01.04.2026
10’ READ TIME

Τι συμβαίνει με τα ξενικά είδη στις ελληνικές θάλασσες;

Σήμερα, σε ορισμένες περιοχές, έως και το 90% του αλιεύματος αποτελείται από ξενικά είδη. Τι σημαίνει αυτό για τα οικοσυστήματα, την αλιεία και τελικά για το πιάτο μας;
Λεοντόψαρο
Το λεοντόψαρο είναι ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός θηρευτής και καθώς εξαπλώνεται, αναδιατάσσει την τροφική αλυσίδα, φέρνοντας σε άμεσο ανταγωνισμό ντόπιους θηρευτές όπως ο ροφός. © Thanos Dailianis
Billboard 1

Ο Γιάννης είναι γέννημα θρέμμα ψαράς και από τα 16 του χρόνια δραστηριοποιείται στη Σαμπατική Αρκαδίας. Θυμάται ακριβώς πότε κατάλαβε ότι η θάλασσα άρχισε να αλλάζει: όταν, πριν από περίπου 12 χρόνια, έπιασε για πρώτη φορά «γερμανό», ένα μικρό, αλλόκοτο ακτινοπτερύγιο ψάρι που είναι ιθαγενής στον Ινδικό Ωκεανό.

«Έχει πέσει πολύ η ποσόστωση του αλιεύματος στα ελληνικά ενδημικά ψάρια», λέει στο WIRED Greece. «Κάποτε πιάναμε 100 κιλά λυθρίνια, τώρα πιάνουμε 3 με 5. Το ίδιο με την κουτσομούρα και τα μπαρμπούνια. Δεν είναι μονάχα η υπεραλίευση. Υπάρχει πρόβλημα στη θάλασσα».

Η αλλαγή της σύστασης του ελληνικού βυθού έχει πλέον μετρήσιμες διαστάσεις. Σύμφωνα με αδημοσίευτα στοιχεία του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.), πριν από περίπου 15 χρόνια τα ξενικά είδη όπως ο γερμανός και το λεοντόψαρο αποτελούσαν μόλις το 10% του αλιεύματος. Σήμερα, σε ορισμένες περιοχές, αγγίζουν το 90%.

Με άλλα λόγια, τα ψάρια που πιάνουν οι Έλληνες ψαράδες δεν είναι πια —κατά πλειονότητα— ενδημικά, δηλαδή ψάρια που συνήθιζαν να συχνάζουν στα νερά της Μεσογείου. Πώς έφτασαν εδώ τα ξενικά είδη και τι σημαίνει η κυριαρχία τους για τη θάλασσα, την οικονομία και την αλιεία;

«Από πού μας έρχεστε;»

Στην Κρήτη σχεδιάζεται ένα πιλοτικό πρόγραμμα που θα επιδοτεί τους αλιείς 6,5 ευρώ το κιλό για την αλίευση του λαγοκέφαλου, με σκοπό την καταστροφή του, καθώς είναι τοξικός και μη βρώσιμος.

Τα ξενικά είδη είναι οργανισμοί που βρίσκονται εκτός της φυσικής γεωγραφικής τους εξάπλωσης. Στις ελληνικές θάλασσες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον λαγοκέφαλο (Lagocephalus sceleratus), το λεοντόψαρο (Pterois miles), τον γερμανό (Siganus luridus), το σαρδελόγαυρο (Etrumeus golanii), την ξενική γαρίδα (Penaeus aztecus), την τρομπέτα (Fistularia commersonii) και το μπλε καβούρι (Callinectes sapidus).

