08.09.2026
9’ READ TIME

Ο Brian Cox δεν ξέρει τα πάντα. Κι αυτό είναι δώρο!

Λίγο πριν φέρει το «Emergence» στην Αθήνα, ο φυσικός που γεμίζει στάδια μιλά στο WIRED Greece για το AI ως δάσκαλο που δεν κρίνει, για τα διαγωνίσματα που θα καταργούσε και για τις δύο λέξεις που κρατούν ζωντανή την επιστήμη.
Στα 58 του, ο φυσικός από το Oldham, μια βιομηχανική πόλη έξω από το Manchester, παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της επιστήμης παγκοσμίως. Φωτ.: Drew Forsyth
Billboard 1

«Δεν ξέρω»: πάνω σε αυτές τις δύο λέξεις χτίζει ο Brian Cox τη νέα του παράσταση. Το «Emergence», το show που ετοιμάζεται να παρουσιάσει και στην Αθήνα, εξερευνά πώς η αδιανόητη πολυπλοκότητα του σύμπαντος ξεπηδά από απλούς κανόνες. Ξεκινά από μια χιονονιφάδα του 1610 και καταλήγει στο όραμα της ανθρωπότητας ανάμεσα στα άστρα.

Στα 58 του, ο φυσικός από το Oldham, μια βιομηχανική πόλη έξω από το Manchester, παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της επιστήμης παγκοσμίως. Παρουσιαστής ντοκιμαντέρ που έμαθαν σε μια γενιά να κοιτάζει τον ουρανό, πρώην μουσικός των D:Ream και, πάνω απ’ όλα, δάσκαλος. Διδάσκει ακόμη πρωτοετείς φοιτητές Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Manchester και καταφέρνει με τα shows του να κάνει την επιστήμη προσβάσιμη, αλλά και συναρπαστική. 

Όταν του εξηγώ ότι ένα από τα κεντρικά θέματα στο τεύχος στο οποίο θα δημοσιευτεί η συζήτησή μας είναι το μέλλον της εκπαίδευσης, η κουβέντα δεν χρειάζεται άλλο ζέσταμα. 

Το δώρο του Kepler

«Είναι το Big Bang η αρχή του σύμπαντος μέσα στον χρόνο; Δεν ξέρουμε. Μεταξύ άλλων, επειδή δεν ξέρουμε τι είναι ο χρόνος σε θεμελιώδες επίπεδο. Ξέρουμε όμως ότι το σύμπαν ήταν εξαιρετικά θερμό και πυκνό πριν από 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια». Φωτ.: Drew Forsyth

Στην αρχή της παράστασης, ο B. Cox αφηγείται μια ιστορία. Το 1611 ο Johannes Kepler δημοσίευσε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο «Η εξαγωνική χιονονιφάδα», που έγραψε ως πρωτοχρονιάτικο δώρο. Μέσα σε αυτό αναρωτιόταν γιατί οι νιφάδες του χιονιού έχουν πάντα έξι άκρες. Κατέληγε σε μια απάντηση σπάνιας ειλικρίνειας: «δεν ξέρω».

«Το δώρο είναι η ερώτηση», μου λέει ο B. Cox. «Αλλά δώρο είναι και η ιδέα ότι το να μην ξέρουμε είναι απαραίτητο για την πρόοδο. Δεν μπορείς να προχωρήσεις αν νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα. Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Αυτό είναι εμπόδιο».

Από τη χιονονιφάδα, το «Emergence» ταξιδεύει ως τις άκρες του ορατού σύμπαντος. Σε μία από τις κεντρικές στιγμές της παράστασης, ο Β. Cox προβάλλει έναν τρισδιάστατο χάρτη χιλιάδων γαλαξιών που δείχνει όχι μόνο πού βρίσκονται, αλλά και πώς κινούνται σε σχέση με εμάς. Εξηγεί πως δεν μένει στα νούμερα και τα δεδομένα. «Δεν λέω απλώς ότι το σύμπαν είναι 13,8 δισεκατομμυρίων ετών και ότι ο γαλαξίας της Ανδρομέδας απέχει εκατομμύρια έτη φωτός. Θέλω να εξερευνήσω πώς αποκτούμε αξιόπιστη γνώση για τον κόσμο».

