Η μέση ετήσια θερμοκρασία στην Αθήνα από το 1970 έως το 2011 έχει αυξηθεί κατά 1,3 βαθμούς Κελσίου, με την αύξηση κατά τα καλοκαίρια να ξεπερνάει τους 3 βαθμούς. Είναι η ευρωπαϊκή πόλη που αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη επίδραση από καύσωνες και το μεγαλύτερο ρίσκο από την κλιματική αλλαγή. Τον Ιούλιο του 2024, για πρώτη φορά από τότε που διατηρούμε μετεωρολογικά αρχεία, είχαμε δώδεκα συνεχόμενες νύχτες με ελάχιστη θερμοκρασία πάνω από τους 30 βαθμούς.
Όσο η μέση θερμοκρασία του πλανήτη αυξάνεται, η μέση θερμοκρασία στις πόλεις αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Ο λόγος είναι το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Οι αστικές θερμικές νησίδες δημιουργούνται τόσο λόγω της έλλειψης χώρων πρασίνου όσο και λόγω της αστικής γεωμετρίας που παγιδεύει τη θερμότητα. Χαρακτηριστικά, τα δυτικά τμήματα του Δήμου Αθηναίων κατά τις ημέρες υψηλών θερμοκρασιών εμφανίζουν διαφορά σε σχέση με την υπόλοιπη πόλη της τάξης των 3-4 βαθμών Κελσίου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Επιπλέον επιβάρυνση έρχεται και από ανθρωπογενείς δραστηριότητες όπως το τσιμέντο και η άσφαλτος που απορροφούν και αποθηκεύουν περισσότερη θερμότητα σε σύγκριση με το φυσικό έδαφος και τα αυτοκίνητα (όσοι έχετε μαύρο αυτοκίνητο, ανεβάζετε την θερμοκρασία του αέρα γύρω του έως και +3,8°C).
Η Αθήνα διόρισε το 2021 την πρώτη Chief Heat Officer στον κόσμο, που αργότερα έγινε η παγκόσμια Chief Heat Officer του ΟΗΕ. Ο τίτλος ταξίδεψε. Η υποδομή έμεινε πίσω.
Το καλοκαίρι του 2025, η κλιματική αλλαγή προκάλεσε τουλάχιστον 16.500 θανάτους από ζέστη σε ευρωπαϊκές πόλεις. Η Ελλάδα είχε από τα υψηλότερα ποσοστά υπερβάλλουσας θνησιμότητας, με 380 θανάτους ανά εκατομμύριο πληθυσμού (έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου των 154). Συνολικά καταγράφηκαν 1.372 θάνατοι από ζέστη, εκ των οποίων οι 808 αποδίδονται άμεσα στην κλιματική αλλαγή. Από τους 808, οι 630 ήταν στην Αθήνα.
Όταν το σώμα δεν προλαβαίνει να αποφορτιστεί, η πίεση ανεβαίνει, η καρδιά πιέζεται και ο οργανισμός δεν ξεκουράζεται. Κάθε βαθμός αύξησης της νυχτερινής θερμοκρασίας αυξάνει τον κίνδυνο τραυματισμού στη δουλειά κατά 1,2% την επόμενη μέρα. Στα γραφεία, η παραγωγικότητα πέφτει πάνω από τους 23–24 βαθμούς (Seppänen, 2006), και μελέτη του Harvard σε φοιτητές χωρίς κλιματιστικό έδειξε 13% αύξηση στον χρόνο αντίδρασης και 10% πτώση στην ακρίβεια κατά τη διάρκεια καύσωνα.
Αυτή η κατάσταση δεν επηρεάζει όλους ομοιόμορφα. Το 2024, το 19% των Ελλήνων δεν μπόρεσαν να ζεστάνουν επαρκώς το σπίτι τους τον χειμώνα — το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ μαζί με τη Βουλγαρία, έναντι 9,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι ίδιοι άνθρωποι το καλοκαίρι δεν μπορούν να το δροσίσουν.
Τα κλιματιστικά λύνουν ένα πρόβλημα και δημιουργούν ένα άλλο. Μελέτη του γαλλικού Météo-France για το Παρίσι (de Munck, 2013) δείχνει πως ανεβάζουν τη νυχτερινή θερμοκρασία του δρόμου κατά μισό με έναν ολόκληρο βαθμό. Κάθε μονάδα που δροσίζει το σπίτι μας, ζεσταίνει τον δρόμο δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που μας κάνει να μένουμε περισσότερο στο σπίτι μας και να χρησιμοποιούμε περισσότερο κλιματισμό. Αυτός ο κύκλος είναι ταξικός. Επιβαρύνει περισσότερο όσους δεν μπορούν να έχουν αναμμένο κλιματισμό όλη την ημέρα και όσους δεν έχουν αυτοκίνητο για να μετακινούνται.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Η απάντηση δεν είναι λιγότερη τεχνολογία. Είναι διαφορετική τεχνολογία: η τεχνολογία του νερού, του υφάσματος, του χώματος.
Στο Μεντεγίν της Κολομβίας, ο δήμος επένδυσε 16,3 εκατομμύρια δολάρια (περίπου 6,50 δολάρια ανά κάτοικο) για να φυτέψει τριάντα πράσινους διαδρόμους με 880.000 δέντρα και 2,5 εκατομμύρια μικρότερα φυτά. Η μέση θερμοκρασία έπεσε από τους 31,6 στους 27,1 βαθμούς μέσα σε τρία χρόνια. Στη Σεβίλλη, ο δήμαρχος Muñoz υπέγραψε το 2022 σύμβαση 810.000 ευρώ για τοποθέτηση υφασμάτινων toldos σε 26 κεντρικούς δρόμους — τα πανιά που σκίαζαν παραδοσιακά τις ανδαλουσιανές πλατείες τον 19ο αιώνα. Στο Αχμενταμπάντ της Ινδίας, λευκή μπογιά σε 15.000 στέγες φτωχογειτονιών γλιτώνει περίπου 1.100 ζωές κάθε χρόνο, με κόστος κάτω από ένα σεντ ανά τετραγωνικό πόδι. Οι Έλληνες φυσικά ξέρουμε αυτή τη λύση πριν τη μάθουμε.
Η πιο ριζοσπαστική κίνηση της Σεούλ τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν ήταν τεχνολογική. Ήταν αφαιρετική. Το 2003 η πόλη άρχισε να γκρεμίζει τον υπερυψωμένο αυτοκινητόδρομο στο κέντρο, για να ξεθάψει από κάτω το ρέμα Cheonggyecheon που είχε ταφεί για μισό αιώνα. Σήμερα, οι θερμοκρασίες κατά μήκος του ρέματος είναι 3,3 με 5,9 βαθμούς χαμηλότερες από τις παράλληλες λεωφόρους τέσσερα με επτά τετράγωνα παραπέρα.

Το νερό δεν χρειάζεται πάντα ολόκληρο ποτάμι. Το Παρίσι διατηρεί πάνω από χίλιες δημόσιες βρύσες πόσιμου νερού και εγκαθιστά νεφελοποιητές σε δεκάδες πλατείες και παιδικές χαρές όταν ανεβαίνει ο υδράργυρος. Η Ρώμη έχει 2.500 nasoni από τον 19ο αιώνα, με κρύο νερό από τα αρχαία υδραγωγεία. Η Βιέννη ψεκάζει δρόμους.
Υπάρχει και μια πιο θεμελιώδης αλλαγή: περατές επιφάνειες. Η άσφαλτος παγιδεύει θερμότητα και απωθεί το νερό. Η Κοπεγχάγη σχεδιάζει cloudburst streets που απορροφούν τη βροχή αντί να την εκδιώχνουν. Το Βερολίνο χτίζει Schwammstadt, την πόλη-σφουγγάρι. Η λογική είναι ότι το νερό πρέπει να μένει στο έδαφος, να εξατμίζεται, να θρέφει τη βλάστηση.
Η Αθήνα διόρισε το 2021 την πρώτη Chief Heat Officer στον κόσμο, που αργότερα έγινε η παγκόσμια Chief Heat Officer του ΟΗΕ. Ο τίτλος ταξίδεψε. Η υποδομή έμεινε πίσω. Πέντε χρόνια μετά, η πόλη δεν έχει ολοκληρωμένη στρατηγική σκίασης, δεν έχει δίκτυο δημόσιων βρυσών, δεν έχει στρατηγική περατών επιφανειών — μόνο μεμονωμένες φυτεύσεις και κάποια ευρωπαϊκά προγράμματα σε μικρή κλίμακα.
Όσον αφορά τη ζέστη, τα δέντρα, τα πανιά, η λευκή μπογιά, οι βρύσες και το χώμα παραμένουν οι πιο ριζοσπαστικές τεχνολογίες. To “The Ministry for the Future” του Κιμ Στάνλεϊ Ρόμπινσον ξεκινάει περιγράφοντας έναν παρατεταμένο καύσωνα στην Ινδία που οδηγεί στον θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων. Μόνο αφού γίνει κάτι τόσο ακραίο αρχίζει η ανθρωπότητα να αντιδρά ουσιαστικά στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Έχουμε ήδη τα εργαλεία. Τι περιμένουμε;