Το πιο παράξενο πράγμα στο να περνάς κάτω από τη Μάγχη με το Eurostar είναι ότι δεν αισθάνεσαι πως περνάς κάτω από τη Μάγχη. Δεν βλέπεις τη θάλασσα. Δεν βλέπεις κύματα ή κάποιο υποθαλάσσιο τοπίο. Δεν υπάρχει καν η αίσθηση ότι κατεβαίνεις κάπου.
Κάποια στιγμή το τοπίο έξω από το παράθυρο απλώς εξαφανίζεται και, για περίπου είκοσι λεπτά, βρίσκεσαι μέσα σε ένα τεράστιο σύστημα από σκυρόδεμα, ατσάλι, ηλεκτρισμό και σήραγγες. Και το πιθανότερο είναι ότι δεν το σκέφτεσαι καθόλου.
Το ταξίδι (δεν) είναι ο προορισμός
Το ταξίδι ξεκινά από τις Βρυξέλλες, στο σταθμό Bruxelles-Midi, με προορισμό το St Pancras του Λονδίνου. Η απευθείας διαδρομή διαρκεί περίπου δύο ώρες. Το Eurostar κινείται με έως 300 χλμ./ώρα στις γραμμές υψηλής ταχύτητας, αλλά μέσα στη σήραγγα η ταχύτητα περιορίζεται στα 160 χλμ./ώρα.
Περνάμε τους απαραίτητους ελέγχους και επιβιβαζόμαστε. Οι Βρυξέλλες σταδιακά δίνουν τη θέση τους στην ύπαιθρο του Βελγίου και στη συνέχεια της βόρειας Γαλλίας.

Το Wi-Fi δεν δουλεύει πολύ καλά αλλά οι θέσεις είναι άνετες. Η διπλανή μου κοιτάζει το κινητό της σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Και μετά φτάνουμε στις γαλλικές ακτές. Ξαφνικά όλα σκοτεινιάζουν.
Δεν βλέπεις τη θάλασσα. Είσαι από κάτω της.
Το Channel Tunnel σύμφωνα με το website του, έχει μήκος περίπου 50 χιλιόμετρα, από τα οποία περίπου 37 βρίσκονται κάτω από τη θάλασσα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τρεις σήραγγες: δύο σιδηροδρομικές και μία τρίτη, μικρότερη, ανάμεσά τους, που χρησιμοποιείται για συντήρηση και ως οδός εκκένωσης. Οι τρεις σήραγγες έχουν διανοιχθεί περίπου 40 μέτρα κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας.
Κάθε 375 μέτρα οι δύο σιδηροδρομικές σήραγγες συνδέονται με τη μεσαία. Αν κάτι πάει στραβά, αυτή είναι η διαδρομή προς την ασφάλεια.
Μέσα στο τρένο, όμως, δεν συμβαίνει τίποτα. Κανένας δεν κοιτάζει γύρω του. Κανείς δεν μοιάζει να σκέφτεται ότι αυτή τη στιγμή βρίσκεται μέσα σε μία από τις μεγαλύτερες υποδομές μεταφορών της Ευρώπης.
Η ίδια η σήραγγα είναι ένα τεράστιο τεχνολογικό σύστημα: περισσότερα από 36.000 συστήματα και εξοπλισμοί είναι εγκατεστημένα στις τρεις σήραγγες, μαζί με ηλεκτροδότηση, σηματοδότηση, καλώδια, συστήματα ψύξης και πυρόσβεσης.
Μια σήραγγα που συνεχίζει να εξελίσσεται
Η κατασκευή ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και η επίσημη έναρξη λειτουργίας έγινε το 1994. Τριάντα και πλέον χρόνια αργότερα, όμως, η υποδομή συνεχίζει να αναβαθμίζεται.
Τον Ιανουάριο του 2026 ξεκίνησε η πρώτη φάση της μετάβασης σε νέα τεχνολογία που επιτρέπει συνεχή ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ του τρένου και της υποδομής και έχει σχεδιαστεί ώστε η σήραγγα να μπορεί να υποστηρίζει νεότερες γενιές τρένων, βελτιώνοντας παράλληλα την ασφάλεια και την απόδοση.
Είναι ένα παράξενο είδος τεχνολογικής συνέχειας: μια υποδομή που σχεδιάστηκε πριν από την εποχή του smartphone αναβαθμίζεται σήμερα με συστήματα που κάνουν το τρένο και τη σιδηροδρομική γραμμή να «μιλούν» διαρκώς μεταξύ τους. Κι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ ο επιβάτης κοιτάζει το κινητό του.
Και μετά, απλώς βγαίνεις.
Όταν το Eurostar ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, κανένας από τους συνεπιβάτες μου δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται. Ούτε κάποιος κοιτάζει γύρω του με ανακούφιση.
Το τρένο συνεχίζει μέσα από την αγγλική ύπαιθρο. Οι πρώτες σταγόνες βροχής χτυπούν τα παράθυρα και, λίγο αργότερα, το Λονδίνο αρχίζει να εμφανίζεται. Φτάνουμε στο St Pancras.

Η απόσταση που κάποτε απαιτούσε πλοίο ή αεροπλάνο έχει γίνει μια καθημερινή διαδρομή από κέντρο πόλης σε κέντρο πόλης. Σήμερα το Eurostar συνδέει απευθείας το Λονδίνο με πόλεις όπως οι Βρυξέλλες, το Παρίσι, το Άμστερνταμ και το Ρότερνταμ.
Ταυτόχρονα, δεν αισθάνεσαι ότι διασχίζεις μία από τις μεγαλύτερες υποθαλάσσιες κατασκευές στον κόσμο. Δεν βλέπεις τις τρεις σήραγγες, τα συστήματα ασφαλείας, τα χιλιάδες συστήματα ελέγχου ή τη νέα ψηφιακή υποδομή που αναπτύσσεται γύρω σου. Απλώς κάθεσαι στο τρένο.