06.09.2026
9’ READ TIME

Πόσα πιτόγυρα αγοράζει ο μισθός σου; Ο δημιουργός του Gyronomics μιλά στο WIRED Greece

Το Gyronomics μετρά πενήντα χρόνια οικονομικής ιστορίας της Ελλάδας. Όχι σε δείκτες, αλλά σε πιτόγυρα.
Billboard 1

Ξεκίνησε από μια κλασική κουβέντα. «Θυμάσαι που βγαίναμε με ένα χιλιάρικο, πίναμε, τρώγαμε γύρο και μας περίσσευαν και ρέστα;» Το συζητούν με νοσταλγία πολλές παρέες στην Ελλάδα. Ο Δημήτρης Μήτσιος αποφάσισε να το μετρήσει σε νούμερα, ακολουθώντας μια λογική που θυμίζει τον Big Mac Index του Economist. Μόνο που εδώ το ερώτημα είναι πιο ελληνικό και πιο προσωπικό: πόσα πιτόγυρα μπορεί να αγοράσει ο μισθός; Έτσι γεννήθηκε το Gyronomics, μια σειρά δεδομένων από το 1976 έως το 2026 που ανανεώνεται συνεχώς.

Ο Δημήτρης πήρε την τελευταία τεκμηριωμένη τιμή γύρου πριν από το ευρώ, περίπου 280 δραχμές το 1998, και την άφησε να ανέβει με τον επίσημο κλαδικό δείκτη τιμών της εστίασης της Eurostat. Το αποτέλεσμα για το 2026 έβγαινε 1,96 ευρώ. Η πραγματική τιμή είναι 4,30. «Δεν μετράω τον πληθωρισμό, αυτόν τον μετράει η ΕΛΣΤΑΤ και τον μετράει σωστά», εξηγεί στο WIRED Greece. «Μετράω την απόσταση ανάμεσα στον επίσημο πληθωρισμό και σε αυτό που πληρώνεις στον πάγκο». Με τον κλαδικό δείκτη εστίασης, ο κατώτατος μισθός θα έπρεπε να αγοράζει 472 πιτόγυρα τον μήνα, σύμφωνα με τον δημιουργό του Gyronomics, όμως αγοράζει 215.

Γιατί πιτόγυρο

Η επιλογή δεν ήταν τυχαία, παρότι ο δημιουργός παραδέχεται πως ξεκίνησε από κάτι προσωπικό: το πιτόγυρο ήταν πάντα «το βασικό καύσιμο» μετά από το ξενύχτι και το ατελείωτο coding, λέει. Ο ουσιαστικός λόγος είναι ότι το πιτόγυρο υπήρξε για δεκαετίες το αγαθό όπου συναντιόνταν, στον ίδιο πάγκο, ο φοιτητής, ο εργαζόμενος με τον κατώτατο και ο συνταξιούχος. «Αυτό ακριβώς πρέπει να παραμείνει: κάτι που μπορεί να το έχει και ο πιο αδύναμος οικονομικά, χωρίς να το σκεφτεί δύο φορές. Όταν αρχίζει να το σκέφτεται, δεν έχει ακριβύνει απλώς ένα σάντουιτς, έχει χαθεί μια μικρή ελευθερία», λέει ο Δημήτρης. «Αν πεις σε κάποιον ότι ο πληθωρισμός ανέβηκε 3,8 μονάδες, θα χασμουρηθεί. Αν του πεις ότι το πιτόγυρο πάει πέντε ευρώ, θα πάθει υπαρξιακό σοκ».

Υπάρχει και ένας τεχνικός λόγος, «πιο βαρετός και πιο σημαντικός»: το πιτόγυρο είναι από τα λίγα προϊόντα που είχαν κάποτε νομική περιγραφή. Η Αγορανομική Διάταξη 14/1989 όριζε βάρη και συστατικά για δεκάδες τρόφιμα της εποχής -«γύρο τουλάχιστον 37 γραμμάρια, λίπος μέχρι 22%, πίτα τουλάχιστον 65 γραμμάρια». Βασισμένος σε αυτά τα στοιχεία, ο δημιουργός λέει ότι μπορεί να ξέρει τι κρατούσε ακριβώς στο χέρι του κάποιος το 1989 και να το συγκρίνει με το σημερινό. «Δοκίμασε να το κάνεις αυτό με τον καφέ ή με το καλάθι του νοικοκυριού», σημειώνει.

Και, τέλος, αναφέρει, «μέσα σε ένα χαρτί χωράει ολόκληρη η οικονομία: ρεύμα για τη σούβλα, χοιρινό, λαχανικά, αλεύρι, ενοίκιο του μαγαζιού, μεροκάματο».

Ψηφιακή αρχαιολογία

Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν ήταν το UI, αλλά η κατασκευή μιας αξιόπιστης χρονοσειράς τιμών από το 1976. Οι μισθοί ήταν το εύκολο μέρος -υπάρχει νομοθετική διαδρομή, από ΦΕΚ σε ΦΕΚ. Ο δημιουργός του project κάνει λόγο για «ψηφιακή αρχαιολογία» και λέει πως οι τιμές ήταν «πολύ πιο βρόμικη δουλειά». Η πρώτη εικοσαετία στηρίζεται κυρίως σε μια διατίμηση της Νομαρχίας Χανίων του 1977, με ανώτατο όριο 8,50 δραχμές για τον γύρο σε πίτα, και στην Αγορανομική Διάταξη 14/1989. Η τιμή των Χανίων ήταν ανώτατο όριο, όχι αυτό που πλήρωνε ο κόσμος, οπότε το μοντέλο εφαρμόζει προσαύξηση. Και η άγκυρα είναι επαρχιακή, σε περίοδο που η ίδια η διάταξη όριζε χαμηλότερες τιμές εκτός Αθήνας-Θεσσαλονίκης. «Δεν το λύνει, αλλά δείχνει ότι δεν πήρα το φθηνότερο σημείο της Ελλάδας για βάση».

Από τα 51 χρόνια της σειράς, μόλις τα 16 έχουν τεκμηριωμένη τιμή. Τα υπόλοιπα προκύπτουν με παρεμβολή, με γράμμα εμπιστοσύνης δίπλα σε κάθε χρονιά. Η περίοδος 1978–1988 παραμένει «έντεκα χρόνια κενό». Η μοναδική ένδειξη που εντόπισε ποτέ ήταν μια ανώνυμη ανάρτηση σε φόρουμ για τιμή σουβλακιού το 1993, χωρίς καν διευκρίνιση αν επρόκειτο για καλαμάκι ή τυλιχτό. Δεν μπήκε στα δεδομένα. «Προτιμώ να φαίνεται το κενό παρά να το γεμίσω με ωραίες εικασίες», λέει ο δημιουργός του Gyronomics.

Για τα ενδιάμεσα κενά χρησιμοποιείται ο κλαδικός δείκτης τιμών «ξενοδοχεία, καφέ, εστιατόρια» (CP11) της Eurostat, που ξεκινά όμως μόλις το 1998. Πριν από αυτό μπαίνει ο γενικός δείκτης τιμών, με μετρημένη διόρθωση. «Δεν είναι επιλογή που έκανα, είναι το τέλος των δεδομένων», λέει, σημειώνοντας πως η παραδοχή είναι γραμμένη ρητά στο δημόσιο whitepaper του project.

Στο site συνυπάρχουν δύο εκδοχές του ίδιου δείκτη, τα «κλασικά πιτόγυρα» και τα «πιτόγυρα εποχής», επειδή το ίδιο το προϊόν άλλαξε βάρος: 38 γραμμάρια γύρου το 1977, 58 το 1989, 106 το 2011, 88 σήμερα.

«Το πιτόγυρο του 1977 και το σημερινό έχουν κοινό μόνο το όνομα», λέει ο Δημήτρης. Τα «πιτόγυρα εποχής» δείχνουν πόσα από το τότε προϊόν αγόραζε ο τότε μισθός -527 τον μήνα το 1976. Τα «κλασικά ισοδύναμα» ανάγουν όλες τις χρονιές στο σημερινό προϊόν για δίκαιη σύγκριση, οπότε το 1976 πέφτει στα 264. «Ίδια χρονιά, δύο έντιμα νούμερα, το ένα διπλάσιο από το άλλο» Ως προεπιλογή εμφανίζεται το κλασικό, «γιατί αυτή είναι η ερώτηση που κάνει ο κόσμος».

Vibe coding και το στοίχημα της διαφάνειας

Ολόκληρη η εφαρμογή γράφτηκε με «vibe coding». Καμία γραμμή κώδικα δεν πληκτρολογήθηκε από τον ίδιο, παρότι έχει είκοσι χρόνια εμπειρίας ως developer. Χρησιμοποίησε το Lovable για το περιβάλλον, και το Claude Code για τη στατιστική μοντελοποίηση, τα ανοιχτά APIs και το whitepaper. «Μιλούσα ελληνικά, εκείνο εκτελούσε, εγώ έκανα τον σκηνοθέτη».

Το ρίσκο είναι προφανές. Ένα μοντέλο μπορεί να «φέρει έναν πολύ πειστικό αριθμό που δεν υπάρχει πουθενά», όπως λέει ο ίδιος. Η απάντησή του ήταν εκατοντάδες αυτόματοι έλεγχοι που επιβεβαιώνουν πως κάθε αριθμός στο site ταιριάζει με τη σειρά δεδομένων, και βαθμός εμπιστοσύνης δίπλα σε κάθε χρονιά. Ο Δημήτρης εξηγεί πως όλα τα δεδομένα είναι ανοιχτά με άδεια CC BY 4.0, σε JSON και CSV, με λίστα πηγών και αναλυτικό μητρώο αλλαγών. «Η διαφάνεια ήταν στοίχημα από την αρχή, γιατί αν βγάλεις pop-economics χωρίς τεκμηρίωση θα σε φάει η data κοινότητα, και δικαίως», λέει.
Και σημειώνει πως «παλιότερα ένα τέτοιο πράγμα ήθελε ομάδα και χρηματοδότηση. Σήμερα το κάνεις μόνος σου, αρκεί να καταλάβεις ότι η υπερδύναμη του AI είναι στην κατασκευή, όχι στην αλήθεια».

Πανωλεθρία σε πιτόγυρα

Τα νούμερα που βγάζει η σειρά δεδομένων είναι, με τα λόγια του δημιουργού, «πανωλεθρία». Το 2026 είναι το χαμηλότερο σημείο των 51 ετών: 215 πιτόγυρα τον μήνα με τον κατώτατο μισθό, έναντι 500 στην κορύφωση του 1983 και 414 το 2011. Το εργαλείο «Reverse Gyronomics» αντιστρέφει την ερώτηση: για να έχει κανείς σήμερα την αγοραστική δύναμη σε πιτόγυρα του 2011, ο καθαρός κατώτατος μισθός θα έπρεπε να είναι 1.780 ευρώ τον μήνα, σε βάση δεκατεσσάρων καταβολών. «Είναι 924. Κάλυψη 51,9%». Ένας δεύτερος δείκτης, η «Ημέρα Γύρου», λειτουργεί σαν το διεθνές Tax Freedom Day: ποια ημερομηνία σταματάει κανείς να «δουλεύει» για το καθημερινό του πιτόγυρο. Στην καλύτερη χρονιά, το 1983, έπεφτε 23 Ιανουαρίου. Φέτος πέφτει 21 Φεβρουαρίου, «η αργότερη ημερομηνία σε 51 χρόνια».

Ο δημιουργός επισημαίνει και κάτι λιγότερο ορατό: «από το 2015 η μερίδα γύρου μέσα στην πίτα μειώθηκε από 110 σε 88 γραμμάρια, ενώ η τιμή στον κατάλογο αυξήθηκε περίπου 100%».

«Το ένα τρίτο της ακρίβειας δεν είναι στην τιμή, είναι μέσα στην πίτα», λέει και προσθέτει πως «υπάρχει και ένας τρόπος να το καταλάβεις χωρίς κανέναν δείκτη, με το ρολόι. Το 1989 δούλευες 21 λεπτά για να αγοράσεις ένα πιτόγυρο. Σήμερα δουλεύεις 48. Πάνω από τα διπλάσια, για το ίδιο πράγμα».

Υπάρχει και ένα νούμερο που φαίνεται να αντιφάσκει με όλα αυτά, και ο Δημήτρης προτιμά να το εξηγήσει ο ίδιος: μετρώντας σκέτο κρέας αντί για πιτόγυρα, ο μισθός αγόραζε 202 μερίδες των 100 γραμμαρίων το 1976 και αγοράζει 189 σήμερα -πτώση μόλις 6%, που ακούγεται, όπως λέει, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Η παγίδα είναι η χρονιά βάσης, εξηγεί: το 1976 ήταν από τις χειρότερες της σειράς. «Η σύγκριση “1976 με σήμερα” βάζει δίπλα δίπλα δύο κακές χρονιές και συμπεραίνει ότι δεν άλλαξε τίποτα». Ξεκινώντας από το 1989, η πτώση σε κρέας φτάνει το 56%. Από το 2011, «το κρέας βγάζει χειρότερη εικόνα από τα πιτόγυρα, -51% έναντι -48%».

«Η επιλογή της χρονιάς βάσης είναι το πιο συνηθισμένο κόλπο στα οικονομικά γραφήματα», λέει ο δημιουργός και εξηγεί πως γι’ αυτό και στο Reverse Gyronomics την αφετηρία τη διαλέγει ο χρήστης. «Ο κόσμος δεν παραγγέλνει γραμμάρια», κλείνει. «Μετράμε πόσα “όχι” λέει κάποιος μέσα στον μήνα όταν αναρωτιέται αν τον παίρνει ακόμα να παραγγείλει.»

Από το r/greece στην ουρά του σουβλατζίδικου

Το Gyronomics ξεκίνησε να κυκλοφορεί μαζικά μέσα από ένα δημοσίευμα στο r/greece του Reddit, και μέσα σε δύο 24ωρα είχε περάσει σε X, LinkedIn και οικογενειακά group στο Viber -«εκρηκτική» ανταπόκριση, «και με τρόπο που δεν περίμενα», λέει ο Δημήτρης. Ο κόσμος δεν έμεινε απλό κοινό: χρήστες άρχισαν να στέλνουν αποδείξεις και τιμές από τη γειτονιά τους, κάτι που οδήγησε σε ειδική φόρμα υποβολής τιμών, ακόμα και από τα χρόνια της δραχμής. Ο δημιουργός αναφέρει πως έχει ακούσει πως το πρότζεκτ συζητήθηκε ακόμα και σε ουρά σουβλατζίδικων. Μία λειτουργία, μάλιστα, γεννήθηκε από ανοιχτή πρόκληση αναγνώστη στα σχόλια -«για να δούμε αν μπορείς να το φτιάξεις αυτό»- και υλοποιήθηκε.

Μια διεθνής σύγκριση που έκανε ο δημιουργός έδειξε κάτι απροσδόκητο: με τον κατώτατο μισθό της, η Ελλάδα βγαίνει πρώτη σε street food ανά μερίδα -215 μερίδες τον μήνα, έναντι 208 στη Γερμανία με το ντονέρ κεμπάπ, 175 στην Ισπανία και 114 στην Πορτογαλία. «Δεν είναι παρηγοριά… το ελληνικό street food παραμένει φθηνό σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς μισθούς, και ο ελληνικός μισθός είναι ο μισός του γερμανικού». Στόχος του, λέει, είναι «να καθιερωθεί σαν έγκυρος δείκτης, τύπου Big Mac Index», αλλά και «να μιλάμε για την οικονομία μέσα από το φαγητό».

«Ίσως ο μισθός σήμερα να αγοράζει περισσότερες τηλεοράσεις από ό,τι το 1980. Οι τηλεοράσεις όμως δεν είναι τόσο νόστιμες με τζατζίκι», λέει με χιούμορ ο Δημήτρης.

Επόμενο βήμα είναι το «Ραντάρ των 5 Ευρώ», μια προβολή για το πότε η μέση εθνική τιμή του πιτόγυρου θα σπάσει το ψυχολογικό όριο των 5 ευρώ, με ρητό εύρος αβεβαιότητας. Ακολουθεί το άνοιγμα του κώδικα σε GitHub, από ανοιχτά δεδομένα σε ανοιχτό λογισμικό.

Κλείνει, τελικά, με μια πρόκληση προς τα πίσω. Τα έντεκα χρόνια χωρίς καμία τεκμηριωμένη τιμή, από το 1978 ως το 1988, παραμένουν ανοιχτή πληγή στη σειρά δεδομένων. «Όποιος έρθει με ένα ΦΕΚ, μια αγορανομική διάταξη ή μια εφημερίδα της εποχής που κλείνει έστω μία από αυτές τις χρονιές, μπαίνει με το όνομά του στις πηγές», λέει ο δημιουργός. «Το καλύτερο που μπορεί να μου συμβεί δεν είναι να μιλήσουν για το Gyronomics. Είναι να έρθει κάποιος και να μου αποδείξει ότι μια χρονιά μου είναι λάθος».

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Βασίλης Τατσιόπουλος, Ως Staff Writer στο WIRED Greece, γράφει για τη διασταύρωση τεχνολογίας και κουλτούρας. Με θητεία… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO