15.10.2026
6’ READ TIME

Το «Street Fighter» μάς μεταφέρει σε ένα κυριακάτικο μεσημέρι των ‘90s

Η μεταφορά του δημοφιλούς fighting τίτλου αναγνωρίζει ότι το τελευταίο είναι αναπόσπαστο στοιχείο της pop culture των ’90s και μεριμνά ώστε το θέαμα να μοιάζει με κάτι που θα πετύχαινες εκείνη την εποχή ένα μεσημέρι Κυριακής στην τηλεόραση.
Noah Centineo και Andrew Koji
Billboard 1

Υπήρξαν ασφαλώς κάποιες αναλαμπές, με χαρακτηριστικότερη το Street Fighter IV, ωστόσο το παιχνίδι που καθόρισε τα fighting games με τα χρόνια έχασε έδαφος μπρος στο αντίπαλο δέος του λίγο μεταγενέστερου Mortal Kombat και του Tekken, που συνδέθηκε με τη δημοφιλέστερη κονσόλα νέας γενιάς. Κι από μια πλευρά, είναι αδύνατο να τo εννοήσεις έξω από το πλαίσιο των ‘90s: το Street Fighter II, με τις δεκάδες μικροπαραλλαγές του, είναι αναπόσπαστο σημείο της pop κουλτούρας της εποχής και είναι συνδεδεμένο πρωτίστως με την εμπειρία των arcades. Βγήκε, δε, σε μια εποχή που οι διεθνείς σχέσεις (φαινομενικά) είχαν αρχίσει να εξομαλύνονται μετά την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος, αλλά η έννοια της εθνικής ταυτότητας ήταν ακόμα αρκετά ενισχυμένη (και υπεραπλουστευμένη). Και για αυτό υπήρχε χώρος για να διεισδύσει στο συλλογικό ασυνείδητο ένα παιχνίδι με χαρακτήρες που χρειαζόταν να κοιτάξεις μόνο για λίγα δευτερόλεπτα ώστε να καταλάβεις από πού προέρχονται και πρεσβεύουν.

Οι δημιουργοί αυτού του reboot, σε αντίθεση με εκείνους της απρόσφορης απόπειρας διευρυμένου κινηματογραφικού σύμπαντος που άκουγε στο όνομα The Legend of Chun-Li (2009), το αντιλήφθηκαν και σοφά την τοποθέτησαν στο χρονικό πλαίσιο που τη γέννησε, αντλώντας έμπνευση κυρίως από το Street Fighter II και τις διάφορες version του – ένα διάσημο hidden boss παίζει κεντρικό ρόλο στην πλοκή. Κι όταν κάνουμε λόγο για τοποθέτηση, δεν εννοούμε απλώς ότι χρόνος δράσης είναι το 1993, αλλά αναφερόμαστε σε μια υιοθέτηση του κινηματογραφικού τρόπου της εποχής. Έτσι, στην κινηματογράφηση της δράσης υπάρχει εμφανής προτίμηση στα mid shots. Έτσι, οι ήρωες μιλούν μεγαλόστομα και φτύνουν επιθετικές ατάκες ο ένας στον άλλο. Έτσι, τα άσματα και το σάουντρακ συνάδουν με τους ήχους που άκουγες τότε στα ραδιόφωνα. Έτσι, τα σώματα κινηματογραφούνται με λαγνεία – αλλά αυτή τη φορά όλα τα σώματα. Υπάρχει ένα ιδιοφυές transition όταν η Chun-li ανοίγει το νερό του ντους να τρέξει, μπαίνει γυμνή και χάνεται στους ατμούς του. Δεν θέλουμε να σας το χαλάσουμε, αλλά οφείλουμε να το μνημονεύσουμε, καθώς πρόκειται για μια ιδιοφυή ανατροπή των προσδοκιών του macho λιγούρη που, αναπόφευκτα, θα αποτελέσει μέρος του κοινού. 

Επειδή βρισκόμαστε στο 2026, η ταινία κάνει address το παραπάνω, αλλά με τρόπο που εστιάζει στο χιούμορ και όχι στην έριδα και, μάλιστα, δίχως να καταφεύγει στη meta εξυπνάδα. Και εδώ είναι μια βασική διαφορά της από το πρόσφατο Masters of the Universe, που επιχείρησε μια αντίστοιχη κινηματογραφική αναδρομή – στα ‘80s εκείνο. Το χιούμορ της είναι κυρίως ενδοφιλμικό και όχι διακινηματογραφικό. Δεν νιώθει την ανάγκη να χτυπά τον θεατή διαρκώς στον ώμο και να του ψιθυρίζει «μα τι χαζομάρες λέμε και κάνουμε εδώ πέρα», για να λάβει συγχωροχάρτι, έστω κι αν είναι χαζομάρες. Και εννοείται πως είναι γεμάτη από σαχλαμαρισμούς, αλλά σαν εκείνους που προέκυπταν από την αφέλεια του σινεμά αναφοράς της, η οποία, μετά από οκάδες μεταμοντέρνου σαρκασμού, μοιάζει αναζωογονητική.

Και, βέβαια, για να πετύχει αυτή η αναδρομή, τα σκηνικά και τα props είναι σε μεγάλο βαθμό αναλογικά, η action χορογραφία εκτελείται πρωτίστως από τους ηθοποιούς και τους κομπάρσους τους κι αυτό σίγουρα ξεκουράζει το μάτι, σε αντίθεση με την ψηφιακή χασμωδία της δύο πρόσφατων Mortal Kombat. Ο σκηνοθέτης Kitao Sakurai και οι τεχνικοί του έχουν κάνει ό,τι μπορούν για να ανασυνθέσουν το σύμπαν του Street Fighter II και για να πλάσουν μια ‘90s κινηματογραφική εμπειρία. Ήταν άτυχοι η ταινία τους να κυκλοφορήσει λίγες εβδομάδες αφού ο Zach Cregger το πήγε ένα βήμα παραπέρα με το Resident Evil του, καταφέρνοντας να μεταφράσει κινηματογραφικά τη συνολική gaming εμπειρία, οπότε το αποτέλεσμα μοιραία φαντάζει «μικρότερο», αλλά υποθέτουμε ότι κανείς δεν είχε ανάλογες απαιτήσεις από μια μεταφορά Street Fighter. 

