Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε κάτι που, δυστυχώς, παίρνουμε ως δεδομένο: αν η εξωγήινη θεματική έχει εισβάλλει στα θεάματα πρώτης κατηγορίας κατά τον τελευταίο μισό αιώνα, το οφείλουμε αποκλειστικά στον Steven Spielberg. Πριν την έλευση του Close Encounters of the Third Kind (1977), για να συναντήσουμε την εξωγήινη ζωή στη μεγάλη οθόνη, έπρεπε να στραφούμε στο κύκλωμα των b-movies. Επιλέγοντας να γυρίσει αυτή την ταινία αμέσως μετά το Jaws (1975), που πέραν των ανεπανάληπτων εισπρακτικών του επιδόσεων, είχε την κριτική αποδοχή αλλά ΚΑΙ ισχυρή παρουσία στα Όσκαρ, ο Spielberg θα έπαιρνε τους εξωγήινους από το περιθώριο και θα τους τοποθετούσε σε μια παραγωγή υψηλού prestige, κομίζοντας ακόμα μία από τις απάτητες κορυφές της φιλμογραφίας του. Πέντε δεκαετίες μετά ο Αμερικανός δημιουργός επιστρέφει για λίγες στενές επαφές τρίτου τύπου ακόμα με το Disclosure Day, επιχειρώντας (και κατορθώνοντας) να σχηματίσει έναν τέλειο κύκλο. Αυτή η συγκυρία μας δίνει μια εξαιρετική αφορμή για να εξετάσουμε πώς προσέγγισε το ζήτημα της εξωγήινης ζωής μέσα από το σινεμά του και, κυρίως, τι υποκαθιστά η παρουσία της.

Μέσα στα χρόνια αρκετοί έχουν αναγνώσει λανθασμένα συντηρητικές αντιλήψεις στο σινεμά του Spielberg, κυρίως λόγω του επανερχόμενου μοτίβου της οικογένειας – διάολε, είναι πάντα προβληματική και διαλυμένη η σπιλμπεργκική οικογένεια, πρέπει να έχεις ιδεοληπτική στραβομάρα τρίτου τύπου για να μην το βλέπεις. Η προσέγγιση του τριπτύχου «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» στο σινεμά του είναι πάντα διαλεκτική. H έννοια της πατρίδας έχει προσδιοριστεί ποικιλοτρόπως. Πάντα τον απασχολούσε η αμερικανικότητα, είναι ένας γνήσιος Αμερικανός σκηνοθέτης, ποτέ, όμως, δεν πήρε θέση υπέρ του απομονωτισμού ούτε παρεκτράπηκε σε σoβινιστικές κορώνες. Τουναντίον πιστεύει στη διεθνή συνεργασία και αλληλεγγύη, κι αυτό προκύπτει ευθέως από το Close Encounters – σε ένα πρώτο επίπεδο και από το διεθνές casting. Μοιραία, εκείνο το μέρος του τριπτύχου που θα μας απασχολήσει στο παρόν είναι η θρησκεία και σύντομα θα εξηγήσουμε τον λόγο. Εκ πρώτης όψης η θρησκεία στο σπιλμπεργκικό σινεμά είναι απούσα. O Spielberg ούτε μάχεται με τους θρησκευτικούς του δαίμονες σαν τον παλιόφιλο Scorsese, ούτε αναζητά το θεϊκό στοιχείο στον φυσικό κόσμο σαν τον Τerence Malick, που ξεκινούσε περίπου την ίδια περίοδο.
Κι όμως, αν οι γνωστές θρησκείες σχεδόν απουσιάζουν, αν ο Θεός, με την κατά τόπους στενά προσδιορισμένη μορφή του είναι συνήθως εκτός πλάνου και συζήτησης, η πίστη είναι πανταχού παρούσα. Πρόκειται για μια πίστη στο φανταστικό, στο παραμύθι και, φυσικά, στον άνθρωπο – την αποφράδα μέρα που θα αποσυρθεί και θα επιχειρήσουμε μια ολοκληρωτική αποτίμηση του έργου του, οφείλουμε να τον κατατάξουμε στο ψηλότερο βάθρο της μεγάλης των ουμανιστών σχολής. Ε λοιπόν, οι εξωγήινοι στο σινεμά του έρχονται για να εκπροσωπήσουν την πρώτη, για να επιβεβαιώσουν τη δεύτερη και για να ενισχύσουν την τρίτη.

Το Close Encounters of the Third Kind (1977) είναι μια ταινία με δομή μυστηρίου. Πρακτικά, η ύπαρξη των εξωγήινων δεν αμφισβητείται, τα ΑΤΙΑ κάνουν την εμφάνισή τους σχεδόν από την αρχή και έχουν την παραδοσιακή μορφή των ιπτάμενων δίσκων. Εκείνο που αγνοούμε είναι τα κίνητρά τους. H ανατριχιαστική σκηνή της «πολιορκίας» του σπιτιού, από την εικονογραφία και τον τρόπο της οποίας έχουν αντλήσει έμπνευση δεκάδες παραγωγές, από τα X-Files ως το Signs του Shyamalan, αφήνει την πιθανότητα μιας εχθρικής στάσης, η οποία, όμως, γίνεται αντιληπτή ως τέτοια από τον ενήλικα. Το παιδί, που βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της αθωότητας, νιώθει δέος και περιέργεια για αυτό που παρακολουθεί – σε προηγούμενη σκηνή το έχουμε δει να χαμογελά στη θέα των εξωγήινων πλασμάτων.
Στο τέλος αντιλαμβανόμαστε ότι οι εξωγήινοι δεν έχουν έρθει με βλαβερούς σκοπούς κι εκείνο που ζητούν από εμάς είναι η επικοινωνία, όπως αποδεικνύεται σε μια κορύφωση ατόφιου σινεμά, όπου επιστρατεύεται η διεθνής γλώσσα της μουσικής και ο John Williams πιστώνεται για ακόμα μια φορά το credit του συν-δημιουργού της ταινίας. Ο δε κεντρικός ήρωας(ή μάλλον ο βασικότερος, γιατί στο director’s cut έχουμε κάτι εγγύτερο σε συλλογικό ήρωα) που κυνηγά εμμονικά να κατανοήσει τι συμβαίνει και να συναντηθεί μαζί τους, δεν είναι μόνο μια περίπτωση απόντα πατέρα, αλλά ένα avatar του Σπίλμπεργκ. Είναι ένας «δημιουργός» που οφείλει να πιστέψει σε κάτι πέρα από αυτόν και να παραδοθεί στη φαντασία, ώστε να καταφέρει να ολοκληρώσει το όραμά του, αφήνοντας πίσω την πραγματικότητα – έχει μεγάλο κόστος η δημιουργία που συνοψίζεται σε δύσκολους αποχαιρετισμούς, μαζί με την επίγνωση και την αποδοχή της απουσίας και της πιθανής, αν όχι αναπόφευκτης μετεξέλιξής σου σε φάντασμα των αγαπημένων σου. Ω, φοβόμαστε πώς θα μακρηγορήσουμε, αν επιχειρήσουμε μια ανάλυση όλων των προεκτάσεων και των ερμηνειών μιας δημιουργίας πολύ πιο σύνθετης μες στην απλότητά της από όσο την λογαριάζει μέχρι σήμερα μερίδα της κριτικής.

Μένοντας στους εξωγήινους, λοιπόν, αφού μάθαμε ότι θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί μας, ήρθε η ώρα να τούς γνωρίσουμε από κοντά. Κι έτσι προέκυψε ο γλυκύτατος εκπρόσωπος τους στη Γη, ο ET (1982). Ο οποίος ET, εύλογα, απευθύνεται σε εκείνον που είναι πιο δεκτικός σε «φανταστικά» ερεθίσματα, που η ψυχή του δεν έχει «μολυνθεί» και φαρμακωθεί από την εμπειρία της ενηλικίωσης. Σ’ αυτή την ταινία ο εξωγήινος εκπροσωπεί ολοφάνερα τη θετική λειτουργία της θρησκευτικής πίστης: στο πρόσωπό του ενσαρκώνεται η παρηγορητική της διάσταση, η επιβεβαίωση της ελπίδας ότι δεν είμαστε μόνοι, η χορήγηση ενός δραστικού αντιδότου απέναντι στη μοναξιά. Πέρα από την μαεστρία ενός αφηγητή που γνωρίζει πώς και πότε να πατήσει τα κατάλληλα κουμπιά για να μάς συγκινήσει, η ταινία σαγήνευσε το κοινό κι εξακολουθεί να το μαγεύει μέχρι σήμερα, ακριβώς επειδή ενισχύει την πίστη στον καθέναν από εμάς ξεχωριστά. Μια πίστη στο φανταστικό (check), στο παραμύθι (check), στη χρεία του άλλου και στην επικράτηση της καλοσύνης (πάλι check). Κι αυτό το πετυχαίνει γυρίζοντάς μας στην εποχή της αθωότητας, προτρέποντάς μας να ξαναθυμηθούμε τον κόσμο μέσα από το βλέμμα ενός παιδιού, το οποίο αποχαιρετά τον ΕΤ του, καθώς προετοιμάζεται για μια σειρά από εμπειρίες που θα θέσουν την αισιοδοξία του σε κίνδυνο, αλλά και με τη γνώση πώς, όποτε τον χρειαστεί, αρκεί να ανατρέξει πίσω, στον χρόνο που περάσανε μαζί, για να πετύχει την απαραίτητη εσωτερική ισορροπία και να προχωρήσει μπροστά, ώριμος και κατασταλαγμένος.
Είναι ένα πάγιο μοτίβο αυτό στο σινεμά του Σπίλμπεργκ, το συναντούμε σε πολλές ταινίες του – στο για τους περισσότερους έλασσον, μα για τους συνομήλικους του συντάκτη μείζον Hook (1991), ο αγιογδύτης δικηγόρος πρέπει να ξαναπιστέψει στη μαγεία και να εντοπίσει το χαμένο παιδί εντός του, για να ξαναγίνει ο Πίτερ Παν. Οι εξωγήινοι, ωστόσο, θα απουσιάσουν από το σινεμά του για αρκετό διάστημα. Αν υποθέσουμε, όμως, ότι τα πλάσματα που εμφανίζονται στο τέλος του ΑΙ (2001) είναι τέτοιοι και όχι εξελιγμένες μηχανές – είναι αόριστη η φύση τους στην ταινία-, πρεσβεύουν και πάλι την παρηγορητική πλευρά της πίστης, κατασκευάζοντας το παραμύθι που χρειάζεται ο τεχνητός (;) ήρωας για να γίνει άνθρωπος. Πρακτικά, συνεχίζουν να εκπροσωπούν κάτι πέρα από εμάς, έχουν αναπτυγμένη τεχνολογία και μας γνωρίζουν από την καλή κι απ’ την ανάποδη. Κοινώς, είναι ό,τι πλησιέστερο στο concept του Θεού, όπως περίπου τον αντιλαμβανόμαστε.

Υπό αυτό το πρίσμα, στη διασκευή του War of the Worlds (2005), oι εξωγήινοι δεν επιτίθενται επειδή ο Ξένος είναι πια εχθρός στην αμερικανική συνείδηση μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 – ακόμα μια παρεξήγηση των κινήτρων του σκηνοθέτη. Χτυπούν γιατί θύμωσαν με τον τρόπο μας, γίνονται κάτι σαν τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης που έρχεται για να μας τιμωρήσει και, υπό μια έννοια, στο τέλος «υποχωρεί» επειδή δεν ενδώσαμε στον παραλογισμό του Tim Robins, αλλά συνετιστήκαμε και θυμηθήκαμε και πάλι τον Άλλο, τον διπλανό μας, όχι ως εχθρό, αλλά ως φίλο και αλληλέγγυο συνοδοιπόρο. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που η κακιά της Cate Blanchett εξαχνώνεται στο φινάλε του Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull (2008), επειδή δεν πήρε το μήνυμα και θέλει να χρησιμοποιήσει τη γνώση αυτών των ανώτερων πλάσματων για απάνθρωπους σκοπούς. Εξολοθρεύεται, δηλαδή, επειδή δεν πιστεύει στις βασικές ανθρώπινες αξίες.

Και κάπως έτσι φτάνουμε και στο Disclosure Day, την αφορμή αυτής της αναδρομής, που με τη σειρά της επιχειρεί μια σπιλμπεργκική αναδρομή, μια σύνοψη όσων αναφέραμε παραπάνω. Η νέα ταινία του Spielberg έχει και πάλι δομή μυστηρίου, όπως το Close Encounters of the Third Kind. Σε έναν πρώτο δημιουργικό επίπεδο και σε έναν κόσμο που θεωρούμε τα πάντα δεδομένα και τίποτα δεν μας εκπλήσσει, ο Αμερικανός δημιουργός κάνει ένα βήμα πίσω και μας καλεί να πράξουμε το ίδιο και να προσεγγίσουμε με δέος την ύπαρξη της εξωγήινης ζωής. Ουσιαστικά, βρισκόμαστε πέντε δεκαετίες μετά το Close Encounters, έχουμε γνωρίσει τους εξωγήινους, μα οι Αρχές, που στο σπιλμπεργκικό σινεμά σπάνια ενεργούν προς όφελος του πολίτη , αποφασίζουν για όλους εμάς να κρατήσουν αυτή τη γνώση κρυφή. Κι αν για την εξυπηρέτηση του είδους αυτή τη φορά ο Spielberg επιστρατεύει έναν ανταγωνιστή, οι προθέσεις του είναι όμοιες με εκείνες του Close Encounters. Πιο σωστά, εξελίσσει την προβληματική του. Ωραία λοιπόν, οι εξωγηίνοι θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί μας, τούς γνωρίσαμε και είδαμε πώς είναι. Το εύλογο ερώτημα είναι ποιο μήνυμα θέλουν να μας μεταφέρουν; Για τον Spielberg το μήνυμα αυτό είναι η υπενθύμιση ότι δεν είμαστε μόνοι και ότι οφείλουμε έγνοια για τον Άλλο.
Στην ταινία οι εκπρόσωποι των Αρχών, με επικεφαλής έναν Colin Firth που εκφέρει τα λόγια του με τη μουσικότητα της ομιλίας του Gary Oldman, φέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο γιατί έχουν χάσει την πίστη τους στον άνθρωπο. Έχουν εγκλωβιστεί στο κενό μεταξύ απογοήτευσης και απαισιοδοξίας γι’ αυτό δεν μπορούν να δουν τους χαρακτήρες σε εκείνη την εκπληκτική σκηνή με το τεχνητό σπίτι, όπου ο σκηνοθέτης αλλάζει διαρκώς το POV. Γι’ αυτό μαλακώνουν όταν η Emily Blunt αναφέρεται ευθέως στα κρίματα και στα τραύματα που κουβαλούν, τα οποία φράζουν το μονοπάτι προς την χαμένη αθωότητα, που πρέπει να ανακτηθεί ώστε να επουλωθούν οι πληγές της ενηλικίωσης, να μερώσει η επακόλουθη καχυποψία και να μπορέσουν να ξαναφτιάξουν μαζί με εμάς τους υπόλοιπους τον κόσμο γύρω μας.

Η ταύτιση εξωγήινης ζωής και θεϊκής οντότητας είναι πιο άμεση από ποτέ – η επεξηγηματικότητα είναι ένα ψεγάδι της ταινίας, την συγχωρούμε γιατί είμαστε στην εποχή της παντοκρατορίας του τρόπου του Νolan, με την σημαντική υποσημείωση ότι εκείνος εξηγεί πώς λειτουργεί το φιλμικό σύμπαν του και όχι τι προσπαθεί να πει η ταινία του. Οι εξωγήινοι της ταινίας μάς δείχνουν τον δρόμο για να πετύχουμε το ύψιστο ιδανικό της συμφιλίωσης: τον ένα πόλο εκπροσωπεί ο Josh O’ Connor και είναι εκείνος της λογικής, της επιστήμης, της κατανόησης του εξωτερικού σύμπαντος δηλαδή. Ο άλλος πηγάζει από την (καταπληκτική) Emily Blunt και είναι εκείνος της έγνοιας και της ενσυναίσθησης, δηλαδή της κατανόησης και της φροντίδας αυτού του γαλαξία ακοινώνητων συναισθημάτων και συντετριμμένων ονείρων που κρύβεται μέσα μας. Για να ομονοήσει ένας διχασμένος, κυνικός κόσμος, απαιτείται η συνδρομή και των δυο. Πρέπει ο κυνισμός να φιλτραριστεί μέσα από την εκ νέου ανακτηθείσα αθωότητα – το απαραίτητο ταξίδι των ηρώων στην παιδική τους ηλικία μέσα στην ταινία – και να προσεγγίσουμε το στάδιο μιας ωφέλιμης ωριμότητας – ας την πούμε έτσι. Έτσι η οδυνηρή εμπειρία από ανάχωμα θα γίνει γνώση κι έτσι θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να φανταστούμε ένα μέλλον πέρα από τις ματαιώσεις και να επιχειρήσουμε να το φτιάξουμε. Και, για τον Spielberg, που κλείνει έτσι αρμονικά μια διαδρομή πέντε δεκαετιών, είναι στο χέρι μας να δεχτούμε αυτό το πολύτιμο δώρο των εξωγήινων του και να πράξουμε αναλόγως. Κατ’ επέκταση, το Disclosure Day είναι το δώρο του ίδιου του θείου Steven προς όλους εμάς. Ή, αν θέλετε, η φιλμική διαθήκη του.