγόριθμου που δεν σταματάει ποτέ και πουθενά, προσπαθώντας να προσαρμόσει και να εξατομικεύσει κάθε πτυχή της ψηφιακής ζωής σου. Λίγη σημασία έχει αυτό, στην προκειμένη περίπτωση, αλλά λειτούργησε σαν υπενθύμιση. Είμαστε, πλέον, βαθιά χωμένοι στα social media, τα οποία έχουν αλλάξει αρκετά τα τελευταία χρόνια. Όχι πάντα με ευπρόσδεκτο τρόπο.
Ο αλγόριθμος τύπου TikTok και Instagram Reels λειτουργεί στη βάση της «μεταβλητής ανταμοιβής» – του ίδιου ακριβώς μηχανισμού που καθιστά εθιστικά τα τυχερά παιχνίδια. Ο εγκέφαλος δεν ξέρει αν το επόμενο βίντεο θα του προκαλέσει γέλιο, έκπληξη ή θυμό, και αυτή η αβεβαιότητα πυροδοτεί εκρήξεις ντοπαμίνης, εγκλωβίζοντας τον χρήστη σε ένα ασταμάτητο σκρολ.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, πάντως, κάποιοι αντιτίθενται. Έχουμε ακούσει για κόσμο που κλείνει τα social media, για κοινότητες που τα αποφεύγουν, για μαγαζιά που απαγορεύουν τα κινητά και για μια συνειδητή στροφή σε παλιότερες τεχνολογίες.
Δεν χρειάζεται να πας μακριά. Ένα ζευγάρι millennials στην Αθήνα περιγράφει στο WIRED Greece πλήρως τη σύγχρονη πραγματικότητα, μιλώντας για το πώς έσβησε κάποιες εφαρμογές από το smartphone. Η εμπειρία τους δείχνει πως, πλέον, δεν ψάχνουν όλοι για έναν τρόπο να απομακρυνθούν γενικά από τα social media. Θέλουν να ξεφύγουν από συγκεκριμένες πτυχές τους. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα reels και τα σύντομα βίντεο.
Ο Απόστολος δεν είχε ποτέ TikTok. Το Instagram το έσβησε από το κινητό του πριν από δύο χρόνια και από τότε μπαίνει μόνο από τον υπολογιστή, πού και πού, μόνο για να τσεκάρει μηνύματα. Έχει δοκιμάσει και διάφορα τρικ, όπως το να κάνεις ασπρόμαυρη την οθόνη για να γίνει το σκρολάρισμα λιγότερο δελεαστικό. «Δυστυχώς δεν λειτουργεί τίποτα», λέει. Τίποτα, εκτός από το να μην έχεις καθόλου την εφαρμογή στο κινητό.
Ο James, 30 ετών, οριακά millennial, έχει κόψει το TikTok εδώ και ενάμιση χρόνο. Το Instagram το είχε διαγράψει από το κινητό για μήνες, αλλά πρόσφατα το ξανακατέβασε, «κυρίως για κοινωνικούς λόγους», όπως λέει. Το πείραμα, παραδέχεται, «έχει πάει μάλλον μέτρια».
Οι δύο τους συγκατοικούν και η απόφαση να αποσυνδεθούν δεν ήρθε με κάποια δραματική αφορμή. Ήταν κάτι που συσσωρευόταν σιγά-σιγά. «Είναι η δεύτερη φορά που το προσπαθώ. Τώρα ήμουν πιο κατασταλαγμένος, έβλεπα ότι χάνω πάρα πολύ χρόνο και νιώθω χειρότερα», λέει ο James. «Εξαντλεί την ενέργεια, την όρεξη».
Το πρόβλημα έχει όνομα: short-form videos
Και οι δύο εντοπίζουν την τομή στο ίδιο σημείο: τα βίντεο μικρής διάρκειας, μια τάση που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια και εξαπλώνεται σε πολλές πλατφόρμες. «Από τότε που μπήκαν τα short-form videos, όταν βαριέσαι σε πιάνει αυτό το πράγμα… και θα περάσει μισή, μία ώρα πριν κοιμηθείς», λέει ο Απόστολος. «Και μετά λες “είναι ό,τι χειρότερο”».
«Γενικά το short-form content είναι πολύ προβληματικό. Είναι αυτό το content που είναι πολύ high dopamine», συμπληρώνει ο James. «Σκρολάρεις συνέχεια και όλο έχει κάτι καινούργιο και ενδιαφέρον ή αστείο. Είναι πολύ εθιστικό, κολλάς».
