Για περισσότερους από 2 εκατομμύρια Έλληνες, η Revolut ήταν η κάρτα των ταξιδιών, των online αγορών και των γρήγορων μεταφορών χρημάτων. Ένας δεύτερος λογαριασμός που ζει στο κινητό, αλλά συνυπάρχει δίπλα στην παραδοσιακή τράπεζα όπου καταλήγει ο μισθός.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί τώρα να αλλάξει η εταιρεία.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ενέκρινε τη δημιουργία ελληνικού υποκαταστήματος της Revolut Bank UAB, με την επωνυμία Revolut Greece, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε η εταιρεία να προσφέρει στους πελάτες της λογαριασμούς με IBAN που ξεκινά από GR μέσα στους επόμενους μήνες. Παράλληλα, σχεδιάζει να διευρύνει σταδιακά το χαρτοφυλάκιο των τραπεζικών υπηρεσιών της στην ελληνική αγορά.
Η Revolut δεν θέλει πλέον να είναι απλώς η εφαρμογή που ανοίγουμε πριν από ένα ταξίδι στο εξωτερικό αλλά το μέρος όπου μπαίνει ο μισθός μας, πληρώνονται οι λογαριασμοί μας και, τελικά, βρίσκεται η οικονομική καθημερινότητά μας.
Η εταιρεία ανακοίνωσε επίσης τον διορισμό του Βασίλη Αμεράνη στη θέση του Γενικού Διευθυντή για την Ελλάδα, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία της, εξυπηρετεί πλέον περισσότερους από 2 εκατομμύρια πελάτες. Περιγράφει, μάλιστα, την έγκριση ως σημαντικό ορόσημο στην προσπάθειά της να δημιουργήσει μια «πραγματικά τοπική τράπεζα».
Το «τοπική» είναι εδώ η λέξη-κλειδί. Η Revolut δεν θέλει πλέον να είναι απλώς η εφαρμογή που ανοίγουμε πριν από ένα ταξίδι στο εξωτερικό αλλά το μέρος όπου μπαίνει ο μισθός μας, πληρώνονται οι λογαριασμοί μας και, τελικά, βρίσκεται η οικονομική καθημερινότητά μας.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η βρετανική fintech βρίσκεται στην ισχυρότερη φάση της ιστορίας της. Μια νέα δευτερογενής πώληση μετοχών αποτιμά την εταιρεία στα 115 δισ. δολάρια, καθιστώντας τη Revolut την πολυτιμότερη ιδιωτική fintech της Ευρώπης. Η εταιρεία αναφέρει πλέον περίπου 75 εκατομμύρια πελάτες σε περισσότερες από 40 χώρες, ενώ την προηγούμενη οικονομική χρήση κατέγραψε έσοδα 4,5 δισ. λιρών και κέρδη προ φόρων 1,7 δισ. λιρών.
Και σαν να μην ήταν αρκετά μεγάλοι αυτοί οι αριθμοί, ο συνιδρυτής και CEO της Revolut, Nik Storonsky, διαπραγματεύεται ένα νέο πακέτο κινήτρων που θα μπορούσε να του αποδώσει επιπλέον μετοχές εφόσον η αποτίμηση της εταιρείας φτάσει κάποτε τα 500 δισ. δολάρια.
Δεν πρόκειται για την τρέχουσα αξία της Revolut, αλλά για έναν εξαιρετικά φιλόδοξο μακροπρόθεσμο στόχο. Σύμφωνα με τους Financial Times, το σχέδιο θα ακολουθεί τη λογική του προηγούμενου προγράμματος κινήτρων του Storonsky, με σταδιακές αποδόσεις μετοχών όταν η εταιρεία ξεπερνά προκαθορισμένα επίπεδα αποτίμησης. Εφόσον ολοκληρωθεί, ενδέχεται να αποτελέσει το μεγαλύτερο πακέτο αυτού του τύπου που έχει συμφωνηθεί ποτέ στην Ευρώπη.
