Στις 31 Ιουλίου η Ariana Grande κυκλοφόρησε το video για το «Petal», το νέο single από το ομώνυμο άλμπουμ της. Η πλοκή του βίντεο και το ίδιο το τραγούδι πέρασαν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στα σχόλια για το σώμα της. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Εδώ και καιρό υπάρχει τέτοιου τύπου σχολιασμός για την Grande στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά τώρα πήρε νέες διαστάσεις.
Σχόλια κάτω από το βίντεο έκαναν λόγο για «άρρωστη» εμφάνιση και έφταναν στο σημείο να κρίνουν την οικογένεια και τους ανθρώπους γύρω της. Λίγες μέρες μετά, η Grande αποχώρησε από μια θεατρική παραγωγή στο Λονδίνο, με τους παραγωγούς να επικαλούνται τη «συνεχή δημόσια παρατήρηση» με την οποία είναι αντιμέτωπη, ενώ η ομάδα της υποστήριξε πως η τραγουδίστρια βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Η pop star ανακοίνωσε πως θα αποσυρθεί από τη δημόσια σφαίρα για ένα διάστημα.
Πρόκειται για ένα ευρύτερο φαινόμενο της ψηφιακής εποχής: την ιδέα ότι μπορούμε να «διαβάσουμε» έναν άνθρωπο μέσα από μια φωτογραφία ή ένα βίντεο, και να πάρουμε πληροφορίες για την προσωπική ζωή και την υγεία του.
Ανάμεσα στα σχόλια ξεχώρισε αυτό της ηθοποιού και ακτιβίστριας Jameela Jamil, η οποία σε ανάρτηση κάτω από φωτογραφία της Grande γράφει ότι η τραγουδίστρια «πιθανότατα πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας» και κατηγορεί την ομάδα της για ανεύθυνη προβολή του σώματός της.
Η αντίδραση ήταν διχασμένη. Κάποιοι συμφώνησαν, λέγοντας ότι ανησυχούν για την υγεία της τραγουδίστριας. Άλλοι είπαν πως η Grande διαμορφώνει σε πραγματικό χρόνο τα πρότυπα ομορφιάς και πως η εμφάνισή της μπορεί να έχει ευρύτερη επιρροή. Και κάποιοι μίλησαν για body shaming, σημειώνοντας πως η ίδια η Grande είχε ζητήσει στο παρελθόν να σταματήσουν τα σχόλια για το σώμα της. Τον περασμένο Νοέμβριο, στην προώθηση του «Wicked: For Good», η τραγουδίστρια είχε μοιραστεί ξανά ένα βίντεο όπου περιέγραφε πώς αισθάνεται σαν «δείγμα σε petri dish» από τα 16 της χρόνια, ακούγοντας κάθε δυνατή κριτική για την εμφάνισή της.
Το 2023, μετά από έντονα σχόλια στα social media για το σώμα της, η ίδια απάντησε με ένα βίντεο στο TikTok, ζητώντας από τον κόσμο να σταματήσει να σχολιάζει την εμφάνιση των άλλων. Όπως είχε πει, βρισκόταν «στο χαμηλότερο σημείο» της ζωής της, όταν φαινόταν όπως πολλοί θεωρούν πως ήταν η υγιής της εμφάνιση.
Στα social media, χιλιάδες χρήστες εμφανίζονται βέβαιοι ότι γνωρίζουν τι συμβαίνει στην υγεία της Ariana Grande. Πολλοί αποδίδουν την εμφάνισή της σε νευρική ανορεξία, χωρίς να υπάρχει καμία δημόσια επιβεβαίωση μιας τέτοιας διάγνωσης. Πρόκειται για μια διατροφική διαταραχή, η οποία είναι η ψυχιατρική διαταραχή με το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας, λόγω των σοβαρών ιατρικών επιπλοκών στο σώμα και του υψηλού κινδύνου αυτοκτονίας.
Το περιστατικό δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη τραγουδίστρια -εξάλλου, δεν είναι η πρώτη φορά που προκύπτει τέτοιου τύπου σχολιασμός για σώματα διάσημων γυναικών. Πρόκειται για ένα ευρύτερο φαινόμενο της ψηφιακής εποχής: την ιδέα ότι μπορούμε να «διαβάσουμε» έναν άνθρωπο μέσα από μια φωτογραφία ή ένα βίντεο, και να πάρουμε πληροφορίες για την προσωπική ζωή και την υγεία του.
Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Εκτός από ατεκμηρίωτη, μια τέτοια «διάγνωση» είναι και επικίνδυνη.
Η εικόνα δεν είναι διάγνωση

«Οι διατροφικές διαταραχές δεν συνδέονται με έναν ενιαίο ή αναγνωρίσιμο σωματικό φαινότυπο και δεν μπορούν να διαγνωστούν αξιόπιστα μόνο από την εξωτερική εμφάνιση ή το βάρος ενός ατόμου», εξηγεί στο WIRED Greece η Δρ. Μαρία Τσιάκα, ψυχολόγος και διευθύντρια του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών. Μια διατροφική διαταραχή, σημειώνει, μπορεί να εμφανιστεί «σε οποιοδήποτε βάρος, σωματότυπο, ηλικία ή φύλο».
Όπως επισημαίνει η κ. Τσιάκα, ένας άνθρωπος μπορεί να φαίνεται εξαιρετικά αδύνατος χωρίς να έχει διατροφική διαταραχή, ενώ ένας άλλος μπορεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα και η εμφάνισή του να μην ανταποκρίνεται στο στερεότυπο που έχει δημιουργήσει η κοινωνία.
Με λίγα λόγια, η εικόνα δεν είναι διάγνωση, ούτε μπορεί να οδηγήσει σε διάγνωση.
Η διάγνωση μιας διατροφικής διαταραχής απαιτεί πολύ περισσότερα από μια εικόνα. Η κ. Τσιάκα εξηγεί πως η διάγνωση απαιτεί αξιολόγηση του ιστορικού μεταβολών του βάρους, των διατροφικών συμπεριφορών, της σχέσης με το σώμα, της ψυχικής κατάστασης, πιθανών καταναγκαστικών συμπεριφορών, αλλά και ιατρικό έλεγχο.
H απώλεια βάρους συχνά αντιμετωπίζεται αυτόματα ως επιτυχία και επιβραβεύεται, ενώ η αύξηση βάρους ως αποτυχία, παραίτηση ή έλλειψη αυτοελέγχου. Έτσι, το σώμα μετατρέπεται από ένα προσωπικό χαρακτηριστικό σε δημόσιο μήνυμα που όλοι αισθάνονται ότι μπορούν να ερμηνεύσουν.
«Η κλινική σοβαρότητα δεν αποτυπώνεται σε μία φωτογραφία ούτε σε έναν αριθμό στη ζυγαριά», λέει η Δρ. Τσιάκα.
Ένα σημαντικό πρόβλημα με τις διαδικτυακές «διαγνώσεις» είναι ότι ενισχύουν μια επικίνδυνη παρανόηση: ότι η διατροφική διαταραχή είναι ορατή μόνο όταν κάποιος είναι πολύ αδύνατος.
«Αυτό μπορεί να οδηγήσει πολλά άτομα που νοσούν σοβαρά, αλλά δεν ανταποκρίνονται σε αυτή τη στερεοτυπική εικόνα, να μην αναγνωριστούν έγκαιρα ή να αισθανθούν ότι δεν είναι “αρκετά άρρωστοι” ώστε να αναζητήσουν βοήθεια», σημειώνει η κ. Τσιάκα.
Η ίδια λογική ισχύει και αντίστροφα. Ένας άνθρωπος που δείχνει διαφορετικός από πριν δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας.
Η εμφάνιση μπορεί να αλλάξει για δεκάδες λόγους: από αλλαγές στη ζωή και το στρες μέχρι φαρμακευτικές αγωγές, ασθένειες ή απλές μεταβολές στην καθημερινότητα.
Γιατί πιστεύουμε ότι μπορούμε να «διαβάσουμε» ένα σώμα;
Γιατί όμως επιμένουμε να βγάζουμε συμπεράσματα; Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο που έχουμε μάθει να βλέπουμε το σώμα, σύμφωνα με την κ. Τσιάκα.
«Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει μάθει να αντιμετωπίζει το σώμα ως ορατή απόδειξη της υγείας, της αυτοπειθαρχίας, της ευτυχίας ή ακόμη και της ηθικής αξίας ενός ατόμου», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, η απώλεια βάρους συχνά αντιμετωπίζεται αυτόματα ως επιτυχία και επιβραβεύεται, ενώ η αύξηση βάρους ως αποτυχία, παραίτηση ή έλλειψη αυτοελέγχου. Έτσι, το σώμα μετατρέπεται από ένα προσωπικό χαρακτηριστικό σε δημόσιο μήνυμα που όλοι αισθάνονται ότι μπορούν να ερμηνεύσουν.
Στους celebrities το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο, καθώς τα social media δημιουργούν μια αίσθηση οικειότητας, μέσα από καθημερινές φωτογραφίες, stories, συνεντεύξεις και στιγμές από τη ζωή διάσημων προσώπων.
Αυτό όμως δημιουργεί μια ψευδαίσθηση και «μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι γνωρίζουμε το άτομο και ότι δικαιούμαστε να ερμηνεύσουμε κάθε αλλαγή του σώματός του», σύμφωνα με την κ. Τσιάκα, η οποία αναφέρεται και στη λειτουργία των σύγχρονων διαδικτυακών πλατφορμών.
Όπως λέει, αυτές «ευνοούν τις γρήγορες, απόλυτες και συναισθηματικά φορτισμένες κρίσεις. Μια εικόνα μετατρέπεται σε απόδειξη, μια υπόθεση επαναλαμβάνεται ως γεγονός και η προσωπική υγεία ενός ατόμου γίνεται δημόσιο θέαμα».