O μέσος χρήστης του ίντερνετ παγκοσμίως περνά 141 λεπτά την ημέρα στα social media — σχεδόν δυόμισι ώρες, κάθε μέρα.
Η παρατήρησή τους δεν είναι απλώς μια υποκειμενική αίσθηση. Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερες μελέτες εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα short-form videos επηρεάζουν την προσοχή και τη συμπεριφορά των χρηστών.
Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο αλγόριθμος τύπου TikTok και Instagram Reels λειτουργεί στη βάση της «μεταβλητής ανταμοιβής» – του ίδιου ακριβώς μηχανισμού που καθιστά εθιστικά τα τυχερά παιχνίδια. Ο εγκέφαλος δεν ξέρει αν το επόμενο βίντεο θα του προκαλέσει γέλιο, έκπληξη ή θυμό, και αυτή η αβεβαιότητα πυροδοτεί εκρήξεις ντοπαμίνης, εγκλωβίζοντας τον χρήστη σε ένα ασταμάτητο σκρολ.
Το 2021, ερευνητές δημοσίευσαν στο περιοδικό NeuroImage μια μελέτη fMRI στην οποία συμμετέχοντες έβλεπαν βίντεο του TikTok μέσα σε μαγνητικό τομογράφο. Όταν τα βίντεο ήταν εξατομικευμένα —επιλεγμένα από τον αλγόριθμο ειδικά για τον χρήστη— ενεργοποιούνταν εντονότερα το κύκλωμα ανταμοιβής του εγκεφάλου, το ίδιο δίκτυο που εμπλέκεται στους εθισμούς σε ουσίες.
Όσο για τη «μισή, μία ώρα» που περιγράφει ο Απόστολος, μάλλον είναι συντηρητική εκτίμηση: σύμφωνα με τη Statista, ο μέσος χρήστης του ίντερνετ παγκοσμίως περνά 141 λεπτά την ημέρα στα social media — σχεδόν δυόμισι ώρες, κάθε μέρα.
Πότε αρχίζεις να νιώθεις καλύτερα
Στην ερώτησή μου για το πότε αρχίζει κανείς να βλέπει βελτίωση στη ζωή του, η απάντηση εκπλήσσει.
Ο James θεωρεί ότι η βελτίωση είναι άμεση: η κούραση και η έλλειψη όρεξης που ακολουθούν το πολύωρο σκρολάρισμα αρχίζουν να χάνονται από την πρώτη μέρα. Το δύσκολο είναι αλλού. «Το κομμάτι της συνήθειας, ότι σου λείπει. Οπότε είναι πιο εύκολο να ξαναρχίσεις». Το πραγματικό κέρδος, λέει, φαίνεται «μετά τον έναν μήνα, το πολύ», όταν έχει θολώσει η σύγκριση του «μετά» με το «πριν».
Ο Απόστολος εστιάζει στην επίγνωση των συναισθημάτων: «Καταλαβαίνεις καλύτερα την όρεξή σου αφού σου λείψει, γιατί έχεις πλέον την αντιδιαστολή. Οι περισσότεροι άνθρωποι ξυπνάνε, βλέπουν μισή ώρα reels και μετά είναι σαν ζόμπι όλη μέρα, χωρίς να μπορούν να συνδέσουν τα δύο γεγονότα».
«Τα reels που βλέπω στο Instagram τα έχω ξεχάσει στα επόμενα δέκα λεπτά. Δεν μου δίνει τίποτα. Υπάρχει διάσπαση προσοχής. Οπότε, ακόμη κι αν δεν κάνεις κάτι σούπερ παραγωγικό, αν απλά κάνεις κάτι πιο “αργό”, μιας προηγούμενης γενιάς, είναι μακράν καλύτερο».
Η επιστήμη επιβεβαιώνει ότι ακόμη και πολύ μικρότερα διαλείμματα μετράνε. Σε μελέτη του Πανεπιστημίου του Bath που δημοσιεύτηκε το 2022, 154 συμμετέχοντες με μέση ηλικία 29,6 ετών —ακριβώς η ηλικιακή ομάδα του James και του Απόστολου— χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία σταμάτησε Facebook, Instagram, Twitter και TikTok για μία εβδομάδα, η άλλη συνέχισε κανονικά. Μετά από μόλις επτά ημέρες, η ομάδα της αποχής εμφάνισε σημαντική βελτίωση στην ευεξία και μείωση σε συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.