«Τα είδη αυτά λέγονται “λεσσεψιανοί μετανάστες”, από τον Λεσσέψ, τον άνθρωπο που κατασκεύασε τη διώρυγα του Σουέζ — τη βασική πύλη εισόδου τους στη Μεσόγειο», εξηγεί στο WIRED Greece ο Υπεύθυνος Αλιείας Πεδίου του WWF Hellas, Μιχάλης Μαργαρίτης.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, η εκβάθυνση της διώρυγας επέτρεψε σε αυτά τα είδη να κινηθούν μαζικά προς τη Μεσόγειο, φτάνοντας σταδιακά στην Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Τουρκία, την Κύπρο και τελικά την Ελλάδα. Το θερμοκρασιακό «φράγμα» που άλλοτε περιόριζε αυτή τη μετακίνηση έχει πλέον αποδυναμωθεί —και, σε συνδυασμό με την κλιματική κρίση, επιταχύνει αλλαγές στη σύσταση του βυθού που, υπό φυσικές συνθήκες, θα απαιτούσαν χιλιάδες χρόνια.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, στην κεντρική αγορά του Πειραιά, η σαρδέλα έφτασε τα 15 ευρώ το κιλό —ενώ κάποτε ήταν το «ψάρι του λαού».

Η διώρυγα του Σουέζ, όμως, δεν είναι η μόνη διαδρομή που οδήγησε τα ξενικά είδη στα νερά της Ελλάδας. Τα έρματα των πλοίων, δηλαδή το θαλασσινό νερό που αντλείται σε ειδικές δεξαμενές ώστε να βελτιώνεται η ευστάθειά τους, συχνά δεν αλλάζουν από θάλασσα σε θάλασσα όπως προβλέπει ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός, μεταφέροντας ξενικά είδη στα ελληνικά νερά. Οι υδατοκαλλιέργειες ξενικών ειδών, από τις οποίες αυτά μπορούν να διαφύγουν, λειτουργούν επίσης ως «οχήματα» μεταφοράς.

Μόλις εγκατασταθούν σε ένα νέο περιβάλλον χωρίς φυσικούς θηρευτές, τα ξενικά είδη εξαπλώνονται γρήγορα. Για αυτό και σε τέτοιες περιπτώσεις χαρακτηρίζονται χωροκατακτητικά ή εισβολικά. Οι επιπτώσεις τους στα οικοσυστήματα και στους ενδημικούς πληθυσμούς ψαριών είναι σημαντικές, και συχνά άμεσες.

«Ο γερμανός, που είναι από τα είδη που έφτασαν νωρίτερα, είναι φυτοφάγο. Ξεγυμνώνει τους βράχους από τη φυκιάδα, που αποτελεί τροφή και για άλλα είδη, όπως η σάλπα και ο αχινός», εξηγεί ο κ. Μαργαρίτης, προσθέτοντας πως αυτό δημιουργεί συνθήκες ανταγωνισμού της επιβίωσης.

Δεν είναι όμως όλα τα ξενικά είδη φυτοφάγα. Το λεοντόψαρο, για παράδειγμα, είναι ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός θηρευτής: τρέφεται με μικρά ψάρια και ασπόνδυλα, πολλά από αυτά με οικολογική και οικονομική αξία, και, καθώς εξαπλώνεται, αναδιατάσσει την τροφική αλυσίδα, φέρνοντας σε άμεσο ανταγωνισμό ντόπιους θηρευτές όπως ο ροφός.

Για τους ανθρώπους της θάλασσας, οι αλλαγές αυτές είναι πλέον καθημερινότητα, με απτές συνέπειες και εμφανείς μειώσεις στα ενδημικά είδη.

«Τα ψάρια πλέον είναι πολύ λιγότερα. Με δίχτυα, παραγάδια, γρι-γρι και μηχανότρατες δεν βγαίνουν τα ίδια», εξηγεί ο Γιάννης. «Ο κόσμος στρέφεται σε ψάρια ιχθυοτροφείου και εισαγόμενα για να καλύψει τη ζήτηση σε αυτά που ψάχνει. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, στην κεντρική αγορά του Πειραιά, η σαρδέλα έφτασε τα 15 ευρώ το κιλό —ενώ κάποτε ήταν το “ψάρι του λαού”».

Καταγράφω άρα προλαμβάνω

Πριν από περίπου 15 χρόνια τα ξενικά είδη όπως ο γερμανός και το λεοντόψαρο αποτελούσαν μόλις το 10% του αλιεύματος. Σήμερα, σε ορισμένες περιοχές, αγγίζουν το 90%. Φωτ.: Δημήτρης Καραβέλλας

Αν η εξάπλωση των ξενικών ειδών είναι πλέον γεγονός, το ερώτημα είναι τι μπορεί να γίνει στην πράξη για την ελαχιστοποίηση των οικονομικών και οικολογικών συνεπειών.

