Τα όρη της Λουσατίας είναι μια μικρή, κατάφυτη οροσειρά στην Κεντρική Ευρώπη, αλλά και το φυσικό σύνορο μεταξύ της Γερμανίας και της Τσεχίας. Εκεί μπορεί κανείς να επανασυνδεθεί με τη φύση, να εισπνεύσει καθαρό αέρα και να κάνει πεζοπορία. Μπορεί όμως και να παρατήσει για μία εβδομάδα το κινητό του, σε ένα διαφορετικού είδους retreat.
Το Analog Minds είναι μια «κατασκήνωση» δύο ώρες βόρεια της Πράγας. Μεταξύ 26 Ιουλίου και 1ης Αυγούστου θα φιλοξενήσει 20 άτομα που θέλουν να έρθουν πιο κοντά στη φύση, να μοιραστούν τις σκέψεις τους πάνω σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και, πάνω από όλα, να αποδεσμευτούν – έστω και λίγο – από τις καθημερινές πιέσεις της ψηφιακής εποχής.
Η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας είναι να μην πληρώνουμε ακριβά για να δραπετεύουμε από τον ψηφιακό κόσμο για λίγες μέρες, αλλά να βρούμε το σθένος να ζήσουμε έστω και λίγο αναλογικά μέσα σε μια καθημερινότητα που γίνεται όλο και πιο δυστοπική.
Ενώ δεν πρόκειται για το απόλυτο ψηφιακό σκοτάδι – καθώς οι συμμετέχοντες θα έχουν πρόσβαση στο κινητό τους για μία ημέρα από τις συνολικά έξι – η επιστροφή στο αναλογικό φαντάζει πιο επιτακτική από ποτέ. Το ζήτημα είναι αν πρόκειται για μια πρόσκαιρη τάση ή για μια αληθινή ανάγκη.
Το τίμημα της «ελευθερίας» είναι 290 ευρώ

Στο Analog Minds, οι συμμετέχοντες θα μπορούν, μεταξύ άλλων, να παρατηρήσουν τα αστέρια δίπλα στη φωτιά και να μαγειρέψουν μαζί. Εκτός αυτού, όμως, η διοργάνωση θέλει να βάλει τους ανθρώπους να σκεφτούν, χωρίς την ασφάλεια και την ευκολία που προσφέρει μια αναζήτηση στο Google ή στο ChatGPT.
Αυτό το εγχείρημα θα φέρουν εις πέρας δύο ακαδημαϊκοί: ο Pieter Vanhuysse, καθηγητής πολιτικής οικονομίας και πρόεδρος του Danish Institute for Advanced Study, και ο Raanan Sulitzeanu-Kenan, καθηγητής δημόσιας πολιτικής στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.
Στόχος τους είναι να εισαγάγουν τους συμμετέχοντες σε διάφορα θέματα και ιδέες, να τους προτείνουν αναγνώσματα και να τους προσκαλέσουν να ακονίσουν την κριτική τους σκέψη – σε μια εποχή που το καθεστώς της τεχνο-φεουδαρχίας μας έχει στερήσει την αυτονομία, την ευημερία και την αυτενέργειά μας.
Για 290 ευρώ, ο κάθε συμμετέχων θα μοιράζεται μια ξύλινη καλύβα με άλλα 2–3 άτομα, θα έχει πρόσβαση σε σάουνα και θα απολαμβάνει 6 πρωινά και μεσημεριανά γεύματα. Όσο για τα βραδινά, θα κληθεί να τα μαγειρέψει από το μηδέν μαζί με την υπόλοιπη ομάδα – εκτός αν προτιμά να βγει έξω, με το κοντινότερο εστιατόριο να βρίσκεται σε ακτίνα 5 χιλιομέτρων. Οι αιτήσεις είναι ακόμα ανοιχτές, με τη θερμή παράκληση των διοργανωτών να μη χρησιμοποιηθεί AI για το μικρό συνοδευτικό κείμενο που ζητείται.
Το θετικό με το συγκεκριμένο camp είναι ότι είναι ρεαλιστικό και η τιμή του δεν είναι απαγορευτική. Δεν σε πετάει στα βαθιά μιας απόλυτης ψηφιακής αποτοξίνωσης, δεν σε περιορίζει χωροταξικά, ούτε οικειοποιείται ξένες κουλτούρες α λα Julia Roberts στο Eat, Pray, Love. Αποτελεί, όμως, απόδειξη ότι η δίψα για το αναλογικό επιστρέφει – και το Analog Minds δεν είναι το μόνο παράδειγμα, ούτε το πρώτο.
Θα είμαστε πάντα δέσμιοι της τεχνολογίας;

Πίσω στο μακρινό 2011, ο Levi Felix δούλευε 70 ώρες την εβδομάδα για μια τεχνολογική startup, μέχρι που κατέληξε στο νοσοκομείο. Τότε αποφάσισε να ιδρύσει το «Camp Grounded», την πρώτη μεγάλη εμπορική διοργάνωση ψηφιακής αποτοξίνωσης στην Αμερική, όπου άφηνες το κινητό σου στην άκρη έναντι 570 δολαρίων.
Το πρώτο camp πραγματοποιήθηκε το 2012. Οι κατασκηνωτές έπρεπε να παραδώσουν όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές τους σε μια πλαστική σακούλα «βιολογικού κινδύνου» πριν ξεκινήσει το τετραήμερο. Επιπλέον, απαγορευόταν να αναφέρουν το πραγματικό τους όνομα ή το επάγγελμά τους – οτιδήποτε δηλαδή θα θύμιζε εταιρική εκδήλωση networking.
Το camp παρείχε χώρο και χρόνο για διαλογισμό, καταγραφή σκέψεων και συναισθημάτων σε χαρτί, καθώς και όλες τις κλασικές αθλητικές και ομαδικές δραστηριότητες μιας παραδοσιακής κατασκήνωσης. Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, ήταν η ίδια η θεώρηση του αναλογικού σε ένα τέτοιο πλαίσιο – ένα ερώτημα που ανέκυψε από σχετική έρευνα αλλά και από τις μαρτυρίες των ίδιων των συμμετεχόντων.
Τη δεύτερη ημέρα του camp λάμβανε χώρα ένα «σιωπηλό γεύμα» (silent dinner). Με το χτύπημα ενός γκονγκ, οι συμμετέχοντες καλούνταν να αφουγκραστούν τη φύση, προωθώντας ταυτόχρονα το συνειδητό μάσημα κάθε μπουκιάς, καθώς και την απόλαυση της υφής και της γεύσης του φαγητού.
Στο camp υπήρχαν επίσης χώροι αφιερωμένοι στη ζωγραφική, τα επιτραπέζια και τα αθλήματα, με την ταμπέλα «FOMO-free playshops». Για όσους δεν γνωρίζουν, το Fear Of Missing Out είναι ο φόβος του να χάνεις κάτι – συναίσθημα που νιώθεις, για παράδειγμα, όταν δουλεύεις Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα που βράζει και βλέπεις stories φίλων σου από την Ελαφόνησο.
Τέλος, υπήρχε η δυνατότητα μιας ιδιότυπης ιδιωτικής «αλληλογραφίας» αλλά και γραπτές ερωταπαντήσεις μεταξύ των συμμετεχόντων σε έναν μεγάλο μαυροπίνακα που ονομαζόταν «Human Search Engine» (Ανθρώπινη Μηχανή Αναζήτησης).
Ωστόσο, η συγκεκριμένη τελετουργία πίσω από το ενσυνείδητο γεύμα, οι FOMO-free γωνιές αλλά και η «Ανθρώπινη Μηχανή Αναζήτησης» είναι κάτα κύριο λόγο ψηφιακά μέσα που επανεφευρίσκονται και αναδιαμεσολαβούνται με αναλογικούς όρους.
Παράλληλα, η «τεχνοσταλγία» που επεδίωκε να καλλιεργήσει το camp δεν αφορούσε μόνο την αναβίωση παιδικών αναμνήσεων, αλλά και την επαναφορά των ίδιων των παλιών μέσων – όπως η γραφομηχανή – τεχνολογίες που σήμερα απλώς έχουν αντικατασταθεί από νεότερες.
Η βιομηχανία της αποτοξίνωσης
Από εξειδικευμένες συσκευές και εφαρμογές, μέχρι εταιρικές συνεδρίες διαλογισμού και εναλλακτικές μορφές τουρισμού, η βιομηχανία της ψηφιακής αποτοξίνωσης ήρθε για να μείνει.
Ο κόσμος επιζητά απεγνωσμένα να πληρώσει για να ξεφύγει από την τεχνολογία που τον κρατά δέσμιο. Η αγορά του digital detox άγγιξε τα $2,7 δισεκατομμύρια το 2025 και εκτιμάται ότι θα διπλασιαστεί μέχρι το 2033.
Αντίστοιχες πρωτοβουλίες εμφανίζονται πλέον και στην Ελλάδα, προσφέροντας ακόμα και ημερήσια πακέτα. Ένα τέτοιο πρόγραμμα στο Digital Detox RETREATS ξεκινά στις 10 το πρωί με διαλογισμό, συνεχίζει με περίπατο στη φύση, «συνειδητό γεύμα» και καλλιτεχνικά εργαστήρια, και ολοκληρώνεται το απόγευμα με αποφορτιστική γιόγκα και την επιστροφή των συσκευών στους κατόχους τους.
Εκτός από την αγορά που γιγαντώνεται, τα digital detox retreats αποτελούν πλέον συχνό αντικείμενο δημόσιου διαλόγου, με τις απόψεις να διίστανται. Σε ένα σχετικό Reddit thread ο χρήστης mei_ling_tsai αναφέρει ότι τρεις ημέρες στο Μπαλί χωρίς κινητό και λάπτοπ τού «καθάρισαν το μυαλό».
Αντιθέτως, ένας άλλος χρήστης σχολιάζει: «Για μένα ένα retreat δεν αρκεί. Είναι σαν να πίνεις δηλητήριο, να σταματάς για 3 μέρες και μετά να επιστρέφεις σε αυτό. Το σημαντικό είναι να παίρνεις αποφάσεις ζωής – να φτάσεις στο σημείο να χρησιμοποιείς το κινητό 1-2 ώρες την ημέρα».
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας είναι να μην πληρώνουμε ακριβά για να δραπετεύουμε από τον ψηφιακό κόσμο για λίγες μέρες, αλλά να βρούμε το σθένος να ζήσουμε έστω και λίγο αναλογικά μέσα σε μια καθημερινότητα που γίνεται όλο και πιο δυστοπική.