Ο Απόστολος προσθέτει και μια πιο πρακτική διάσταση: τον χρόνο. «Αν βάλεις κάτω τις ώρες εβδομαδιαία, μία ώρα τη μέρα, σε βάθος πενταετίας κερδίζεις πολύ». Δεν ισχυρίζεται ότι όποιος κόβει τα reels ξεκινά αυτομάτως τρία χόμπι και γυμναστήριο. «Αλλά μπορεί να το αντικαταστήσεις με κάτι έστω λιγότερο καταστροφικό». Μάλιστα, φέρνει ως παράδειγμα το Twitter και τις ταινίες: δεν είναι κάθε δραστηριότητα στην οθόνη εξίσου παθητική ή προβληματική. «Τα reels που βλέπω στο Instagram τα έχω ξεχάσει στα επόμενα δέκα λεπτά. Δεν μου δίνει τίποτα. Υπάρχει διάσπαση προσοχής. Οπότε, ακόμη κι αν δεν κάνεις κάτι σούπερ παραγωγικό, αν απλά κάνεις κάτι πιο “αργό”, μιας προηγούμενης γενιάς, είναι μακράν καλύτερο».
Ο James, από την πλευρά του, μετρά τα κέρδη σε συγκέντρωση: «Στη δουλειά μου είμαι πιο focused και πιο παραγωγικός». Διαβάζει περισσότερα βιβλία —«μην φανταστείς κάτι φοβερό»— και περνά τον χρόνο του πιο κοινωνικά.
Ούτε εδώ η εμπειρία τους είναι μεμονωμένη: συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε το 2026 στο International Journal of Adolescence and Youth κατέληξε ότι ο εθισμός στα βίντεο μικρής διάρκειας υπονομεύει σταθερά σχεδόν κάθε πτυχή της προσοχής — από τη συγκέντρωση και το εύρος της μέχρι τον έλεγχό της.
«Είναι λίγο σαν μικρο-εθισμός»
Όταν ο James εξηγεί γιατί δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το Instagram μόνο για μηνύματα, περιγράφει ουσιαστικά μια παγίδα σχεδιασμού: «Θα σου στείλει κάποιος ένα reel και μετά, καθώς σκρολάρεις, έχεις γίνει hooked, γιατί βλέπεις το επόμενο και το επόμενο». Η επικοινωνία με φίλους στο εξωτερικό —ο λόγος που ξανακατέβασε την εφαρμογή— περνά μέσα από την ανταλλαγή βίντεο. Η πλατφόρμα σε κρατά μέσα στο περιβάλλον της ακόμη κι όταν εσύ θες μόνο να πεις ένα γεια.
Είναι, όμως, όλα ρόδινα στον κόσμο εκτός των social media; Ο James παραδέχεται πως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το κομμάτι της κοινωνικής δικτύωσης, ειδικά με ανθρώπους που βρίσκονται μακριά.
«Μου έλειπε το connection με κάποιους φίλους που μένουν στο εξωτερικό. Η ανταλλαγή των Reels κάνει την επικοινωνία τόσο εύκολη, γιατί στέλνεις κάτι που ξέρεις ότι θα αρέσει στον άλλον και κρατάς μια επαφή ζωντανή χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Αν αφαιρέσεις αυτή τη δυνατότητα, νιώθεις λιγότερο συνδεδεμένος».
Μπορείς, άραγε, να κρατήσεις μόνο το chat του Instagram χωρίς να πέσεις στην παγίδα του scroll;
«Θεωρώ πως η απάντηση είναι όχι», λέει ο James.
Ο Απόστολος πάει το επιχείρημα ένα βήμα παραπέρα, με μια σύγκριση που ο ίδιος χαρακτηρίζει «ελαφρώς υπερβολική»: «Έχει τα χαρακτηριστικά του εθισμού και των ναρκωτικών. Είναι ο ίδιος λόγος που όσοι κόβουν το τσιγάρο ή το αλκοόλ δεν πρέπει να είναι κοντά σε καπνιστές. Είναι ο ίδιος μηχανισμός».
Δεν είναι μόνος του σε αυτό. Η Anna Lembke, ψυχίατρος του Στάνφορντ και επικεφαλής της κλινικής εθισμών του πανεπιστημίου, έχει χτίσει πάνω σε αυτή την αναλογία ολόκληρο βιβλίο — το «Dopamine Nation», που ο James διαβάζει αυτή την περίοδο. Η Lembke, που πρόσφατα μίλησε στο WIRED Greece, περιγράφει το smartphone ως «σύγχρονη υποδερμική βελόνα» και εξηγεί πώς το συνεχές, εύκολα διαθέσιμο ερέθισμα υψηλής ντοπαμίνης απορρυθμίζει το σύστημα ανταμοιβής, με τον ίδιο βασικό μηχανισμό που λειτουργούν οι ουσίες. Νεότερα ευρήματα δείχνουν μάλιστα ότι άνθρωποι με συμπτώματα εθισμού στα short videos παίρνουν πιο παρορμητικές αποφάσεις και εμφανίζουν μειωμένη ευαισθησία στις απώλειες — μοτίβο γνωστό από τη συμπεριφορά παικτών τυχερών παιχνιδιών.
Ο Απόστολος συμφωνεί με αυτή την προσέγγιση: «Παντού στον κόσμο μας τα πράγματα γίνονται πιο γρήγορης κατανάλωσης – στο fast food, στη μουσική με το streaming, ακόμα και στα ναρκωτικά. Το ίδιο έγινε και με τα βίντεο».
Η δυναμική της σχέσης offline και το «χαμένο skill» της βαρεμάρας
Όταν ρωτάω τον James και τον Απόστολο πώς αυτή η αλλαγή επηρέασε τη μεταξύ τους σχέση, η απάντηση αναδεικνύει μια σημαντική αλήθεια για τη συντροφικότητα στην ψηφιακή εποχή.
«Συνειδητοποιήσαμε ότι μας βοήθησε πολύ το ότι συγκατοικούμε», λέει ο Απόστολος. «Αν ζεις μόνος σου, είναι πιο δύσκολο να γεμίσεις το κενό. Στη σχέση μας, η αλλαγή φάνηκε και ατομικά –καθώς ο καθένας έχει πιο καθαρό μυαλό, ενέργεια και όρεξη– αλλά και πρακτικά. Αντί να κάτσουμε να σαπίσουμε στο κινητό, θα δούμε κάτι μαζί, θα πάμε μια βόλτα. Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο impact (αντίκτυπος)».
Αυτή η «αναγκαστική» στροφή φέρνει στην επιφάνεια μια άλλη μεγάλη απώλεια της γενιάς μας: την ικανότητα να βαριόμαστε. Ερευνητές που μελετούν το φαινόμενο υποστηρίζουν ότι όταν ο εγκέφαλος δεν βομβαρδίζεται συνεχώς από νέα ερεθίσματα, έχει περισσότερο χώρο για «περιπλάνηση» του νου, μια νοητική κατάσταση που έχει συνδεθεί με τη δημιουργική σκέψη και την παραγωγή νέων ιδεών. Η σχέση δεν είναι απόλυτη. Η βαρεμάρα δεν οδηγεί πάντα σε δημιουργικότητα, αλλά όλο και περισσότερες μελέτες εξετάζουν πώς η απουσία συνεχούς ψηφιακής διέγερσης μπορεί να ευνοεί αυτές τις εσωτερικές νοητικές διεργασίες
Ζωή χωρίς feed
Στο τέλος, η συνολική αποτίμηση των δύο είναι ομόφωνη και χωρίς δισταγμό: η ζωή τους έγινε καλύτερη. Με αστερίσκους —την επικοινωνία που θέλει περισσότερο κόπο, τον πειρασμό της επανεγκατάστασης— αλλά σαφώς καλύτερη.
Η εμπειρία του James και του Απόστολου δείχνει ότι η ζωή χωρίς Instagram και TikTok όχι μόνο είναι εφικτή, αλλά μπορεί να προσφέρει μια σαφή αναβάθμιση στην ποιότητα της καθημερινότητας, της συγκέντρωσης και των σχέσεων. Το τίμημα είναι μια αίσθηση κοινωνικής αποσύνδεσης, η οποία όμως μπορεί να εξισορροπηθεί αν μεταφέρεις τις σημαντικές επαφές σε messaging apps (όπως το WhatsApp) που δεν διαθέτουν αλγόριθμο ροής βίντεο.
«Καμιά φορά το ξανακατεβάζω. Το έχω κάνει τρεις, τέσσερις, πέντε φορές. Βλέπω για λίγο βίντεο, σιχαίνομαι και το ξανασβήνω», καταλήγει ο Απόστολος, παρομοιάζοντας την εμπειρία με κάποιον που έκοψε το τσιγάρο και πλέον τον ενοχλεί ο καπνός.