Από 50 κάρτες στα 500 δισεκατομμύρια

Όταν η Balderton Capital επένδυσε στην εταιρεία, το 2015, η Revolut ήταν μια ομάδα μόλις πέντε ή έξι ανθρώπων. Διέθετε μια εφαρμογή σε δοκιμαστικό στάδιο και περίπου 50 κάρτες που χρησιμοποιούνταν πιλοτικά. Η αρχική πρόταση ήταν απλή: ένα πολυνομισματικό ψηφιακό πορτοφόλι που επέτρεπε στους χρήστες να πραγματοποιούν συναλλαγές χωρίς τις υψηλές χρεώσεις μετατροπής συναλλάγματος των παραδοσιακών τραπεζών.
Σύμφωνα με τον Daniel Waterhouse, General Partner της Balderton και έναν από τους πρώτους επενδυτές της Revolut, το προϊόν είχε από την αρχή ένα σπάνιο χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει τις καλύτερες τεχνολογικές υπηρεσίες: μετέτρεπε κάτι περίπλοκο σε μια εξαιρετική εμπειρία για τον χρήστη.
«Όταν χρησιμοποιείς τα καλύτερα προϊόντα, υπάρχει μια στιγμή που λες “ουάου”, όταν οι δημιουργοί έχουν πάρει κάτι περίπλοκο και επώδυνο και το έχουν μετατρέψει σε κάτι απλό και όμορφο. Αυτό ακριβώς ένιωσα όταν είδα το προϊόν της Revolut» λεει στο WIRED Greece.
Ακόμη πιο εντυπωσιακός, όμως,για τον βρετανό επενδυτή ήταν ο ίδιος ο Storonsky. «Όλοι οι founders λένε ότι θα χτίσουν μια εταιρεία αξίας ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων», θυμάται ο Waterhouse. «Στους περισσότερους βλέπεις μια μικρή αμφιβολία στα μάτια τους. Στον Nik δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο».
Ο Waterhouse δεν περιγράφει αυτή τη βεβαιότητα ως αλαζονεία. Πρώην trader, με υπόβαθρο στα μαθηματικά και στον ανταγωνιστικό αθλητισμό, ο Storonsky είχε ήδη συνηθίσει να αντιμετωπίζει την απόδοση ως κάτι που μπορεί να μετρηθεί, να βελτιστοποιηθεί και να ωθηθεί λίγο πιο πέρα. Ο επενδυτής τον περιγράφει ως «λακωνικό και σχεδόν ακραία προσηλωμένο»: έναν founder που γνωρίζει πού θέλει να φτάσει και δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις παρακάμψεις.
Σήμερα ο Storonsky παραμένει ο μεγαλύτερος μέτοχος της Revolut, με ποσοστό περίπου 29%. Το υφιστάμενο πρόγραμμα κινήτρων του θα μπορούσε να ανεβάσει τη συμμετοχή του κοντά στο 40%, εφόσον η αποτίμηση της εταιρείας φτάσει τα 200 δισ. δολάρια. Ένα νέο σχέδιο με ορίζοντα τα 500 δισ. θα μετέφερε στην Ευρώπη μια λογική αμοιβών περισσότερο εξοικειωμένη με τη Silicon Valley: τεράστιες αποδόσεις για εξίσου τεράστιους εταιρικούς στόχους.
Με την τρέχουσα συμμετοχή του, ακόμη και η σημερινή αποτίμηση της Revolut έχει ήδη μετατρέψει τον Storonsky σε έναν από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της Βρετανίας. Αν η εταιρεία πλησιάσει τους επόμενους στόχους της, η άνοδός του θα τον μετατρέψει στον πλουσιότερο άνθρωπο του Ηνωμένου Βασιλείου, και θα αποτελέσει ακόμη μία επίδειξη του πόσο γρήγορα η τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει πλούτο σε κλίμακα που οι παραδοσιακές βιομηχανίες χρειάζονται γενιές για να πετύχουν.