O 50Cent υποδύεται τον Βalrog.

Kυρίως περίμενε να δει τα αφύσικα καρφάκια του Guyle, τους επίσης αφύσικους γλουτούς της Chun-Li, τον Balrog να ξαπλώνει τον αντίπαλο με υπερηχητικό κροσέ και τον M. Bison να φωνάζει «Psycho Crusher». Και, όπως με την περίπτωση του Raul Julia στην ταινία του ’94, έτσι κι εδώ MVP είναι ο David Dastmalchian, που υποδύεται με καρτουνίστικο μπρίο τον μεγαλομανή δικτάτορα, αλλά αρκετά διαφορετικά. Αν κατευθυντήρια γραμμή της ερμηνείας του αδικοχαμένου Julia ήταν η ατάκα «you came here to fight a madman and instead you found a God», του Dastmalchian μάλλον είναι μια που, δυστυχώς, δεν κάνει να αποκαλύψουμε. Θα πούμε μόνο ότι σχετίζεται με πατούσες, προσθέτοντας ότι οι χαρακτήρες στην ταινία είναι αναίτια (αλλά απολαυστικά) horny. Κι αυτό είναι ακόμα μια πινελιά ‘90s: θυμίζουμε ότι στο πρώτο μισό της δεκαετίας το sex είχε κάνει την επανεμφάνισή του στο mainstream αμερικανικό σινεμά.  

MVP είναι ο David Dastmalchian, που υποδύεται με καρτουνίστικο μπρίο τον μεγαλομανή δικτάτορα.

Ομολογουμένως, πιάσαμε τον εαυτό μας να αναρωτιέται τι θα έκαναν με αυτό το υλικό στα χέρια τους οι αδερφοί Φιλίππου, που είχαν αναλάβει αρχικά τα σκηνοθετικά ηνία της μεταφοράς και αποχώρησαν φιλικά λόγω δημιουργικών διαφωνιών. Πιθανότατα μέρος της λογικής του και κάποια από τα ευρήματα ανήκουν σε εκείνους – θυμίζει λίγο την περίπτωση του Ant-Man το οποίο δούλευε για χρόνια ο Edgar Wright, για να τα σπάσει τελικά με τον συγκεντρωτικό Kevin Feige. Η δε διάρκεια της ταινίας, που αγγίζει το δίωρο, αντιβαίνει στον b-movie προσανατολισμό της, ενώ η επιλογή να γυριστεί μέρος της σε anime style, κάνει πιο αισθητές τις διαφορές με την (υπολειπόμενη) live-action δράση – είναι άλλη η ταχύτητα και η κινησιολογία των animated χαρακτήρων, δεν περιορίζεται από τους νόμους της φυσικής. Και ναι, ιδανικά θα θέλαμε όλες οι σκηνές μονομαχίας να έχουν την έμπνευση αυτής μεταξύ Ken και Ryu στο δωμάτιο ξενοδοχείου, που παραπέμπει στη σλαπστικ παλαβομάρα των ταινιών του Jackie Chan. Διαθέτουν, όμως, από άπερκατ και ειδικές κινήσεις μέχρι παραδοσιακές μπούφλες και καρπαζιές και απαρτίζονται από όλα τα πιθανά ζευγαρώματα των γνωστών μαχητών. 

Το τελευταίο αποδεικνύει ότι η ταινία καταλαβαίνει τι θέλει η μεγαλύτερη μερίδα των fan, χωρίς να λαϊκίζει για να κερδίσει την εύνοια των τιφόζι– δεν θα αναγνώριζε τόσο έκδηλα τον λανθάνοντα ομοερωτισμό της υπόθεσης, αν έπραττε το τελευταίο. Δεν την είδαμε στη δημοσιογραφική προβολή της, την παρακολουθήσαμε στην avant-premiere. Στο τέλος το κοινό της, που απαρτιζόταν κυρίως από ανθρώπους που βαδίζουν προς τα δεύτερα –άντα,  χειροκρότησε. Στις δυο δεκαετίες που κάνουμε αυτή τη δουλειά, ήταν από τις λιγοστές φορές που έχoυμε παρατηρήσει αντίστοιχη συμπεριφορά σε avant-premiere ταινίας, όπου οι συνθήκες είναι πιο ειδικές – συνήθως το κοινό είναι ετερόκλητο και αρκετοί πηγαίνουν ανυποψίαστοι, επειδή «είναι δωρεάν». Κι αυτό, έστω και σε ένα τέτοιο μικρό δείγμα, υποδεικνύει την πιθανή αποδοχή της από την κοινότητα των fan. 

Και αν τελικά την αποσπάσει, θα είναι επειδή αναγνωρίζει ευθέως εκείνα που τους ενώνουν, ως μέλη μιας φαντασιακής κοινότητας στα οποία το What’s up των 4 Non Blondes μπορεί να προκαλέσει από χαμόγελο ως ρίγος. Δεν κρίνουμε, για να μην κριθούμε.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Γιάννης Βασιλείου, Γεννήθηκε το 1985 στη Λαμία. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών, άσκησε δικηγορία επί σειρά ετών, ενώ… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO