Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εξαιρετικό επικοινωνιακό «τρικ». Στις αρχές του Φεβρουαρίου, λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ερωτήθηκε ευθέως από τον παρουσιαστή του CNN Türk αν «η Τουρκία θα έπρεπε να έχει πυρηνικά όπλα». Ο Τούρκος υπουργός δεν έδωσε απάντηση, με τον δημοσιογράφο να σπεύδει να προσθέσει «μπορείτε να πείτε απλά “ουδέν σχόλιον”».
Ο Φιντάν αρκέστηκε στο χαμόγελο, και παρέμεινε σιωπηλός. Η συνέντευξη συνεχίστηκε.
Το συγκεκριμένο περιστατικό δεν πέρασε απαρατήρητο. Η Τουρκία είναι μια χώρα με πυρηνικό πρόγραμμα και μεγάλες φιλοδοξίες στην περιοχή και τη διεθνή σκηνή. Το θέμα της ενδεχόμενης απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Άγκυρα έχει θίξει ο ίδιος ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Τον Σεπτέμβριο του 2019 είχε πει ότι θεωρεί «απαράδεκτο» χώρες με πυρηνικά οπλοστάσια να απαγορεύουν στην Τουρκία να αποκτήσει δικά της πυρηνικά όπλα.
Λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, μιλώντας στο CNN Türk, προειδοποίησε ότι η Τουρκία θα μπορούσε να εμπλακεί σε μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών αν το Ιράν αποκτούσε πυρηνικά όπλα.
«Κάποιες χώρες έχουν πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές, και όχι μία ή δύο. Μα μας λένε ότι εμείς δεν μπορούμε να έχουμε. Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό», είχε πει σε βουλευτές του κόμματός του. Ο Τούρκος πρόεδρος υποστήριξε επίσης ότι «δεν υπάρχει ανεπτυγμένο έθνος στον κόσμο που δεν τα έχει», κάτι που εγείρει ερωτήματα για το πώς ορίζει το «ανεπτυγμένο κράτος», δεδομένου ότι τα περισσότερα δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα.
Ο Χακάν Φιντάν έχει αναφερθεί ξανά στο ζήτημα. Το καλοκαίρι του 2025, μιλώντας στο A Haber, άσκησε δημόσια κριτική στη συνθήκη ΝΡΤ (Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων), χαρακτηρίζοντάς τη δομικά άδικη και θέτοντας το ερώτημα γιατί η Τουρκία την υπέγραψε εξαρχής. «Όταν πρωτοδιάβασα το κείμενο της ΝΡΤ αναρωτήθηκα: Πώς είναι δυνατόν να συμφώνησαν σε αυτήν αυτοί που την υπέγραψαν; Είναι, στην ουσία, ένα έγγραφο όπου τα μη πυρηνικά κράτη αποδέχονται επ’ αόριστον τη στρατιωτική υπεροχή των κρατών με πυρηνικά όπλα», είπε.
Η συνθήκη τέθηκε σε ισχύ το 1970 με στόχο την αποτροπή της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων· η Τουρκία την επικύρωσε το 1980, ενώ το 1996 υπέγραψε και τη συνθήκη Comprehensive Nuclear-Test-Ban Treaty, που απαγορεύει όλες τις πυρηνικές εκρήξεις.
Ο Φιντάν υποστήριξε ότι η συνθήκη κατοχυρώνει μια στρατηγική ανισορροπία, αναγνωρίζοντας επίσημα πέντε πυρηνικά κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο), όλα με μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Αυτό, ισχυρίστηκε, δημιουργεί «δομική αδικία» και «κλειδώνει» μια ιεραρχία ισχύος, τη στιγμή που οι χώρες αυτές δεν έχουν προχωρήσει σε ουσιαστικά βήματα αφοπλισμού. Με άλλα λόγια, η κριτική δεν αφορά μόνο τη συνθήκη, αλλά το ίδιο το διεθνές σύστημα που αυτή αποτυπώνει. Σημειώνεται ότι ο Τούρκος υπουργός, πρώην επικεφαλής της ΜΙΤ και στέλεχος των ενόπλων δυνάμεων, έχει διατελέσει και αντιπρόσωπος της Τουρκίας στο συμβούλιο διοικητών της ΙΑΕΑ.
Λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, ο Φιντάν προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Μιλώντας στο CNN Türk, προειδοποίησε ότι η Τουρκία θα μπορούσε να εμπλακεί σε μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών αν το Ιράν αποκτούσε πυρηνικά όπλα. «Αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, δεν θα ήταν δυνατόν οι άλλοι να παραμείνουν αδιάφοροι», είπε, κάνοντας λόγο για μια πιθανή «αλυσιδωτή αντίδραση» στη Μέση Ανατολή. Τόνισε ότι η Τουρκία παραμένει αντίθετη στην εξάπλωση των πυρηνικών όπλων — αφήνοντας, ωστόσο, ανοιχτό το ενδεχόμενο οι εξελίξεις στην περιοχή να οδηγήσουν σε επανεξέταση αυτής της στάσης.

Τα γνωστά δεδομένα πίσω από τη ρητορική
Όπως προαναφέρθηκε, η Τουρκία συμμετέχει στη συνθήκη ΝΡΤ και στη συνθήκη απαγόρευσης των πυρηνικών δοκιμών. Σήμερα, ολοκληρώνει τον πρώτο της πυρηνικό σταθμό στο Ακουγιού με τη βοήθεια της Ρωσίας και δεν διαθέτει γνωστό στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα. Παράλληλα, θεωρείται ότι στο έδαφός της φιλοξενούνται αμερικανικά πυρηνικά όπλα, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, στη βάση του Ιντσιρλίκ.
Η ρητορική στη διεθνή πολιτική έχει τη δική της βαρύτητα, και σε ζητήματα όπως τα πυρηνικά όπλα δεν αγνοείται εύκολα. Στην περίπτωση της Τουρκίας, αυτό που διαμορφώνεται είναι ένας συνδυασμός ενισχυόμενης ρητορικής και υπαρκτής πυρηνικής υποδομής — ειρηνικής μεν, αλλά με στρατηγικό βάρος. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος στο Ιράν, με επίκεντρο το πυρηνικό και πυραυλικό του πρόγραμμα, αναδεικνύει πόσο γρήγορα τέτοιες ισορροπίες μπορούν να κλιμακωθούν. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται και ένα κράτος που έχει δείξει ότι δεν θα δεχτεί την απόκτηση πυρηνικών όπλων από γειτονικές χώρες — και είναι διατεθειμένο να δράσει για να την αποτρέψει.
Επιπλέον, η Τουρκία βασίστηκε τα τελευταία χρόνια σε φθηνή ενέργεια από το εξωτερικό, μεταξύ άλλων από τη Ρωσία και το Ιράν, γεγονός που καθιστά την ενεργειακή της εξάρτηση στρατηγικό ζήτημα. Οι πρόσφατες αναταράξεις έχουν ήδη επηρεάσει τη βιομηχανία και την οικονομία της.
Σε επίπεδο συνεργασιών, αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας στον τομέα των εξορύξεων με τον Νίγηρα, μια χώρα γνωστή για τον ορυκτό της πλούτο, ο οποίος περιλαμβάνει αποθέματα ουρανίου.
Οι λόγοι για ενδεχόμενη απόκτηση πυρηνικών όπλων – και οι περιορισμοί
Όπως εξηγεί στο WIRED Greece ο Δρ. Ahmet Erdi Öztürk, Senior Lecturer στο London Metropolitan University, σε θεωρητικό επίπεδο τρία είναι τα βασικά κίνητρα για την απόκτηση πυρηνικών όπλων: η αποτροπή υπαρξιακών απειλών, το status και η αναγνώριση σε ένα ιεραρχικό διεθνές σύστημα, και η ασφάλεια του καθεστώτος — δηλαδή η μείωση της ευαλωτότητας απέναντι σε πιέσεις ή επεμβάσεις.
«Στην περίπτωση της Τουρκίας, μπορεί να δει κανείς στοιχεία ρητορικής περί “στρατηγικής αυτονομίας” και ανησυχίες για την περιφερειακή σταθερότητα, αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με απόφαση για πυρηνικά όπλα», σημειώνει. Οι Τούρκοι ηγέτες, εξηγεί, χρησιμοποιούν συχνά αυτή τη ρητορική για να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ, ενώ παραμένουν εντός πλαισίων ασφάλειας που ήδη παρέχουν αποτροπή. «Αν υπήρχε επιχείρημα “ανάγκης”, αυτό θα σχετιζόταν κυρίως με αφηγήματα αποτροπής και αυτονομίας — με πολύ υψηλό, όμως, κόστος και σημαντικούς στρατηγικούς συμβιβασμούς».
Οι διεθνείς υποχρεώσεις της Τουρκίας αποτελούν φυσικά βασικό περιορισμό. Ως συμβαλλόμενο μέρος της ΝΡΤ, η χώρα υπόκειται σε εκτενή ελέγχο από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ), που αποσκοπεί στην αποτροπή εκτροπής πυρηνικών δραστηριοτήτων προς στρατιωτική χρήση. Οι έλεγχοι καλύπτουν αντιδραστήρες, αλλά και κρίσιμες υποδομές όπως εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ουρανίου ή διαχωρισμού πλουτωνίου, τις οποίες η Τουρκία δεν διαθέτει σήμερα, αλλά θα μπορούσε θεωρητικά να αναπτύξει.
Η Άγκυρα έχει επίσης υπογράψει το λεγόμενο Additional Protocol (AP), που ενισχύει σημαντικά τις δυνατότητες επιθεώρησης της ΙΑΕΑ, επιτρέποντας πρόσβαση —ακόμη και με σύντομη προειδοποίηση— σε εγκαταστάσεις που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ένα συγκαλυμμένο πρόγραμμα πυρηνικών όπλων, όπως μονάδες κατασκευής φυγοκεντρητών ή ορυχεία ουρανίου. Στην πράξη, το πλαίσιο αυτό καθιστά πολύ δυσκολότερη την απόκρυψη σχετικών δραστηριοτήτων.
Όπως τονίζει ο Öztürk, τα εμπόδια για την Τουρκία είναι πολλαπλά. «Πρώτον, νομικοί και κανονιστικοί περιορισμοί. Δεύτερον, οικονομικά και διπλωματικά κόστη — κυρώσεις, αβεβαιότητα για επενδυτές, περιορισμοί στην τεχνολογία και ζημιά στην υπόληψη. Τρίτον, ζητήματα ασφάλειας: μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει κούρσα εξοπλισμών στην περιοχή», αναφέρει. Τέλος, οι συνέπειες σε επίπεδο συμμαχιών θα ήταν σοβαρές για την Άγκυρα. «Η θέση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ βασίζεται στην εμπιστοσύνη και τη διαλειτουργικότητα. Μια απόφαση για πυρηνικά όπλα θα έθετε πρωτοφανή ερωτήματα».
Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Όπως επισημαίνει στο WIRED Greece ο Henry Sokolski, εκτελεστικός διευθυντής του Nonproliferation Policy Education Center και πρώην στέλεχος της αμερικανικής κυβέρνησης σε θέματα πυρηνικών εξοπλισμών, ο οποίος έχει εργαστεί για το Πεντάγωνο και τη CIA, τα ίδια τα συστήματα ελέγχου δεν είναι απαραίτητα αδιαπέραστα.
Όπως σημειώνει, υπάρχουν αυτοί που θεωρούν την ΙΑΕΑ «μια σχολή όπου μαθαίνεις πώς να “κλέβεις”. Επειδή σου επιτρέπεται να γίνεις επιθεωρητής, και αν είσαι επιθεωρητής, ξέρεις πώς λειτουργεί η “αστυνομία”, σωστά;». Έτσι, για τον ειδικό του κλάδου, μέσω της ΙΑΕΑ «κάθε χώρα έχει την ευκαιρία να μάθει».
Αναφερόμενος στο Ακουγιού, ο Sokolski εκτιμά ότι το έργο θα ολοκληρωθεί και ότι πιθανότατα θα ακολουθήσουν και άλλοι σταθμοί. Προειδοποιεί, όμως, για τον βαθμό εξάρτησης από τη Ρωσία: «Αν ήμουν Τούρκος, θα ανησυχούσα για το πόσο εξαρτάσαι από μια χώρα σαν τη Ρωσία. Οι Ρώσοι έχουν ξεκάθαρα κάτι παραπάνω κατά νου από το οικονομικό. Ξέρετε, τείνουν να είναι ο καλεσμένος που δεν φεύγει ποτέ».

Η «απόσταση» ως τα πυρηνικά όπλα
Το ότι μια χώρα διαθέτει πυρηνικό πρόγραμμα για ειρηνικούς σκοπούς δεν σημαίνει αυτόματα ότι μπορεί να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Ωστόσο, η χρήση της πυρηνικής ενέργειας για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργεί υποδομές, τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό που μπορούν να αξιοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ακόμη και τότε, θα απαιτούνταν χρόνος για την ανάπτυξη κρίσιμων δυνατοτήτων: πρόσβαση σε καύσιμο (μέσω εμπλουτισμού ουρανίου ή διαχωρισμού πλουτωνίου), εξειδικευμένο προσωπικό για την κατασκευή όπλων (weaponization) και δυνατότητα τοποθέτησης πυρηνικής κεφαλής σε φορέα, όπως πύραυλο.
Στην περίπτωση της Τουρκίας, υπάρχουν τόσο περιορισμοί όσο και δυνητικές διαδρομές. Οι διεθνείς δεσμεύσεις της Άγκυρας αποτελούν βασικό εμπόδιο. Μια προσπάθεια ανάπτυξης τεχνολογίας εμπλουτισμού μέσω φυγοκέντρησης — της πιο διαδεδομένης μεθόδου — θα ενεργοποιούσε διεθνείς «συναγερμούς». Από την άλλη, δεν περνούν απαρατήρητες οι σχέσεις με το Πακιστάν, που διαθέτει πυρηνικά όπλα, και η συμφωνία με τον Νίγηρα, χώρα με σημαντικά αποθέματα ουρανίου. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η προμήθεια υλικών ή εξοπλισμού θα μπορούσε να επιχειρηθεί μέσω τρίτων χωρών, ενώ δεν αποκλείεται και η προσέγγιση ειδικών με σχετική εμπειρία.
Παράλληλα, η ρωσική συνδρομή στο τουρκικό πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει κρίσιμος παράγοντας: η Τουρκία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη Ρωσία, τόσο για την κατασκευή (μέσω Rosatom) όσο και για την εκπαίδευση και την προμήθεια καυσίμου.
Όσον αφορά την «οδό» του πλουτωνίου, η Τουρκία διαθέτει μόνο μικρούς ερευνητικούς αντιδραστήρες, που δεν είναι κατάλληλοι για παραγωγή υλικού για πυρηνικά όπλα, ενώ δεν υπάρχουν γνωστές εγκαταστάσεις διαχωρισμού πλουτωνίου. Οποιαδήποτε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση θα γινόταν αντιληπτή — χωρίς αυτό να αποκλείει, βεβαίως, πιο συγκαλυμμένες προσεγγίσεις μέσω εξωτερικής βοήθειας.
Κατά τον Öztürk, η «διαδρομή» από ένα ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα προς την ανάπτυξη όπλων καθορίζεται από τρεις παράγοντες: πρόσβαση σε ευαίσθητες δυνατότητες του «κύκλου καυσίμου» (fuel cycle), πολιτική απόφαση και διατήρηση της υποστήριξης αυτής, και δυνατότητα υλοποίησης χωρίς έγκαιρο εντοπισμό και χωρίς δυσανάλογο διπλωματικό και οικονομικό κόστος.
«Ένα πολιτικό πρόγραμμα μπορεί να επεκτείνει την τεχνογνωσία, αλλά η ανάπτυξη όπλων απαιτεί ειδικές “οδούς” που παρακολουθούνται στενά διεθνώς», εξηγεί. «Στην περίπτωση της Τουρκίας, η χώρα είναι ενσωματωμένη σε διεθνή δίκτυα ελέγχου και συμμαχιών, και οποιαδήποτε ουσιώδης στροφή θα προκαλούσε άμεσες αντιδράσεις και κόστος. Το “κλειδί” δεν είναι μόνο τεχνικό — είναι πολιτικό, νομικό και διπλωματικό, και η μυστικότητα είναι εξαιρετικά δύσκολη.»
Ωστόσο, υπάρχει και η πιο «γκρίζα» ανάγνωση. Ο Sokolski αναφέρει ότι, ήδη από τη δεκαετία του 1970, σύμφωνα με έγγραφο που έχει δει ο ίδιος όταν εργαζόταν για την αμερικανική κυβέρνηση, η Τουρκία είχε δείξει ενδιαφέρον για αντιδραστήρες ελαφρού ύδατος, μια τεχνολογία που θεωρείται ασφαλής από πλευράς διάδοσης, αλλά για την οποία έχουν εξεταστεί και εναλλακτικοί τρόποι αξιοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο, σημειώνει ότι υπάρχουν θεωρητικά σενάρια για «αντισυμβατικές» διαδρομές ανάπτυξης πυρηνικού όπλου, με λιγότερο εμφανείς υποδομές — τρόποι, δηλαδή, να κερδηθεί χρόνος και να παρακαμφθούν ορισμένοι έλεγχοι.
«Είναι μια χώρα του ΝΑΤΟ, έχουμε πυρηνικά όπλα στο έδαφός τους — αυτό θα έπρεπε να αρκεί», σημειώνει ο κ. Sokolski. «Ωστόσο, οι δεσμοί τους με το ΝΑΤΟ δεν είναι αυτοί που ήταν παλιά. Το ερώτημα είναι πόσο στενά παραμένουν συνδεδεμένοι».
Διατηρώντας ανοιχτή την επιλογή
Υπό τις παρούσες συνθήκες, πρωταρχικός λόγος για τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Άγκυρας είναι η επίτευξη ενεργειακής αυτάρκειας. Οι πρόσφατες εξελίξεις λειτουργούν μάλλον αποτρεπτικά: η εκτόξευση των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στο Ιράν, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκονται οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης, δεν ενθαρρύνει «πυρηνικές περιπέτειες». Αντίθετα, ενισχύει την αναζήτηση πιο ελεγχόμενων λύσεων, όπως η «ειρηνική» πυρηνική ενέργεια, με τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες να αναδύονται ως εναλλακτική.
Με τα σημερινά δεδομένα, η Άγκυρα έχει ισχυρά κίνητρα να διατηρήσει τις πυρηνικές της δραστηριότητες εντός ειρηνικού πλαισίου. Τα ρίσκα και τα κόστη μιας μετάβασης σε στρατιωτικές εφαρμογές είναι υψηλά, ενώ τα οφέλη ενός «ομαλού» προγράμματος παραμένουν σημαντικά (ενέργεια, τεχνολογία, εθνικό πρεστίζ). Όπως σημειώνει ο Öztürk, η σχετική ρητορική εξυπηρετεί κυρίως εσωτερικές και διαπραγματευτικές ανάγκες περί «στρατηγικής αυτονομίας», που στην πράξη επιδιώκεται μέσω συμβατικών δυνατοτήτων και διπλωματικών κινήσεων. Οι τοποθετήσεις Ερντογάν και Φιντάν, πάντως, δεν μπορούν να αγνοηθούν, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου τέτοιες δηλώσεις συχνά προαναγγέλλουν ευρύτερες κατευθύνσεις, αλλά και επειδή ο Φιντάν θεωρείται από ορισμένους πιθανός διάδοχος του Τούρκου προέδρου.
Σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον, με μεταβαλλόμενες ισορροπίες και τεχνολογικές εξελίξεις, η πορεία δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Δεν αποκλείεται η Τουρκία να ακολουθεί μια ευρύτερη τάση: αντί για άμεση ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, την ενίσχυση ενός ειρηνικού προγράμματος που διατηρεί «ανοιχτή την επιλογή». Με άλλα λόγια, όχι απαραίτητα πυρηνικά όπλα αλλά την ικανότητα να αποκτηθούν, αν και εφόσον κριθεί απαραίτητο, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.