Ακόμα κι αν δεν έρχονταν οι Κάννες για να δώσουν στη νέα ταινία του Jane Schoenbrun την τιμητική διάκριση της ταινίας έναρξης του τμήματος Un Certain Regard – μην το υποτιμάτε, από εκεί είχε ξεκινήσει και ο Λάθιμος τη διεθνή πορεία του με τον Κυνόδοντα – η δημιουργική του εξέλιξη είναι εμφανής από ταινία σε ταινία. Από το πρωτόλειο We’re all going to the World’s Fair πέρασε στο τονικά αψεγάδιαστο I Saw the TV Glow και τώρα, στο φιλμ με τον εύγλωττο τίτλο Teenage Sex and Death at Camp Miasma, δείχνει ακόμα μεγαλύτερη δημιουργική σιγουριά. Και όλα αυτά με τη θεματική να παραμένει λίγο πολύ ενιαία και να αφορά, χονδρικά, τη συμβιωτική σχέση μας με τα θεάματα που μας ορίζουν και μας καθορίζουν – τουλάχιστον όσους δεν μπορούμε να κάνουμε δίχως αυτά.
Εκεί που το ντεμπούτο κινήθηκε στους διαδρόμους του online gaming και το I Saw the TV Glow μάς βύθισε στους ονειρότοπους του cult τηλεοπτικού εθισμού, το Teenage Sex and Death at Camp Miasma – θα το ξαναγράψουμε, τι απίθανος τίτλος- περνά στη fan εμμονή με τα slasher. Στην ταινία μια νεαρή indie σκηνοθέτις αναλαμβάνει να γυρίσει τη νέα ταινία ενός ξεπεσμένου slasher franchise κι ευελπιστεί να πείσει την εξαφανισμένη ηθοποιό που υποδύθηκε το final girl της πρώτης ταινίας να επιστρέψει μπροστά από τον φακό, όπως συνηθίζεται στις μέρες μας. Την πρώτη υποδύεται η Hannah Einbinder, που δεν χρειάζεται συστάσεις για όσους βλέπουν Hacks, τη δεύτερη η Gillian Anderson, που δεν χρειάζεται συστάσεις γενικώς και κεντά στον ρόλο μιας αγαπητικής εκδοχής της Norma Desmond.
Η ταινία αναγνωρίζει όλα τα μοτίβα, που κυριαρχούν στο δεύτερο επίπεδο του μέσου slasher, μα σκαλίζει ακόμα παρακάτω, εκεί που κρύβεται το «τέρας» της, ανακαλύπτει ένα τρίτο επίπεδο ανάγνωσης κι επιχειρεί ένα περήφανο reclaim ολόκληρης της slasher αφήγησης.
Υπάρχουν μικρές σατιρικές σφήνες για τους τρόπους της βιομηχανίας, με χαρακτηριστική σκηνή το video call όπου η ηρωίδα εκθέτει το όραμά της στους παραγωγούς, αλλά κεντρικός άξονας της δημιουργίας το slasher. Και για να σας προλάβουμε, όχι, δεν πρόκειται για ένα arthouse slasher, αλλά για ένα δοκίμιο πάνω στο συγκεκριμένο υποείδος, που έχει υπάρξει ιδιαιτέρως σεξιστικό, που φοβικά έχει βάλει στη θέση του δολοφόνου πάσης φύσεως εκπροσώπους της queer κοινότητας, που τιμωρεί το σεξ και την επιθυμία με (ευφάνταστα) φριχτό θάνατο. Η ταινία αναγνωρίζει όλα αυτά τα μοτίβα, που κυριαρχούν στο δεύτερο επίπεδο του μέσου slasher, μα σκαλίζει ακόμα παρακάτω, εκεί που κρύβεται το «τέρας» της, ανακαλύπτει ένα τρίτο επίπεδο ανάγνωσης κι επιχειρεί ένα περήφανο reclaim ολόκληρης της slasher αφήγησης.

Ναι, τα slasher είναι όλα τα παραπάνω, αλλά ταυτόχρονα έδωσαν στους κατατρεγμένους φωνή. Πρόσφεραν μια αναγνώριση, μια εκπροσώπηση, αν θέλετε, την οποία το mainstream σινεμά επέμενε να αρνείται. Ακόμα και ταινίες σαν το εξωφρενικο Sleepaway Camp, που είναι το εμφανέστερο σημείο αναφοράς του ψεύτικου franchise μέσα στην ταινία, φαντασιωτικά έφεραν μια αιματηρή, μα επί της ουσίας ακίνδυνη ρεβάνς, ως απάντηση στην πραγματική κακοποίηση που δεχόντουσαν υποκείμενα σαν τον δολοφόνο της ταινίας. Όχι τυχαία, η μεγάλη δολοφονική σεκάνς της ταινίας δεν υπηρετεί το είδος, έχει μια απελευθερωτική διάσταση – και η απελευθέρωση είναι η λέξη-κλειδί για να κατανοήσουμε τη στάση του Schoenbrun. Το slasher, με τον τρόπο του, έδωσε χώρο στο «περιθώριο», απενοχοποίησε το kink και κατέληξε να αφυπνίσει σεξουαλικά και να λειτουργήσει διεγερτικά, όχι παρά τις αντιφάσεις του, αλλά με όλες τις αντιφάσεις του – η ίδια η ανθρώπινη σεξουαλικότητα δεν απαρτίζεται από ένα σύνολο αντιφάσεων, άραγε;
Και η ίδια η ταινία μοιάζει να αναζητά ανθρώπους που θα διαγνώσουν τη δική της ιδιαιτερότητα. Θεατές που δεν θα κακίσουν τη συνειδητή άρνησή της να ενστερνιστεί την ταυτότητα μιας ταινίας τρόμου – είπαμε, είναι μια ταινία για τις ταινίες τρόμου- και θα αναγνωρίσουν την εξέλιξη του ανθρώπου πίσω από την κάμερα, θα χαιρετίσουν την τρυφερή διακειμενικότητά του – η σπαρταριστή σκηνή που η ηρωίδα ζητά wi-fi σε diner είναι ό,τι εγγύτερο στο Twin Peaks έχουμε δει εκτός του σύμπαντος του ίδιου του Twin Peaks– και, βέβαια, θα απολαύσουν τις alternative, πάντα εκλεκτές μουσικές επιλογές του (διακριτού, πια) κινηματογραφικού σύμπαντός του. Επιτρέψτε μας να κλείσουμε υπογραμμίζοντας ότι ένας άνθρωπος που έχει στη διάθεση του τα δικαιώματα για κάποιο track του album Before the Dawn Heals us των M83 κι αντί για κάποιο από τα «σουξέ» του, επιλέγει να χρησιμοποιήσει το (φαινομενικά) filler Ι Guess I’m Floating, είναι δικός μας άνθρωπος.