Για την Παναγιώτα Στάππα, συνεργάτιδα θαλάσσιου προγράμματος στο WWF, η αντιμετώπιση ξεκινά από την ενημέρωση και την καταγραφή. «Οι ψαράδες για ό,τι δεν γνωρίζουν θα πρέπει να ενημερώνουν τις Αρχές, τα λιμεναρχεία, τις εποπτείες αλιείας ή κάποιο πανεπιστημιακό παράρτημα, ώστε να γίνεται καταγραφή και μελέτη», διευκρινίζει. «Ένα είδος μπορεί να έχει κύκλο ζωής ενός έτους και να είναι φυτοφάγο, κι ένα άλλο να ζει δεκαετίες και να βρίσκεται ψηλά στην τροφική αλυσίδα».

Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, η ίδια και ο κ. Μαργαρίτης συμμετείχαν στο πρόγραμμα 4Alien, σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. Στόχος ήταν η καταγραφή των ξενικών ειδών που εντοπίζονται από ψαράδες, ερασιτέχνες αλιείς και δύτες και, στη συνέχεια, η πρόβλεψη της εξάπλωσής τους βάσει μοντέλων θερμοκρασίας και θαλάσσιων ρευμάτων.

Η καταγραφή, ωστόσο, είναι μόνο το πρώτο βήμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διαχείριση περνά σε πιο παρεμβατικές λύσεις. Στην Κρήτη, για παράδειγμα, σχεδιάζεται ένα πιλοτικό πρόγραμμα που θα επιδοτεί τους αλιείς 6,5 ευρώ το κιλό για την αλίευση του λαγοκέφαλου, με σκοπό την καταστροφή του, καθώς είναι τοξικός και μη βρώσιμος. Παρ’ όλα αυτά, το ύψος της επιδότησης, που δύσκολα καλύπτει τα βασικά έξοδα των αλιέων, καθώς και ο τρόπος εφαρμογής του προγράμματος παραμένουν ασαφή.

Ανά τον κόσμο, σε περιπτώσεις αλίευσης ξενικών ειδών, δοκιμάζονται και πιο δημιουργικές προσεγγίσεις, όπως εξειδικευμένες τεχνικές αλίευσης. Το μπλε καβούρι, που εμφανίζεται σε εκβολές ποταμών και λιμνοθάλασσες όπως η Βιστωνίδα και το Μεσολόγγι, έχει εξαπλωθεί και σε χώρες όπως η Ιταλία και η Τυνησία. Οι Τυνήσιοι χρησιμοποιούν ειδικές παγίδες για τη στοχευμένη αλίευσή του, δημιουργώντας παράλληλα μια νέα εξαγωγική αγορά.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Μαργαρίτης, η multi-gear, multi-species αλιεία δεν είναι απλή υπόθεση. «Αν πας να αλιεύσεις στοχευμένα ένα ξενικό είδος, είναι πολύ πιθανό να επηρεάσεις και κάποιο ντόπιο», υπογραμμίζει. 

Για τους ίδιους τους ψαράδες, η μετάφραση των μέτρων στην πράξη παραμένει δύσκολη και κοστοβόρα. «Μας είπαν να μαζεύουμε τα λαγόψαρα, αλλά αυτό δεν είναι λύση. Δεν είναι λυθρίνι να πιαστεί εύκολα στα δίχτυα. Καταστρέφει τα δίχτυα και φεύγει. Αν κάθε μέρα έχουμε πέντε τρύπες, σε δέκα μέρες το δίχτυ έχει καταστραφεί. Ένα δίχτυ κοστίζει 200 ευρώ — και δεν ρίχνουμε μόνο ένα στη θάλασσα», λέει ο Γιάννης. 

Την ίδια στιγμή, το κόστος λειτουργίας συνεχίζει να αυξάνεται: με το πετρέλαιο στο 1,89 ευρώ το λίτρο και τα βασικά έξοδα να συσσωρεύονται, η βιωσιμότητα του επαγγέλματος γίνεται εύθραυστη. «Για κάθε ταξίδι βάζουμε 60 κολώνες πάγου —4 ευρώ η καθεμία— και καινούρια φελιζόλ. Πρόσφατα κάναμε και συντήρηση στο σκάφος, στην Κοιλάδα Αργολίδας, για 2.500 ευρώ. Δεν βγαίνουμε πια, “ίσα πανιά, ίσα νερά”», συμπληρώνει.

«Να βάλω λεοντόψαρο;»

Ο σεφ και ambassador του προγράμματος, Γιώργος Τσούλης, εξηγεί στο WIRED Greece ότι συχνά υπάρχει δισταγμός από το κοινό, τόσο ως προς την εμφάνιση αλλά και στο όνομα του ψαριού,.

Τόσο για την ενίσχυση της αλιείας, όσο και για τον περιορισμό των οικολογικών επιπτώσεων, μία από τις πιο ρεαλιστικές λύσεις απέναντι στην «επέλαση» των ξενικών ειδών περνά τελικά από το πιάτο μας. «Ένα από τα καλύτερα σχέδια για να αντιμετωπίσεις τα ξενικά είδη είναι, τουλάχιστον αυτά που τρώγονται, να τα βάλεις στη διατροφή σου», εξηγεί χαρακτηριστικά ο  κ. Μαργαρίτης. 

Στο πλαίσιο του προγράμματος 4Alien, ο ίδιος και η ομάδα του μελέτησαν εκτενώς τα ξενικά είδη στις ελληνικές θάλασσες, αναλύοντας και τη θρεπτική τους αξία. «Ο γερμανός έχει Ω6 λιπαρά τα οποία είναι εξαιρετικά, ειδικά για την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Είναι μια πολύ καλή και οικονομική επιλογή σε σχέση με άλλα ψάρια, όπως το φαγκρί και τη σφυρίδα», σημειώνει.

Η πρόκληση, φυσικά, έγκειται και στην πολιτισμική αλλαγή των διατροφικών και καταναλωτικών συνηθειών. Τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο του προγράμματος βιώσιμης διατροφής, Eat4Change, το WWF έχει πραγματοποιήσει live cooking events σε διάφορα ελληνικά νησιά, κάθε φορά με επίκεντρο ένα ξενικό είδος, με σκοπό να αλλάξει την αντίληψη των ανθρώπων γύρω από αυτά και να τους παρακινήσει να τα εντάξουν πιο ομαλά στη διατροφή τους. 

Ο σεφ και ambassador του προγράμματος, Γιώργος Τσούλης, εξηγεί στο WIRED Greece ότι συχνά υπάρχει δισταγμός από το κοινό, τόσο ως προς την εμφάνιση αλλά και στο όνομα του ψαριού, «αλλά μόλις το δοκιμάσει ο κόσμος αλλάζει η αντίληψη», συμπληρώνει. «Ας πούμε το λεοντόψαρο έχει πολλή σάρκα και μέσα σε μια αγαπημένη συνταγή όπως είναι το φρικασέ με ελληνικά χόρτα και αυγολέμονο, η γεύση του είναι μοναδική». 

«Ας πούμε το λεοντόψαρο έχει πολλή σάρκα και μέσα σε μια αγαπημένη συνταγή όπως είναι το φρικασέ με ελληνικά χόρτα και αυγολέμονο, η γεύση του είναι μοναδική». 

Σκοπός αυτών των δράσεων είναι να καταρριφθούν μύθοι και προκαταλήψεις γύρω από κάποια ξενικά είδη. που σταδιακά γίνονται μέρος της τοπικής πραγματικότητας. «Η ενημέρωση, η εκπαίδευση και η γευστική δοκιμή συμβάλλουν στην αλλαγή της στάσης του κόσμου. Μαζί με το WWF προσπαθούμε να μεταφέρουμε το μήνυμα των ξενικών και να καλλιεργήσουμε οικολογική συνείδηση στους καταναλωτές», συμπληρώνει ο σεφ Τσούλης. 

