Κάποτε, για να αποκτήσει ένας CEO άψογη πρόζα, βασιζόταν συνήθως σε κάποιον ghostwriter. Σήμερα χρειάζεται απλώς ένα prompt και, όπως απέδειξε πρόσφατα ο Stanley Druckenmiller, ούτε καν πολλή αιδώ.
Την περασμένη εβδομάδα, ο θρυλικός επενδυτής δημοσίευσε στη Wall Street Journal ένα άρθρο γνώμης με το οποίο επέκρινε τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, παλιό του συνεργάτη και προστατευόμενό του. Σύντομα, όμως, το ενδιαφέρον του κοινού μετακινήθηκε από την αγορά ομολόγων στη γλώσσα του κειμένου.
Λίγα λεπτά έπειτα από τη δημοσίευση του κειμένου, διάφοροι αναγνώστες άρχισαν να εντοπίζουν μια σειρά από γνώριμες φράσεις που «μυρίζουν» ChatGPT. Στη συνέχεια, κάποιοι από αυτούς απευθύνθηκαν στο δημοφιλές εργαλείο ανίχνευσης Pangram, το οποίο χαρακτήρισε το κείμενο «100% παραγόμενο από AI», μια εκτίμηση που χρειάζεται κάποια επιφύλαξη, όπως άλλωστε κάθε αποτέλεσμα AI detector.
Πρόκειται μάλλον για την πρώτη φορά που ένας μεγάλος δημοσιογραφικός οργανισμός υποστήριξε επισήμως τη χρήση AI για τη συγγραφή άρθρου γνώμης.
Στην πορεία, ο Druckenmiller παραδέχθηκε πρόθυμα ότι χρησιμοποίησε εργαλεία όπως το ChatGPT και το Claude. «Υπάρχει λόγος που άφησα στην άκρη την αγγλική φιλολογία για τα οικονομικά», ανέφερε στο NOTUS, παρότι υποστήριξε πως απέρριψε αρκετές από τις προτάσεις των LLMs. «Γράφω πλέον τα πάντα με AI, για τον ίδιο λόγο που χρησιμοποιώ κομπιουτεράκι όταν λύνω μαθηματικά προβλήματα».
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η αντίδραση της ίδιας της εφημερίδας. Ο Paul Gigot, διευθυντής της WSJ για τα άρθρα γνώμης, υποστήριξε τον Druckenmiller, κρίνοντας πως δεν υπήρξε κάτι αθέμιτο στην παραγωγή του κειμένου. Χαρακτήρισε το AI «γεγονός της σύγχρονης ζωής» και ανέφερε πως το κρίσιμο κριτήριο για τη δημοσίευση ενός άρθρου γνώμης είναι αν το κείμενο «αποτυπώνει την αυθεντική θέση του υπογράφοντος συντάκτη και αν εκείνος διαθέτει την αξιοπιστία για να την εκφράσει».
Ο ίδιος ο όμιλος διευκρινίζει ότι χρησιμοποιεί ήδη AI σε έρευνες δεδομένων, μεταφράσεις και περιγραφές εικόνων για λόγους προσβασιμότητας, με δημοσιογραφικό έλεγχο πριν από τη δημοσίευση.
Πρόκειται μάλλον για την πρώτη φορά που ένας μεγάλος δημοσιογραφικός οργανισμός υποστήριξε επισήμως τη χρήση AI για τη συγγραφή άρθρου γνώμης.
Η υπόθεση Druckenmiller προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις σε ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας. Για άλλους, όμως, έγινε αφορμή για ένα εύλογο ερώτημα: γιατί μας ενοχλεί τόσο πολύ που το AI αναλαμβάνει τον ρόλο του ghostwriter; Άλλωστε, πολύ πριν από την έλευση του ChatGPT, οι CEOs σπάνια έγραφαν μόνοι τους τα κείμενα που έφεραν την υπογραφή τους.
Η μόνη διαφορά είναι πως ανέθεταν τη δουλειά σε ανθρώπους αντί για μηχανές.
Ο Florent Daudens, συνιδρυτής της Mizal.ai, σχολίασε το ζήτημα, θυμίζοντας ότι «πολιτικοί και στελέχη εμπιστεύονται εδώ και δεκαετίες τις ομιλίες τους σε speechwriters και ομάδες επικοινωνίας». Η πρακτική αυτή έχει ενσωματωθεί τόσο βαθιά στη δημόσια ζωή, που σπάνια απαιτούμε αστερίσκο κάτω από κάθε βαρυσήμαντη φράση πως αυτή έχει παραχθεί με ανθρώπινη βοήθεια.
Ίσως το χρησιμότερο ερώτημα γύρω από τη χρήση του AI ως ghostwriter να μην αφορά κυρίως την ηθική, αλλά την αποτελεσματικότητα. Με άλλα λόγια, πετυχαίνουν τα AI κείμενα τον σκοπό τους;
Ο Victor Mitton, Βρετανός ghostwriter για CEOs και executive στελέχη, επανέλαβε το ίδιο επιχείρημα μιλώντας στο WIRED Greece. «Μέχρι πρότινος, ένας editor συνήθως θα κρατούσε σημειώσεις από τον CEO και θα αναλάμβανε την αναθεώρηση ή ακόμη και τη συγγραφή του εκάστοτε κειμένου», εξηγεί. «Υπήρχαν και υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου ένας ghostwriter έγραφε κάθε λέξη του κειμένου. Παρότι ήταν κοινή πρακτική, καμία σχετική προειδοποίηση δεν συνόδευε ποτέ το τελικό άρθρο ή ομιλία».
«Αν, αντί για prompting, την ίδια δουλειά για τον Druckenmiller την είχε κάνει ένας άνθρωπος editor, θα ενοχλούνταν κανείς;» αναρωτιέται.
Η τεχνολογία σπάνια φτάνει με έτοιμο εγχειρίδιο κοινωνικής συμπεριφοράς και οι ηθικοί κανόνες διαμορφώνονται μέσα από τέτοιες μικρές κρίσεις. Ήδη πριν από δύο δεκαετίες, ο καθηγητής νομικής δεοντολογίας Stephen Gillers υποστήριζε ότι το ghostwriting μπορεί να θεωρηθεί θεμιτό για πολιτικούς και CEOs, επειδή το κοινό ενδιαφέρεται κυρίως για τις ιδέες τους και όχι για τον τρόπο έκφρασης. Στην ακαδημαϊκή εργασία, ωστόσο, όπου η διατύπωση αποτελεί μέρος της ίδιας της πνευματικής συμβολής, το όριο δεοντολογίας γίνεται αυστηρότερο.
Ίσως, όμως, το χρησιμότερο ερώτημα γύρω από τη χρήση του AI ως ghostwriter να μην αφορά κυρίως την ηθική, αλλά την αποτελεσματικότητα. Με άλλα λόγια, πετυχαίνουν τα AI κείμενα τον σκοπό τους;
Μια πρόσφατη ανάλυση της NP Digital δείχνει πως η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Μελετώντας 3.011 κείμενα από 100 εταιρείες, διαπίστωσε ότι το ανθρώπινο περιεχόμενο κρατούσε τον αναγνώστη στη σελίδα κατά μέσο όρο 37 δευτερόλεπτα περισσότερο από το AI-generated κείμενο.

Το εύρημα αγγίζει ένα υπαρκτό πρόβλημα: η ταχύτητα παραγωγής ενός κειμένου χάνει την αξία της όταν το αποτέλεσμα ακούγεται σαν όλα τα υπόλοιπα.
Μάλιστα, το LinkedIn, όπου τα κείμενα από CEOs και εταιρικά στελέχη κυριαρχούν, αντιλήφθηκε ήδη τον κίνδυνο. Η πλατφόρμα πρόσθεσε πρόσφατα την επιλογή «Seems like AI slop», ώστε οι χρήστες να αναφέρουν αναρτήσεις που μοιάζουν μηχανικές και κενές ουσίας. Παράλληλα, αποσύρει το εργαλείο που «βελτίωνε» ολόκληρες αναρτήσεις, αντικαθιστώντας το με απλό proofreading.
Το πραγματικό πρόβλημα του AI ghostwriter ίσως, λοιπόν, εμφανίζεται τη στιγμή που γίνεται αντιληπτός. «Ένας καλός ghostwriter σε βοηθά να ακούγεσαι περισσότερο σαν τον εαυτό σου», καταλήγει ο Mitton. «Ένας μέτριος αλγόριθμος, από την άλλη, σε κάνει απλώς να ακούγεσαι σαν όλους τους άλλους».