Για τους φίλους του σινεμά τρόμου και, γενικότερα, του φανταστικού, ο Mike Flanagan συστάσεις δεν χρειάζεται. Ήδη από το Absentia και το Oculus φαινόταν ότι έχουμε να κάνουμε με έναν δημιουργό με πολύ κινηματογραφική αντίληψη του ρυθμού και του horror set piece, με κάποιον που γνωρίζει ότι ο τρόμος απαιτεί πρωτίστως αξιοποίηση του χώρου μέσα στο κάδρο και χειραγώγηση του χρόνου.
Στη συνέχεια η φήμη του εκτοξεύθηκε στη στρατόσφαιρα. Γύρισε sequels, ανέλαβε franchise, διασκεύασε συγγράμματα-σταθμούς για τη λογοτεχνία του φανταστικού, αλλάζοντάς τα ριζικά, και πήρε τη σκυτάλη από τον Frank Darabont ως συστηματικός διασκευαστής Stephen King, έχοντας μέχρι στιγμής παραδώσει το αγωνιώδες Gerald’s Game με την αξέχαστη γκροτέσκ σκηνή και το απαράδεκτο φινάλε – για το οποίο φταίει ο συγγραφέας, όμως- το αρκετά «επικίνδυνο» Doctor Sleep από το οποίο κατάφερε να βγει αλώβητος και, βέβαια, το Life of Chuck, ένα crowdpleaser παλιάς κοπής αλλά με φρέσκια δομή και μια από εκείνες τις εκλεκτές ταινίες που θα είναι πάντα διαθέσιμες για όποιον και όποτε τις χρειαστεί, έτσι τρυφερά που πραγματεύεται την έννοια του τέλους.
Δείτε τη συνέντευξη εδώ:
Τώρα, ο Flanagan στράφηκε στην Carrie, με μια μινι-σειρά που συζητιέται ήδη πολύ στις αγγλοσαξονικές χώρες και περισσότερο από όσο θα περιμέναμε στα μέρη μας, δεδομένου ότι παίζεται σε μια όχι και τόσο δημοφιλή πλατφόρμα στη χώρα μας, όπως το Amazon Prime. Παίρνοντας μεγάλες δημιουργικές ελευθερίες, προσαρμόζοντας την ιστορία στον κόσμο των social media και θέτοντας ως θεματικό πυρήνα και πάλι την καλοσύνη, την θέση της στον κόσμο και τη στάση μας απέναντί της, ο Flanagan παρέδωσε μια σειρά που προκαλεί για binge-watching – τη βγάλαμε σε ένα βράδυ και όχι μόνο επειδή είχαμε τη συνέντευξη την επόμενα μέρα.
Δεν σκηνοθετεί αυτός όλα τα επεισόδια και φαίνεται, στην προσπάθειά του να γίνει κοινωνικά relevant φλυαρεί και προσφεύγει, ενίοτε, σε σχηματικές αντεγκλήσεις, όταν όμως το αποτέλεσμα στην οθόνη λειτουργεί, πραγματικά λειτουργεί. Οι έχοντες στερητικό σύνδρομο Stranger Things, πάντως, θα παρηγορηθούν με αυτό το (πολύ πιο αιματηρό και μαύρο) δείγμα μακάβριου εφηβισμού. Και οι φαν του Stephen King μάλλον θα τρίβουν τα χέρια τους με το φινάλε του, παρά τις ριζικές αλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο υλικό.
Μιλήσαμε και γι’αυτές με τον σκηνοθέτη, κυρίως, όμως, μιλήσαμε για jump scares και ειδικότερα για εκείνο του παρεξηγημένου Exorcist III του William Peter Blatty. Και κρίνοντας από τον τρόπο που μιλούσε γι’ αυτό, αλλά και από το πρόσφατο τρέιλερ του επερχόμενου The Exorcist: Martyrs, υποψιαζόμαστε ότι στον Flanagan αρέσει τόσο πολύ η ταινία, που, κατά κάποιον τρόπο, αποφάσισε να την ξαναγυρίσει.