Λίγο αν σε ενδιαφέρει το σινεμά, τις τελευταίες μέρες πέφτεις σε συζητήσεις επί συζητήσεων για αυτές τις δύο ταινίες δημιουργών με καταβολές απ’ το Youtube, oι οποίες κονιορτοποίησαν τις προβλέψεις των αναλυτών του box-office, αψήφησαν τον παγιωμένο τρόπο λειτουργίας της βιομηχανίας εδώ και αρκετά χρόνια και, πρακτικά, αντανακλούν την κόπωση του κοινού με αυτό τον τρόπο, απευθύνοντας κάλεσμα σε παραγωγούς κι executives να τους ακούσουν. Επειδή οι τελευταίοι έχουν short-term memory, κατά τη γνώμη μου θα χρειαστούν και μερικές ακόμα ηχηρές αποτυχίες προκάτ blockbuster για να γυρίσει ο τροχός, ωστόσο, οι φαν του horror μπορούμε να ελπίζουμε σε μέρες αφθονίας και οι φαν του κινηματογράφου σε ένα πιο ριψοκίνδυνο στουντιακό σινεμά.
Το κρίσιμο ερώτημα των ημερών, όμως, είναι το εξής: Backrooms ή Obsession; Επειδή εδώ στο WIRED Greece μας αρέσουν οι δημοκρατικοί θεσμοί, αποφασίσαμε να συνθέσουμε ένα μικρό «εκλογικό σώμα» για να αποφανθεί, εγκαινιάζοντας έτσι και μια νέα, μηνιαία στήλη που θα θέτει ανάλογα κινηματογραφικά διλήμματα στους συμμετέχοντες. Κι επειδή μας αρέσει ΚΑΙ η διαφάνεια, να ενημερώσουμε ότι ο υπογράφων υποβάλλει την ψήφο του στα γραφεία του WIRED πριν καν καλέσει τους «ψηφοφόρους» να επιλέξουν τον νικητή. Αφού, λοιπόν, ξεκαθαρίσαμε αυτά τα ολίγα επί της διαδικασίας, ώστε να αποφευχθούν ενστάσεις από τους «εκλογικούς αντιπροσώπους» των social media, μπορούμε να περάσουμε στην ουσία του πράγματος και να δώσουμε τον λόγο στους συμμετέχοντες.
Μάντυ Βλασσοπούλου
Κριτικός Κινηματογράφου «Exodos»

Όταν πρωτοακούστηκε ότι θα γυριστεί μια παραγωγή εμπνευσμένη από το 4chan, σκηνοθετημένη από έναν 18χρονο με την Α24 από πίσω της άρχισα να αναρωτιέμαι πού θα βρω ένα τόσο μικρό καλάθι που να χωρά τις ακόμη πιο μικροσκοπικές μου προσδοκίες. Τρία χρόνια μετά, ο Κέιν Πάρσονς μας παρέδωσε ένα αντισυμβατικό χόρορ με πολύ καλές ερμηνείες, βαρβάτο lore – απ’ ό,τι λέει ο νεαρός σκηνοθέτης, είδαμε μόνο μια γωνιά του σύμπαντος της ταινίας, της οποίας η μυθολογία ξεπερνά τις 70 σελίδες- και ένα πραγματικά ιδιαίτερο ύφος. Αλλά δεν είμαι εδώ για να μιλήσω για το Backrooms.
To Obsession ή αλλιώς, η απάντησή μου σε αυτό το δύσκολο μεν, εντελώς ξεκάθαρο δε δίλημμα, καταφέρνει να ενσαρκώσει μισο-κωμικά, μισο-απειλητικά το τι σημαίνει να σε γουστάρει ο ψιλοπερίεργος κολλητός σου. Για να το καταφέρει αυτό, βρίσκει τρόπους να κατασκευάσει τον τρόμο μέσα στις πιο απλές και καθημερινές στιγμές, αξιοποιώντας τη σκιά και την ένταση της σιωπής. Ενώ η ιδέα των Backrooms είναι από τη σύλληψή της δυσοίωνη και αγχωτική, το Obsession πατάει σε μια στερεοτυπική αποτύπωση της «προσκολλημένης» θηλυκότητας και την πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα σε ανατριχίλα, με την καταπληκτική Ιnde Navarrette να την απογειώνει εντελώς. Αλλά, αυτό που μου αρέσει περισσότερο απ’ όλα στo Οbsession είναι η αίσθηση ότι θα πρέπει να προσπαθήσουν πολύ, πάρα πολύ για να καταφέρουν να βγάλουν άλλο ένα κακογραμμένο και ξεχειλωμένο σίκουελ.
