Όταν το Ghost of Yōtei κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2025, η Sucker Punch έδειξε ότι ήξερε πώς να συνεχίσει μια επιτυχημένη ιστορία χωρίς να την αντιγράψει. Έναν χρόνο αργότερα, το στούντιο επιστρέφει στο Ezo με το Ghost of Yōtei Complete Edition.
Το πακέτο περιλαμβάνει το βασικό παιχνίδι, το online co-op Legends, τα αντικείμενα της Digital Deluxe έκδοσης, το νέο αφηγηματικό expansion Echoes of Sekigahara και το Most Wanted, ένα single-player mode που η ίδια η Sucker Punch περιγράφει ως τη δική της εκδοχή roguelike.
Είναι μια ακόμα «complete edition». Αλλά είναι το νεότερο δείγμα μιας συνταγής που η Sony δοκιμάζει, διορθώνει και ξαναδοκιμάζει εδώ και χρόνια.
Από το Complete στο Director’s Cut και πίσω

Οι επανακυκλοφορίες με όλο το περιεχόμενο ενός παιχνιδιού δεν είναι καινούργια ιδέα για το PlayStation. Το Horizon Zero Dawn απέκτησε τη δική του Complete Edition προς το τέλος του 2017, της χρονιάς που κυκλοφόρησε. Αυτή η έκδοση περιλάμβανε το βασικό παιχνίδι, το expansion Frozen Wilds και διάφορα ψηφιακά αντικείμενα. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε με το Horizon Forbidden West: το expansion Burning Shores βγήκε τον Απρίλιο του 2023 και τον Οκτώβριο ενσωματώθηκε σε Complete Edition, λίγους μήνες πριν τη μεταφορά του παιχνιδιού στο PC.
Το 2021, όμως, η Sony άλλαξε λεξιλόγιο. Με τη μετάβαση στο PS5, δύο μεγάλοι τίτλοι του PS4 ξαναβγήκαν ως «Director’s Cut»: το Death Stranding και το Ghost of Tsushima. Ο όρος ενόχλησε πρώτον απ’ όλους τον Hideo Kojima, ο οποίος έγραψε στο Twitter ότι στον κινηματογράφο το director’s cut επαναφέρει υλικό που κόπηκε, ενώ εδώ επρόκειτο για περιεχόμενο που φτιάχτηκε επιπλέον. Πρότεινε, μεταξύ σοβαρού και αστείου μάλλον, το «Delector’s Plus».
Το Ghost of Tsushima Director’s Cut, που κυκλοφόρησε στις 20 Αυγούστου 2021 με το νησί Iki ως νέα περιοχή, έφερε και την πρώτη μεγάλη διαμάχη τιμολόγησης της γενιάς. Η αναβάθμιση από το PS4 στην έκδοση PS5 κόστιζε 29,99 δολάρια, 10 δολάρια περισσότερα από την αναβάθμιση στην έκδοση PS4, με ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Η διαφορά αφορούσε μόνο τις τεχνικές βελτιώσεις του νέου hardware, όπως την υποστήριξη του DualSense.
Η στροφή στα roguelike
Τα επόμενα χρόνια η Sony δοκίμασε κάτι πιο έξυπνο: να δίνει στις νέες εκδόσεις ένα mode που ξαναχρησιμοποιεί το σύστημα μάχης με τυχαία στοιχεία και πρόοδο τύπου roguelike. Τον Δεκέμβριο του 2023 το God of War Ragnarök πήρε δωρεάν το Valhalla, έναν roguelite επίλογο στην ιστορία του Kratos. Λίγες εβδομάδες αργότερα, το The Last of Us Part II Remastered κυκλοφόρησε με το No Return, ένα roguelike mode με πολλούς χαρακτήρες.
Ένα roguelike mode ανακατεύει εχθρούς, χάρτες και μηχανισμούς που ήδη υπάρχουν και δίνει αρκετές ώρες παιχνιδιού χωρίς να χρειάζεται νέα cutscenes και σενάριο. Σε παιχνίδια με τόσο καλοδουλεμένη μάχη, είναι ένας φυσικός τρόπος να φέρεις ξανά τον παίκτη χωρίς ενοχλητικές επαναλήψεις στο περιεχόμενο.
Το Complete Edition του Yōtei ενώνει και τις δύο παραδόσεις: ένα κλασικό expansion σαν το Iki Island και ένα roguelike mode σαν το No Return, χωρίς την ετικέτα «Director’s Cut».
Πίσω στη Sekigahara

Το expansion, Echoes of Sekigahara, ξεκινά όταν ο Nagato, ένα πρόσωπο από το παρελθόν της Atsu, φτάνει στο Ezo. Η αφήγηση μοιράζεται ανάμεσα στο παρόν και σε flashbacks από τα χρόνια της Atsu στην κεντρική Ιαπωνία, φτάνοντας μέχρι τη Μάχη της Sekigahara το 1600. Ήταν η σύγκρουση που εδραίωσε την κυριαρχία του Tokugawa Ieyasu, τρία χρόνια πριν από τα γεγονότα του βασικού παιχνιδιού.
Το expansion ξεκλειδώνει μετά από περίπου δέκα ώρες στο βασικό παιχνίδι και διαρκεί πέντε έως οκτώ ώρες, ανάλογα με τις παράπλευρες δραστηριότητες. Η νέα περιοχή, τα Ashoro Foothills, είναι μικρότερη απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς και αυτό δουλεύει υπέρ της: είναι πυκνή, χωρίς άδειες αποστάσεις που κουράζουν στα μεγάλα open worlds. Η Atsu αποκτά νέα βαριά όπλα, πανοπλίες και βαφές, ενώ η ιστορία ασχολείται και με την προέλευση του λύκου της.
Στο gameplay το Echoes παίζει μάλλον με ασφάλεια: είναι, ουσιαστικά, περισσότερο Ghost of Yōtei. Αλλά η ιστορία κρατά το βάρος. Η δομή θυμίζει το Iki Island: μια νέα περιοχή, μια ιστορία που σκάβει στο παρελθόν του πρωταγωνιστή, και ένα παιχνίδι που δεν χρειάζεται να καινοτομήσει για να δικαιολογήσει την επιστροφή στον κόσμο του. Το «περισσότερο Yōtei» είναι αρκετό.
Ο Jin Sakai επιστρέφει

Το Most Wanted στήνεται γύρω από επικηρύξεις: κύματα εχθρών που καταλήγουν σε μάχη με boss. Ο παίκτης μαζεύει perks κατά τη διάρκεια κάθε run, ενώ με κάθε προσπάθεια ξεκλειδώνει νέα όπλα, cosmetics και χαρακτήρες που μένουν μεταξύ των runs. Είναι η ίδια αρχιτεκτονική του No Return, προσαρμοσμένη σε ένα σύστημα μάχης που βασίζεται στα parries και στις αλλαγές όπλων τύπου rock-paper-scissors.
Το δυνατό χαρτί του mode είναι οι χαρακτήρες. Εκτός από την Atsu, ο παίκτης μπορεί να χειριστεί την Oyuki, τον Nagato και τον Jin Sakai, τον πρωταγωνιστή του Ghost of Tsushima. Ένα τέτοιο mode έχει το ατού ότι δεν χρειάζεται να ακολουθεί συγκεκριμένη χρονολογία ή σεναριακά βήματα. Το Most Wanted απλώς αγνοεί το canon, και αυτή η ελευθερία είναι μέρος της γοητείας του, ενώ δεν επισκιάζει τη νέα πρωταγωνίστρια.
Εδώ φαίνεται και τι έμαθε η Sony από το No Return, που σε άφηνε να παίξεις με χαρακτήρες ολόκληρης της σειράς The Last of Us. Η επανάληψη γίνεται ενδιαφέρουσα όταν αλλάζει ο χαρακτήρας που χειρίζεσαι, όχι μόνο η διάταξη των εχθρών. Και για όσους έχουν ήδη τελειώσει το βασικό παιχνίδι, είναι ένας καλός λόγος να μείνουν μετά τα credits. Το σύστημα μάχης παραμένει εξαιρετικό και ταιριάζει πολύ σε ένα mode αυτού του στιλ.
Oι κάτοχοι του βασικού τίτλου πληρώνουν 14,99 ευρώ για την αναβάθμιση, παίρνοντας τα Echoes και Most Wanted. Η σύγκριση με το 2021 δείχνει την κατεύθυνση. Η αναβάθμιση κοστίζει λιγότερο από εκείνη του Tsushima στο PS5, δεν χρεώνει τεχνικές βελτιώσεις και περιλαμβάνει δύο ουσιαστικά κομμάτια περιεχομένου αντί για ένα. Εξαιρετική στιγμή για επιστροφή στον κόσμο του παιχνιδιού, με ένα ουσιώδες πακέτο νέου περιεχομένου, και ιδανικό σημείο εισόδου για νεοφερμένους.
Το review βασίστηκε σε αντίτυπο που μας παραχωρήθηκε από την PlayStation Greece.