Έρευνες, επισημαίνει, έχουν δείξει ότι η αυξημένη διαδικτυακή σύγκριση της εμφάνισης συνδέεται με πιο αρνητική εικόνα σώματος και περισσότερα συμπτώματα διαταραγμένης σχέσης με τη τροφή.
Όταν η «ανησυχία» γίνεται εισβολή
Ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα είναι πού τελειώνει η φροντίδα και πού ξεκινά ο επιβλαβής σχολιασμός. Κάτω από το βίντεο για το νέο τραγούδι της Grande, ένα από τα πιο δημοφιλή σχόλια γράφει: «Το γεγονός ότι η ομάδα της χαρακτηρίζει την αντίδραση ως “δημόσια κριτική” και όχι ως “πραγματικές ανησυχίες για την υγεία” λέει πολλά. Άλλα σχόλια επαινούν το κοινό, θεωρώντας πως στη συζήτηση εκφράζεται γνήσια ανησυχία για την υγεία της Grande.
Η Δρ. Τσιάκα ξεχωρίζει τις δύο έννοιες: «Η γνήσια ανησυχία επικεντρώνεται στον ίδιο τον άνθρωπο και όχι στο σώμα του. Εκφράζεται ιδιωτικά, με σεβασμό και χωρίς διάγνωση». Παράλληλα, η πραγματική ανησυχία «δεν απαιτεί εξηγήσεις για το βάρος του, ούτε χρησιμοποιεί φωτογραφίες “πριν και μετά”», ούτε μετατρέπει «την εμφάνισή του σε αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.
Η περίπτωση της Ariana Grande δεν είναι μια ιατρική υπόθεση προς επίλυση. Είναι ένα παράδειγμα ενός μεγαλύτερου φαινομένου: της μετατροπής των σωμάτων των δημόσιων προσώπων σε δημόσια δεδομένα.
Αντίθετα, φράσεις όπως «φαίνεσαι άρρωστη», «σίγουρα έχεις ανορεξία» ή «πρέπει να φας» μπορεί να παρουσιάζονται ως ανθρώπινο ενδιαφέρον, αλλά στην πραγματικότητα μετατρέπουν το σώμα ενός ανθρώπου σε αντικείμενο δημόσιας αξιολόγησης, σύμφωνα με την κ. Τσιάκα. «Παραμένουν παρεμβατικά, στιγματιστικά και επιστημονικά ατεκμηρίωτα», σημειώνει και προσθέτει πως «όλα αυτά τα σχόλια μπορεί να προκαλέσουν ντροπή, να ενισχύσουν την ενασχόληση με το σώμα και να είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικά για ανθρώπους που ήδη αντιμετωπίζουν θέματα με τη τροφή ή την εικόνα τους».
Η κ. Τσιάκα επικαλείται έρευνες που έχουν δείξει ότι ο στιγματισμός με βάση το βάρος συνδέεται με μεγαλύτερη δυσαρέσκεια για το σώμα, αυξημένη ενασχόληση με το βάρος και περισσότερες δυσλειτουργικές διατροφικές συμπεριφορές, όπως ο αυστηρός περιορισμός της τροφής, τα επεισόδια υπερφαγίας και οι αντισταθμιστικές πρακτικές.
Το παράδοξο είναι ότι πολλές φορές τα σχόλια που ξεκινούν ως «ανησυχία» καταλήγουν να ενισχύουν ακριβώς την κουλτούρα που υποτίθεται ότι προσπαθούν να καταπολεμήσουν.
Η περίπτωση της Ariana Grande δεν είναι μια ιατρική υπόθεση προς επίλυση. Είναι ένα παράδειγμα ενός μεγαλύτερου φαινομένου: της μετατροπής των σωμάτων των δημόσιων προσώπων σε δημόσια δεδομένα.
Τίποτα από αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει η συζήτηση για τα πρότυπα ομορφιάς, την κουλτούρα της δίαιτας και τις πρακτικές που αναπαράγονται στο διαδίκτυο, οι οποίες μπορεί να είναι επιβλαβείς. «Αντίθετα, καθιστούν αυτόν τον διάλογο ακόμη πιο αναγκαίο», όπως τονίζει η κ. Τσιάκα. Η κριτική οφείλει να στοχεύει τα κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα που διαμορφώνουν τη σχέση μας με το σώμα, όχι να μετατρέπει την εμφάνιση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου σε δικαστήριο. Και καταλήγει λέγοντας πως η κριτική «οφείλει να εστιάζει στα κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα που διαμορφώνουν τη σχέση μας με το σώμα, χωρίς να μετατρέπει την εμφάνιση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου σε υποτιθέμενη ένδειξη ή απόδειξη για την κατάσταση της υγείας του».
Στην εποχή των social media, μια εικόνα μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να γίνει αφορμή για χιλιάδες ερμηνείες. Όμως ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που πραγματικά γνωρίζουμε υπάρχει ένα κενό. Και αυτό το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί με υποθέσεις.