Γιατί το ελληνικό IBAN έχει σημασία
Παρά τη δημιουργία τοπικού υποκαταστήματος, η Revolut εξακολουθεί να λειτουργεί ως μέρος της λιθουανικής Revolut Bank UAB, η οποία εποπτεύεται από την Τράπεζα της Λιθουανίας και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι αποκτά επίσημη παρουσία στην Ελλάδα και τη δυνατότητα να εκδίδει ελληνικά IBAN. Στην πράξη, η διαφορά είναι μεγαλύτερη από όσο ακούγεται.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο απαγορεύει το λεγόμενο IBAN discrimination: την άρνηση αποδοχής ενός τραπεζικού λογαριασμού επειδή έχει εκδοθεί σε διαφορετική χώρα του SEPA, του Ενιαίου Χώρου Πληρωμών σε Ευρώ. Στην καθημερινότητα, ωστόσο, αρκετοί εργοδότες, δημόσιοι φορείς και επιχειρήσεις εξακολουθούν να προτιμούν, ή ακόμη και να ζητούν, ελληνικό λογαριασμό.
Τα τελευταία χρόνια η Revolut ακολουθεί ένα επαναλαμβανόμενο μοντέλο ανάπτυξης στην Ευρώπη: δημιουργεί τοπικά υποκαταστήματα και αντικαθιστά σταδιακά τα λιθουανικά IBAN με εγχώριους λογαριασμούς.
Το GR στην αρχή του IBAN μπορεί να μοιάζει με μικρή τεχνική λεπτομέρεια, αλλά για την Revolut είναι ένα εργαλείο αλλαγής συμπεριφοράς. Με ελληνικό IBAN, η εταιρεία μπορεί να διεκδικήσει κάτι πολύ σημαντικότερο από τις καλές συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις ανέπαφες πληρωμές: να γίνει ο βασικός τραπεζικός λογαριασμός του πελάτη. Εκεί όπου κατατίθεται ο μισθός, εκτελούνται οι πάγιες εντολές και οργανώνεται η καθημερινή οικονομική ζωή. Έτσι, η Revolut μπαίνει στη «μάχη» και αποκτά τη δυνατότητα να πιέσει άμεσα τις συστημικές τράπεζες της χώρας, όχι ως απλός ανταγωνιστής για ορισμένες λειτουργίες, αλλά για το σύνολο της επαφής με τον πολίτη.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια δηλώνει πως στόχος της είναι να γίνει η «κύρια τράπεζα» των πελατών της στην Ελλάδα.
Η χώρα μας δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.
Τα τελευταία χρόνια η Revolut ακολουθεί ένα επαναλαμβανόμενο μοντέλο ανάπτυξης στην Ευρώπη: δημιουργεί τοπικά υποκαταστήματα και αντικαθιστά σταδιακά τα λιθουανικά IBAN με εγχώριους λογαριασμούς. Το ίδιο έχει ήδη συμβεί σε χώρες όπως η Ιρλανδία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Ολλανδία, καθώς η εταιρεία επιχειρεί να μετατραπεί από μια εφαρμογή πληρωμών σε πλήρη ψηφιακή τράπεζα.
Η στρατηγική αυτή εξηγεί και γιατί η εταιρεία επενδύει τόσο επιθετικά σε νέες αγορές. Η Revolut αριθμεί πλέον περίπου 75 εκατομμύρια πελάτες σε περισσότερες από 40 χώρες, ενώ συνεχίζει να επεκτείνεται, έχοντας ήδη εξασφαλίσει πλήρη τραπεζική άδεια στο Ηνωμένο Βασίλειο και προωθώντας αντίστοιχα σχέδια στις ΗΠΑ και αλλού.
Τι σημαίνει για τις ελληνικές τράπεζες
Η είσοδος μιας ακόμη ψηφιακής τράπεζας δεν σημαίνει ότι οι παραδοσιακοί παίκτες θα χάσουν αυτομάτως τους πελάτες τους. Σημαίνει, όμως, ότι ο ανταγωνισμός μεταφέρεται πλέον στον πυρήνα της τραπεζικής σχέσης και όχι μόνο στις πληρωμές ή στο συνάλλαγμα.
Για χρόνια, οι ελληνικές τράπεζες διατηρούσαν το πλεονέκτημα της μισθοδοσίας, των δανείων, των πάγιων εντολών και της καθημερινής σύνδεσης με τον πελάτη. Το ελληνικό IBAN αφαιρεί ένα από τα σημαντικότερα πρακτικά εμπόδια που προστάτευαν αυτή τη σχέση.
Δεν αρκεί, βέβαια, ένα GR για να αλλάξει ο τραπεζικός χάρτης. Το επόμενο βήμα θα κριθεί από το πόσο γρήγορα η Revolut θα λανσάρει περισσότερα προϊόντα στην ελληνική αγορά, από πιστωτικές και αποταμιευτικές λύσεις μέχρι υπηρεσίες σχεδιασμένες ειδικά για τις τοπικές ανάγκες, καθώς και από το αν οι καταναλωτές θα αισθανθούν αρκετή εμπιστοσύνη ώστε να μεταφέρουν εκεί τον κύριο λογαριασμό τους.
Για τις ελληνικές τράπεζες, η πίεση θα αφορά επίσης την ταχύτητα, τον σχεδιασμό των εφαρμογών και το πόσο εύκολη μπορεί να γίνει μια υπηρεσία που για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν σχεδόν αναγκαστικά ως περίπλοκη.
Ένα superyacht στο background

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη της Revolut συνοδεύεται και από τις πιο αλλόκοτες παρενέργειες του ακραίου πλούτου. Την εβδομάδα αυτή, άλλωστε, αποκαλύφθηκε πως ο Storonsky βρίσκεται αντιμέτωπος με αγωγή ύψους 17,5 εκατ. ευρώ από τη μεσιτική εταιρεία πολυτελών σκαφών Cecil Wright & Partners. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι σύστησε στο οικογενειακό του γραφείο ένα superyacht αξίας 350 εκατ. ευρώ, αλλά ο επιχειρηματίας ολοκλήρωσε αργότερα τη συναλλαγή απευθείας με τον πωλητή, παρακάμπτοντας την προμήθεια 5% που, σύμφωνα με τη μεσιτική, της αναλογούσε. Είναι μια ενδιαφέρουσα αναλογία με το ίδιο το προϊόν της Revolut.
Το επίμαχο σκάφος έχει μήκος 102 μέτρα και διαθέτει, μεταξύ άλλων, πισίνα υπερχείλισης, beach club και γυμναστήριο με θάλαμο κρυοθεραπείας.
Εκπρόσωπος του οικογενειακού γραφείου του Storonsky χαρακτήρισε την αγωγή αβάσιμη και δήλωσε ότι θα την αντικρούσει δικαστικά. Η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη και οι ισχυρισμοί της μεσιτικής δεν έχουν κριθεί από το δικαστήριο.
Το περιστατικό δεν αλλάζει τη στρατηγική σημασία της ελληνικής επέκτασης. Προσφέρει, όμως, ένα σχεδόν κινηματογραφικό μέτρο της απόστασης που έχει διανύσει η Revolut: από μια φιλόδοξη εφαρμογή, μια χούφτα εργαζομένους και 50 δοκιμαστικές κάρτες, στον μεγαλύτερο ευρωπαϊκό τιτάνα του fintech, με ελληνικά IBAN, αποτίμηση 115 δισ. δολαρίων και διαφωνίες για προμήθειες που κοστίζουν περισσότερο από ολόκληρους γύρους χρηματοδότησης πολλών startups.
Το πραγματικό ερώτημα, πάντως, παραμένει πολύ πιο καθημερινό: όταν το GR εμφανιστεί στην εφαρμογή τους, πόσοι Έλληνες θα αποφασίσουν ότι η Revolut δεν είναι πλέον η δεύτερη τράπεζά τους;