«Μην τσιμπάς, διάλεξε σωστά»

Η ένταξη των ξενικών ειδών στη διατροφή απαιτεί και σαφή όρια, καθώς δεν είναι όλα τα είδη ασφαλή για κατανάλωση. Η ενημέρωση γύρω από αυτά γίνεται εξίσου κρίσιμη με την προώθησή τους.

«Υπάρχει μια παραφιλολογία ότι μπορείς να φας λαγοκέφαλο σε συγκεκριμένα μέρη», εξηγεί η κ. Στάππα. «Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, ο λαγοκέφαλος περιέχει την τοξική ουσία τετραδοτοξίνη στο ήπαρ, και υπάρχουν σεφ που εκπαιδεύονται αρκετό καιρό για να μπορέσουν να κάνουν φιλέτα χωρίς αυτή. Τα είδη που βρίσκονται στην Ελλάδα, ωστόσο, είναι διαφορετικά και η τετραδοτοξίνη βρίσκεται σε όλο το σώμα του ψαριού», συμπληρώνει. Δεν είναι λίγα τα περιστατικά ανθρώπων που έχουν νοσηλευτεί —ή ακόμη και χάσει τη ζωή τους— μετά από κατανάλωσή του.

Στις 22 Απριλίου του 2026, το WWF Hellas παρουσίασε τον πλήρως ανανεωμένο οδηγό Υπεύθυνης Κατανάλωσης Ψαριών «Fish Guide», ένα εργαλείο που στοχεύει στην ενημέρωση, τη βιώσιμη κατανάλωση και τη προστασία των ελληνικών θαλασσών. Με περισσότερα από 100 είδη ψαριών, ο οδηγός χωρίζεται σε τέσσερις κατηγορίες: μεσογειακά, ξενικά, εισαγόμενα και είδη υδατοκαλλιέργειας, με δεδομένα για την εποχικότητα των ειδών, τα θρεπτικά τους στοιχεία, το ελάχιστο επιτρεπόμενο μέγεθος αλίευσης και το μέγεθος της γεννητικής τους ωρίμανσης. 

Στη παρουσίαση του Fish Guide παρευρέθηκε και ο chef Γιώργος Τσούλης, του οποίου οι συνταγές βρίσκονται στον οδηγό, καθώς και ο Ηλίας Μαμαλάκης, ο οποίος ανέδειξε την ανάγκη για την ένταξη των ψαριών εν γένει στη διατροφή μας. Στην Ελλάδα, η μέση κατα κεφαλήν κατανάλωση ψαριών είναι 19,6 kg ανά έτος, έναντι των 23,5 kg του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με την GenZ να τα καταναλώνει το πολύ δύο φορές τον μήνα, σε αντίθεση με τους boomers. Ο κ. Μαμαλάκης απέδωσε αυτό το φαινόμενο τόσο στην ακρίβεια όσο και την έλλειψη ενημέρωσης. «Στην Ελλάδα δεν τρώνε όλοι τα πάντα. Η μέση τάξη των Ελλήνων είναι αυτοί που θα φάνε τον λούτσο και τη σάλπα. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε και να τους πείσουμε», τόνισε. 

Στις ανησυχίες του κ. Μαμαλάκη απάντησε η βιολόγος και εξωτερική συνεργάτιδα του WWF Γιώτα Σωτηροπούλου, η οποία μας έδειξε έμπρακτα πώς μπορούμε να εισάγουμε συγκεκριμένα τα ξενικά είδη στη διατροφή μας. Δοκιμάσαμε πέστο από καπνιστό σαρδελόγαυρο, σεβίτσε γερμανού, λουκάνικο από κέφαλο καθώς και γύρο από λεοντόψαρο, τα οποία πέρα από το ότι ήταν πεντανόστιμα, μας έκαναν να θέλουμε να μοιραστούμε άμεσα το Fish Guide. 

«Για μένα η πρόκληση είναι πώς ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα μπορεί να γίνει μια οικονομική ευκαιρία. Ένα μεταποιημένο προϊόν μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο από τον καταναλωτή όσο και τον επιχειρηματία», είπε η κ. Σωτηροπούλου. 

Σίλια Τσίγκα, Η Σίλια ανήκει στη συντακτική ομάδα του WIRED Greece ως Staff Writer, καλύπτοντας τις εξελίξεις… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO