Στις 9 Ιουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε για την επαναφορά του λεγόμενου Chat Control 1.0, που εξαιρεί τις πλατφόρμες από τους αυστηρούς κανόνες απορρήτου της ΕΕ. Επιτρέπει στις εταιρείες τεχνολογίας να σαρώνουν «εθελοντικά» ιδιωτικά μηνύματα και email για παράνομο υλικό (CSAM-Υλικό Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών), χωρίς να απαιτείται προηγούμενη δικαστική εντολή ή υποψία για συγκεκριμένο χρήστη.
Κατά ψήφισαν 314 ευρωβουλευτές, υπέρ 276, με 17 αποχές. Επειδή όμως η πρόταση απόρριψης απαιτούσε απόλυτη πλειοψηφία 361 ψήφων, το κείμενο πέρασε και το καθεστώς που επιτρέπει στις πλατφόρμες να πραγματοποιούν εθελοντικούς ελέγχους περιεχομένου παρατείνεται έως το 2028.
Το Chat Control 1.0, μια προσωρινή παρέκκλιση από τους κανόνες ePrivacy της ΕΕ, σε ισχύ από το 2021, επέτρεπε σε εταιρείες όπως η Meta, η Google και η Microsoft να σαρώνουν μηνύματα και email για υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Το Κοινοβούλιο απέρριψε την παράτασή του στις 26 Μαρτίου και το καθεστώς έληξε στις 3 Απριλίου του 2026.
Η επιστροφή του 1.0 δεν σημαίνει ότι κάθε συνομιλία στην Ευρώπη διαβάζεται. Αυτό που επανέρχεται είναι η δυνατότητα μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας -κυρίως αμερικανικών- να σαρώνουν ιδιωτικά μηνύματα χωρίς ένταλμα.
Εκεί θα μπορούσε να έχει τελειώσει η ιστορία. Αντ’ αυτού, στα τέλη Ιουνίου η πρόεδρος του Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μετσόλα άνοιξε ξανά τον φάκελο, στέλνοντάς τον στο Συμβούλιο, με το επιχείρημα ότι η λήξη των κανόνων άφηνε επικίνδυνο κενό στην προστασία των παιδιών. Στις 7 Ιουλίου, το Κοινοβούλιο ενέκρινε τη χρήση σπάνιας διαδικασίας κατεπείγοντος με 331 ψήφους έναντι 304, με τη στήριξη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.
Το κρίσιμο σημείο είναι το στάδιο της διαδικασίας. Επειδή ο νόμος βρισκόταν σε δεύτερη ανάγνωση, για την απόρριψη ή την τροποποίησή του απαιτούνταν απόλυτη πλειοψηφία 361 ψήφων, ενώ για την άλλη πλευρά αρκούσε απλή πλειοψηφία των παρόντων. Στην πράξη, αποχές και απουσίες λειτουργούν ως ψήφοι υπέρ της θέσης που έχει ήδη υιοθετήσει το Συμβούλιο.
Ο Patrick Breyer, πρώην ευρωβουλευτής και επικριτής του Chat Control, είπε πως το αποτέλεσμα «βλάπτει τη δημοκρατία».
Τι σαρώνεται και τι όχι
Η επιστροφή του 1.0 δεν σημαίνει ότι κάθε συνομιλία στην Ευρώπη διαβάζεται. Αυτό που επανέρχεται είναι η δυνατότητα μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας -κυρίως αμερικανικών- να σαρώνουν ιδιωτικά μηνύματα χωρίς ένταλμα -στα DMs πλατφορμών όπως το Instagram, το Discord, το Snapchat, το Skype και το Xbox, καθώς και σε email μέσω Gmail και iCloud. Το Instagram μπήκε ξανά στο κάδρο αφότου η Meta αφαίρεσε την κρυπτογράφηση από άκρο σε άκρο από τα μηνύματά του τον Μάιο του 2026.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ψηφοφορία αυτή αφορά αποκλειστικά το εθελοντικό πλαίσιο. Δεν επιβάλλει τη σάρωση και δεν απαιτεί την παραβίαση της κρυπτογράφησης.
Το Κοινοβούλιο υιοθέτησε, παράλληλα, τροπολογία που εξαιρεί ρητά τις επικοινωνίες με κρυπτογράφηση από το πεδίο εφαρμογής, όπως τα WhatsApp και Signal. Ο Breyer τη χαρακτηρίζει συμβολική, αφού οι πάροχοι έτσι κι αλλιώς δεν σαρώνουν κρυπτογραφημένη κίνηση. Η τροπολογία, πάντως, έχει διαδικαστικό βάρος: επειδή το Κοινοβούλιο τροποποίησε το κείμενο, ο φάκελος επιστρέφει στο Συμβούλιο, που έχει τρεις μήνες να εγκρίνει τις αλλαγές. Αν το Συμβούλιο τις απορρίψει, ενεργοποιείται επιτροπή συνδιαλλαγής και το θρίλερ συνεχίζεται.
Γιατί υπάρχει αντιπαράθεση
Το τεχνολογικό πρόβλημα είναι ότι η μαζική σάρωση δεν είναι ένας ψηφιακός ανιχνευτής εγκλήματος με τέλεια ακρίβεια. Είναι ένα σύστημα πιθανοτήτων. Ψάχνει μοτίβα, συγκρίνει αρχεία και προσπαθεί να προβλέψει παράνομο περιεχόμενο. Και, όπως κάθε σύστημα πρόβλεψης, μπορεί να κάνει λάθη.