Ψηφίζει: Obsession
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Kριτικός Κινηματογράφου «News 24/7»

Δε φανταζόμουν ότι θα έβλεπα ταινία τρόμου που θα με ιντρίγκαρε περισσότερο κι από το Backrooms αυτό το καλοκαίρι και, για να είμαι ειλικρινής, ακόμα δεν ξέρω αν το Obsession όντως με ιντριγκάρει περισσότερο. Το Backrooms είναι βέβαιο μελλοντικό σημείο αναφοράς στο είδος του τρόμου, στην αποτύπωση ενός άγχους πολύ συγκεκριμένα ιντερνετικά υπαρξιακού, και φυσικά και στην μετάβαση YouTubers στο σινεμά, που μάλλον είναι το νέο «οι βιντεοκλιπάδες κάνουν σινεμά» που πριν χρόνια έδωσε απίστευτη ζωή και νέο αίμα στην 7η τέχνη. Όμως το Obsession ήταν απλά… από τα πιο διασκεδαστικά δίωρα στο σινεμά εδώ και καιρό.
Απαντάω αυτή τη στιγμή ως κριτικός; Ως θεατής; Ως ιστορικός του μέλλοντος; Νιώθω πως με κάθε ταυτότητα θα έδινα κι άλλη απάντηση στο δίλημμα, αλλά ως Θοδωρής νιώθω πως στο Οbsession βρήκα, εκτός από κέφι, και πολύ ενδιαφέροντα φορμαλιστικά στοιχεία: Το πώς η Νίκι (της απίστευτης Ιnde Νavarette) αποτυπώνεται διαρκώς ως σιλουέτα ενισχύοντας το κενό του χαρακτήρα της στα μάτια του κεντρικού ήρωα. Το πώς ο Barker κατανοεί πολύ στοιχειώδη πράγματα στο πώς λειτουργεί ο τρόμος, στον ρυθμό του, στην οπτική του, στο πώς ενισχύει αλλά και παραμορφώνει την υποκειμενικότητα της αφήγησης. Το πώς ο τρόμος γεννιέται από την ίδια την παραμορφωμένη εικόνα του κόσμου που έχει ο βασικός χαρακτήρας – και δίχως ποτέ τα μοτίβα να καπελώνουν την ίδια την ιστορία.
Η κριτική στο μέλλον λογικά με το Backrooms θα ασχολείται περισσότερο, και κατανοώ απόλυτα το γιατί, ακόμα κι αν έχει αδυναμίες ως κινηματογραφικό αντικείμενο. Αλλά ρώτα με ποια ταινία θέλω να δω ξανά αύριο το βράδυ: Η απάντηση είναι πανεύκολη.
Ψηφίζει: Obsession
Aλέξανδρος Διακοσάββας
Δημοσιογράφος/Συντονιστής Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης «Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης»

Χαιρετίστηκαν και τα δύο ως η ανανέωση και η ελπίδα που χρειαζόταν το πολύπαθο είδος του τρόμου και το σινεμά γενικότερα, ενώ οι δημιουργοί τους, με γενναίες δόσεις υπερβολής, ως οι επόμενοι μεγάλοι auteurs του αμερικανικού σινεμά, αμφότεροι ορμώμενοι από τα τρίσβαθα του YouTube. Σάρωσαν στο box office, αναλύθηκαν πολύ, και καθότι η κυκλοφορία τους σχεδόν συνέπεσε χρονικά, με διαφορά μόλις δύο εβδομάδων στην Αμερική, και η εισπρακτική επιτυχία του ενός απογείωσε την πορεία του άλλου, μοιραία τίθενται υπό σύγκριση, σαν ένα νέο φαινόμενο «Barbenheimer» αλλά για το σινεμά είδους.
Διαφωνώ, ή μάλλον συμφωνώ κατά το ήμισυ. Το ένα είναι η πιο WTF, γνήσια παραξενιά που έχω δει από την εποχή του Donnie Darko. Το άλλο είναι μια μονότονη άσκηση ύφους, ένα gimmick που κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό του και εξαντλείται από το πρώτο μισάωρο. Ο εικοσάχρονος Kane Parsons μιλά για το μεγαλείο του ανθρώπινου μυαλού, έχοντας φτιάξει έναν δικό του κόσμο που, αν του παραδοθείς, τρυπώνει σαν braingbug μέσα σου και σε στοιχειώνει για μέρες. Ο εικοσιεξάχρονος Curry Barker επιχειρεί απλώς ένα σχόλιο για την εκατέρωθεν τοξικότητα μιας σχέσης, το «για πάντα» και την αδυναμία σύνδεσης της gen-Z, χρησιμοποιώντας όλα τα κλισέ άλλων ειδών και καταλήγοντας σε ένα μάλλον συντηρητικό συμπέρασμα. Ο Parsons επιδεικνύει αξιοθαύμαστο έλεγχο του υλικού του, από την αδιανόητη σκηνογραφία μέχρι την καθοδήγηση δύο οσκαρικών ηθοποιών. Ο Barker έχει μπροστά από την ενοχλητική μαυρίλα της δικής του κάμερας δύο άβολες φάτσες, ακολουθώντας την τάση «κάνε πρωταγωνιστές σου άτομα με μηδέν likeability», στο σημείο τομής του Sorry Baby και των ταινιών του Jane Schoenbrun.
Έχουμε όντως έναν νέο τρόπο σινεμά και στις δύο περιπτώσεις, δύο προτάσεις που μιλούν κατευθείαν στις νεότερες ηλικίες, καθώς έχουν χωνέψει τους κώδικες του YouTube, του TikTok, των αλλεπάλληλων εικόνων από το «content» που μας κατακλύζει καθημερινά κατά τη διάρκεια του doomscrolling και συμβάλλει στη διάσπαση προσοχής μας. Το Backrooms δείχνει την κατεύθυνση που θα ήθελα να πάρει αυτός ο νέος τρόπος σινεμά, συνδυάζοντας όλα τα καλώς εννοούμενα στοιχεία μιας «ταινίας της A24». Το Obsession στρίβει από την άλλη, προσπαθώντας πολύ να μοιάζει με «ταινία της A24» και οδηγώντας τελικά εκεί όπου δεν θα ήθελα να καταλήξει το σινεμά.
Κι αν θέλετε ρομαντική-horror σπουδή για το «μαζί», μπορείτε να (ξανα)δείτε το περσινό Together του (επίσης) YouTuber Michael Sanks. Διασκεδαστικό, με ειρμό και σίγουρα μια πιο σύνθετη προσέγγιση (και τίμια κατάληξη) από μια ταινία για μια τύπισσα που κοπανάει το κεφάλι της και τεστάρει διαφορετικούς τόνους στα ουρλιαχτά της.
Ψηφίζει: Backrooms
Βαρβάρα Κοντονή
Kριτικός Κινηματογράφου «Cinemagazine»

Θα μπορούσε να πλασαριστεί θεματικά ως το Possession της gen-Z με budget κάτω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, εκτόξευση φήμης για τον 26χρονο YouTuber, κωμικό και σκηνοθέτη Curry Barker, σπάσιμο εισπρακτικών ρεκόρ και – ελπίζουμε – πολλαπλές βραβεύσεις για την αποτρόπαια σωματική ερμηνεία της πρωταγωνίστριάς του Inde Navarrette.
Πέρα από όλα τα παραπάνω το Obsession ξεκινάει ως μια «τρομωδία» για την αβάσταχτη, σχεσιακή ντροπαλότητα των σύγχρονων Zoomers, μόνο για να καταλήξει σε ένα ξεσπαθωμένο slasher που ξέρει πολύ καλά πως να τρομάξει, μένοντας πιστό στα ‘80s tropes του είδους. Εδώ ένα κομμάτι ξύλο που πραγματοποιεί μια σου ευχή, γίνεται αφορμή για τον Bear να κερδίσει τελικά την καρδιά της Nikki και αυτό είναι κάτι που σηκώνει μεγάλη συζήτηση: πρόκειται για αληθινό έρωτα ή για τη φαντασιακή ικανοποίηση του πληγωμένου ανδρισμού του Bear, που είδε τον ρόλο του να περιορίζεται σε εκείνον του φίλου και όχι του συντρόφου και αποφάσισε να κάνει κάτι γι’ αυτό; Ο Barker καταφέρνει εδώ κάτι όχι εύκολο: έναν προφανή μεν, ουσιαστικά ενταγμένο δε κοινωνικό σχολιασμό περί φύλου και αμφίδρομης, κακοποιητικής σχέσης – η εναλλαγή των ρόλων καθιστά τη συσχέτιση κωμική στα μάτια των θεατών (εκεί έγκειται και μεγάλο μέρος του τρόμου της ταινίας ) – εντός ενός αιματοβαμμένου σινεμά υποείδους που αυτοεκπληρώνεται μέσα από την τραγωδία μιας και μόνο φράσης: «γιατί δε μίλησες;»
Για μένα το Obsession κερδίζει στα σημεία το Backrooms, με το οποίο είχα μικρά θέματα σε επίπεδο αφήγησης, λόγω της απόπειρας του Parsons να διευρύνει το lore των YouTube-ικών του ταινιών σε ένα μεγαλύτερο κοινό, το οποίο κάπως δεν μου λειτούργησε τελικά.
Ψηφίζει: Obsession
Γιάννης Βασιλείου
Στα μάτια μου και οι δυο ταινίες αφουγκράζονται gen-z φοβίες. Η μια, το Obsession, αξιοποιεί την αλλεργία αρκετών εκπροσώπων αυτής της γενιάς στη δυσφορία και στην αμηχανία, στην πιθανότητα να βρεθούν σε δυσάρεστη θέση και, πάνω από όλα, στην ανάληψη της ευθύνης τόσο των «αιτήσεων», όσο και των αιτημάτων» τους, ειδικά όταν αφορούν προσωπικά ζητήματα. Η άλλη, το Backrooms, πέρα από το μεταπανδημικό PTSD, αξιοποιεί τον φόβο του κενού χώρου, των άδειων «μαγαζιών», της ανατροπής της δυτικής «κανονικότητας». Πηγαίνει, όμως, ένα βήμα παραπέρα και αγγίζει τον διαγενεακό τρόμο της απουσίας του ελέγχου, όχι απλώς στα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων – βλέπε Obsession-, αλλά απέναντι σε ένα χάος καλά οργανωμένο, με δικούς του κανόνες λειτουργίας, τους οποίους δεν θα κατανοήσουμε ποτέ.
Με στεναχωρεί , όπως (μάλλον) και τους υπόλοιπους συμμετέχοντες, που πρέπει να διαλέξω, ωστόσο για μένα η απάντηση στο δίλημμα είναι εύκολη. Εκεί που το Obsession καταφεύγει στο τωρινό trend του γλαφυρού, βίαιου κρεσέντου, επαναλαμβάνοντας τα (κατά τα άλλα εξαιρετικά) οπτικά ευρήματα του και την εύληπτη σημειολογία του, στο Backrooms δεν είχα ποτέ ιδέα τι θα ακολουθήσει μετά. Δεν περίμενα ότι ο Kane Parsons θα έχει το θάρρος (και το θράσος) να στραφεί σε λιντσιανά – εκ του David Lynch- κινηματογραφικά μονοπάτια κι ότι θα επιλέξει την ριψοκίνδυνη οδό της λακανικής διχοτόμησης, φέρνοντας τη δημιουργία του εγγύτερα σε πιο σύνθετες διανοητικές κατασκευές είδους, σαν εκείνες του προαναφερθέντα Lynch ή του Cronenberg, ας πούμε. Και ήταν μια πολύ τολμηρή κίνηση, γιατί, με κίνδυνο να αποξενώσει τους φαν, ξέφυγε από τα (στενά) όρια των βίντεο που τον έκαναν διάσημο και δεν στράφηκε στην εύκολη λύση του lore και της κυριολεξίας, αφήνοντας μόνο μία (αχρείαστη) υποσχετική στο φινάλε.
Όσο κι αν βρίσκω το Obsession μια πάρα πολύ fun κινηματογραφική διαδρομή, όσο κι αν μου πέφτει το σαγόνι από την πρωταγωνιστική του ερμηνεία κι από την θαυμαστή τονική του ισορροπία, δεν παύει να είναι η ταινία ενός ταλέντου με περιθώρια εξέλιξης. Το Backrooms είναι ταινία έτοιμου δημιουργού, σε πλήρη έλεγχο του υλικού του, απολύτως σίγουρου για κάθε του απόφαση, έτοιμου να (επι)κοινωνήσει όσα έμαθε – μεταξύ άλλων, η ταινία διατρέχει έναν και βάλε αιώνα του σινεμά του φανταστικού, με αναφορές πλήρως ενσωματωμένες στο συνολικότερο όραμά της. Eκτιμώ ότι αυτή είναι η ταινία για την οποία θα συζητάμε μετά από χρόνια και θα γράφουμε άρθρα επί άρθρων, αναλύοντας κάθε πιθανή κι απίθανη πτυχή της.
Ψηφίζει: Backrooms
Τελικό αποτέλεσμα: Backrooms – Obsession (2-3)
Όπως αναμενόταν, ο αγώνας πρόεκυψε ντέρμπι. Το Οbsession του Curry Barker αναδείχθηκε νικητής με βραχεία κεφαλή, ωστόσο φάνηκε να συμφωνούμε και οι πέντε για τη σημασία των δύο ταινιών, ανεξαρτήτως από το πόσο μας άρεσαν. Και έχει ενδιαφέρον ότι εντοπίζονται κοινά σημεία στα κείμενα όλων, που υποδεικνύουν (και αποδεικνύουν) ότι η αντικειμενική αλήθεια μιας ταινίας είναι μία και, κατ’ επέκταση, ότι υπάρχει όντως διαφορά μεταξύ κριτικής και γνώμης. Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο επί του θέματος, γιατί θα βγούμε off-topic, προς το παρόν ας γιορτάσουμε τη νίκη της δημοκρατίας και, κυρίως, ας θυμίσουμε ότι και οι δύο ταινίες παίζονται στα σινεμά αυτή τη στιγμή και, πραγματικά, αξίζει να τις αναζητήσετε.