Το βασικό επιχείρημα υπέρ της μαζικής σάρωσης είναι ότι μπορεί να οδηγήσει σε συλλήψεις και εντοπισμό δραστών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2024, τα οποία επικαλείται η ομάδα του πρώην ευρωβουλευτή Patrick Breyer μετά την ψηφοφορία της 9ης Ιουλίου 2026, το σκανάρισμα των ιδιωτικών συνομιλιών απέδωσε μόλις το 36% των συνολικών αναφορών κακοποίησης και η πλειονότητα προήλθε από δημόσιες αναρτήσεις και cloud αποθήκευση, που δεν χρειάζονταν αυτόν τον νόμο. Παράλληλα, αναφέρεται πως η πλειονότητα των αυτοματοποιημένων ειδοποιήσεων της Meta αφορούσε ήδη γνωστό υλικό, ενώ τα ποσοστά ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων στην ανίχνευση καταγράφονται σε σημαντικά ποσοστά.
Οι επικριτές αντιτίθενται στη νομοθεσία για διάφορους λόγους. Υποστηρίζουν ότι ο νόμος υποχρεώνει τις εταιρείες να ελέγχουν συνεχώς τις ιδιωτικές επικοινωνίες όλων των πολιτών χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη υποψία για κάθε άτομο ξεχωριστά. Επίσης, εκτιμούν πως για να ελέγχουν μηνύματα σε πλατφόρμες με κρυπτογράφηση από άκρο σε άκρο, οι εφαρμογές θα έπρεπε ουσιαστικά να δημιουργήσουν «πίσω πόρτες» ή να αποδυναμώσουν την ασφάλειά τους, δημιουργώντας τρωτά σημεία που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι χάκερ.
Η νομοθεσία συχνά συνοδεύεται από προτάσεις για αυστηρό έλεγχο της ηλικίας, κάτι που, σύμφωνα με τους επικριτές, υπονομεύει την ανωνυμία στο διαδίκτυο και την ελεύθερη έκφραση.
Τέλος, θεωρούν πως τα αυτοματοποιημένα προγράμματα σάρωσης και η τεχνητή νοημοσύνη ενίοτε αγνοούν το πλαίσιο, επισημαίνοντας συχνά αθώο υλικό (όπως προσωπικές φωτογραφίες από διακοπές) και προκαλώντας αβάσιμες αστυνομικές έρευνες.
Από την άλλη, οι υπέρμαχοι επικαλούνται τα νούμερα και εκτιμούν πως η νομοθεσία είναι απολύτως απαραίτητη για την ασφάλεια των παιδιών στο διαδίκτυο. Τα βασικά τους επιχειρήματα εστιάζουν στην προστασία των πιο ευάλωτων ομάδων και στην πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος. Υποστηρίζουν ότι το Chat Control παρέχει τα απαραίτητα εργαλεία για τον εντοπισμό και την καταπολέμηση του παράνομου υλικού παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης, το οποίο διακινείται μέσω διαδικτύου.
Επίσης, θεωρούν ότι ο σαρωτικός έλεγχος στα ιδιωτικά μηνύματα θα βοηθήσει στον εντοπισμό και τη διάλυση κυκλωμάτων εμπορίας ανθρώπων, τρομοκρατίας και άλλων σοβαρών εγκλημάτων. Το αμερικανικό NCMEC, που λειτουργεί τη γραμμή αναφορών CyberTipline, κατέγραψε 21,3 εκατομμύρια αναφορές το 2025, με πάνω από 61,8 εκατομμύρια αρχεία.
Chat Control 2.0
Όλα τα παραπάνω αφορούν το «μικρό» Chat Control. Το μεγάλο, ο Κανονισμός για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών (CSAR), που θα υποχρέωνε πλατφόρμες να σαρώνουν περιεχόμενο μέσω «εντολών ανίχνευσης», παραμένει σε διαπραγμάτευση.
Ο πέμπτος και υποτίθεται τελικός διάλογος, στις 29 Ιουνίου, κατέρρευσε πάνω στο ζήτημα της σάρωσης χωρίς υπόνοια. Εκεί κρύβεται και το πιο επίφοβο σενάριο: το client-side scanning, δηλαδή η ανάλυση του περιεχομένου πάνω στη συσκευή του χρήστη, πριν εφαρμοστεί η κρυπτογράφηση -κάτι που θα άφηνε την κρυπτογράφηση αρχιτεκτονικά ανέπαφη αλλά πρακτικά κενή νοήματος. Το Signal και άλλες πλατφόρμες έχουν απειλήσει με έξοδο από την ευρωπαϊκή αγορά αν ο CSAR περάσει.
Η σύγχυση γύρω από το Chat Control προέρχεται από το γεγονός ότι ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται για δύο διαφορετικές νομοθετικές μάχες. Το Chat Control 1.0 είναι η προσωρινή εξαίρεση που επιτρέπει εθελοντικές σαρώσεις. Το Chat Control 2.0 είναι ο μόνιμος κανονισμός που θα μπορούσε να επιβάλει υποχρεωτικές διαδικασίες ανίχνευσης. Ο διάλογος αναμένεται να συνεχιστεί τον Σεπτέμβριο. Εκεί θα κριθεί η πραγματική μάχη.