«Δεν χρειάζεται να μεταδώσεις στα παιδιά περιέργεια, είναι ήδη φιλοπερίεργα, από τη φύση τους. Το σημαντικό είναι να μην τα αποθαρρύνεις».

«Αξιόπιστη γνώση». Η φράση επανέρχεται συνεχώς στην κουβέντα μας, γιατί εκεί κρύβεται και η λεπτή ισορροπία της δουλειάς του. Η επιστήμη προχωρά ακριβώς επειδή παραδέχεται όσα δεν ξέρει και, την ίδια στιγμή, αυτή η παραδοχή μπορεί εύκολα να διαβαστεί ως ότι «οι επιστήμονες δεν ξέρουν τίποτα», σε μια εποχή που η εμπιστοσύνη στους ειδικούς δοκιμάζεται. 

Ο Β. Cox απαντά με ένα παράδειγμα. «Είναι το Big Bang η αρχή του σύμπαντος μέσα στον χρόνο; Δεν ξέρουμε. Μεταξύ άλλων, επειδή δεν ξέρουμε τι είναι ο χρόνος σε θεμελιώδες επίπεδο. Ξέρουμε όμως ότι το σύμπαν ήταν εξαιρετικά θερμό και πυκνό πριν από 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια». Ο αριθμός, προσθέτει, προέρχεται από μέτρηση, που αλλάζει διαρκώς όσο έρχονται νέα δεδομένα.

Το ίδιο ισχύει, λέει, για τα κλιματικά μοντέλα. «Το ότι υπάρχει αβεβαιότητα σε μια πρόβλεψη δεν σημαίνει ότι την αγνοείς. Οι προβλέψεις μας έχουν αβεβαιότητες, αλλά με τη γνώση που διαθέτουμε σήμερα είναι οι καλύτερες δυνατές. Άρα πρέπει να δρούμε με βάση αυτές».

Ένα βασικό ερώτημα στη σημερινή εποχή είναι πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για την επιστήμη στο ευρύ κοινό. Πώς κρατάς 15.000 ανθρώπους σε ένα στάδιο, ενώ τους μιλάς για Κοσμολογία; Η απάντηση του Β. Cox είναι μια λέξη: ρυθμός. «Αν οι θεατές καταλαβαίνουν τα πάντα, βαριούνται», λέει. «Το να “χάνονται” είναι καλό… αρκεί να μη μένουν χαμένοι για πολλή ώρα». Μιλά στο κοινό για τη συμμετρία στους φυσικούς νόμους, περιγράφει ιδέες αφηρημένες και δύσκολες ακόμα και για ανθρώπους με σχετικές γνώσεις, και μετά επιστρέφει με μια όμορφη εικόνα, μια απλή σκέψη, και ξαναχτίζει από την αρχή.

Όταν του μεταφέρω ότι κάποιοι γονείς αναρωτιούνται αν αξίζει να φέρουν στην παράσταση παιδιά 10 ή 12 ετών, απαντά ότι σχεδιάζει το show έχοντας κι εκείνα στο μυαλό του. «Έχει περίπλοκες ιδέες, αλλά είναι πολύ όμορφη οπτικά, έχει μουσική, έχει εικόνες. Υπάρχουν στιγμές που μπορείς απλώς να χαλαρώσεις και να παρακολουθείς». 

Ο B. Cox παρουσιάζει το show του με εντυπωσιακά οπτικοακουστικά στοιχεία, αλλά θεωρεί πως δεν υπάρχει γραμμή που χωρίζει την εκπαίδευση από την ψυχαγωγία, αν η δουλειά γίνει σωστά. «Η εκπαίδευση όχι μόνο μπορεί, οφείλει να είναι ευχάριστη», τονίζει.

Στην αρχή της δεύτερης πράξης, το κοινό θα ακούσει κάτι απρόσμενο: ένα τραγούδι της PJ Harvey. «Είναι υπέροχη. Της ζήτησα να γράψουμε μαζί ένα τραγούδι για τα Voyager», διηγείται. Τα δύο σκάφη που εκτοξεύτηκαν το 1977 και κλείνουν σχεδόν πενήντα χρόνια στο διάστημα, παραμένουν τα πιο απομακρυσμένα ανθρώπινα αντικείμενα, πέρα από τα όρια του ηλιακού συστήματος ‒ «οι απόλυτοι εξερευνητές», όπως τα αποκαλεί. «Αναρωτηθήκαμε τι θα μας έλεγαν. Τι έχουν μάθει για τον κόσμο και για τη Γη στο ταξίδι τους προς τα άστρα; Κι εκείνη έγραψε αυτό το υπέροχο τραγούδι, το “Voyager”, που μας μιλά. Υπάρχουν τα δεδομένα, αλλά υπάρχει και το όνειρο, ο ρομαντισμός. Η παράσταση έχει κι αυτό το στοιχείο».

Ένας δάσκαλος που δεν κρίνει

Φωτ.: Drew Forsyth

Και πώς μαθαίνουμε σήμερα, σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς και μεταβάλλει ακόμα και τον τρόπο που σκεφτόμαστε; Την τεχνητή νοημοσύνη, το εργαλείο που βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, ο Β. Cox τη βλέπει ήδη μέσα στο αμφιθέατρο. «Έχω αρχίσει να λέω στους φοιτητές μου ότι το AI είναι χρήσιμο για να καταλάβεις πράγματα μόνος σου», λέει. Του αρέσει μια περιγραφή που άκουσε κάπου: το AI ως «δάσκαλος που δεν σε κρίνει». «Μπορείς να το ρωτάς ξανά και ξανά αυτό που θεωρείς χαζή ερώτηση μέχρι να πεις: “τώρα το κατάλαβα, έχτισα τη δική μου εικόνα του προβλήματος”».

Η άλλη χρήση, αυτή που τρομάζει τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, θεωρεί πως δεν έχει νόημα. «Το να χρησιμοποιείς το AI για να απαντάς ερωτήσεις και να παίρνεις βαθμούς είναι άσκοπο. Δεν πας στο πανεπιστήμιο γι’ αυτό. Είναι σαν να κυνηγάς υψηλό σκορ σε βιντεοπαιχνίδι».

Το πρόβλημα, καταλήγει, δεν βρίσκεται στο εργαλείο, αλλά στο σύστημα που μετράει τη μάθηση με εξετάσεις. Η πρότασή του είναι ριζοσπαστική: θα καταργούσε εντελώς τις εξετάσεις στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου. «Τότε οι φοιτητές θα αναγκάζονταν να κάνουν μια υπαρξιακής φύσης ερώτηση: “Γιατί είμαστε εδώ; Δεν είμαστε εδώ για να μαζεύουμε βαθμούς. Είμαστε εδώ για να καταλάβουμε”».

Το αγόρι από το Oldham

Στην αρχή της δεύτερης πράξης, το κοινό θα ακούσει κάτι απρόσμενο: ένα τραγούδι της PJ Harvey. «Είναι υπέροχη. Της ζήτησα να γράψουμε μαζί ένα τραγούδι για τα Voyager», διηγείται. Φωτ.: Drew Forsyth

Λίγες μέρες πριν από τη συνομιλία μας, ο Β. Cox βρέθηκε σε μια εκδήλωση με μαθητές στο Oldham, τη γενέτειρά του, «μία από τις πιο δύσκολες περιοχές της Βρετανίας», όπως λέει, με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, «αλλά γεμάτη σπουδαία παιδιά με σπουδαίες ερωτήσεις». Ένα αγόρι περίπου εννέα ετών τον πλησίασε και του είπε τον συλλογισμό του: τα ηλεκτρόνια έχουν αρνητικό φορτίο, τα όμοια φορτία απωθούνται. Γιατί, τότε, όταν πλησιάζουν δύο άτομα, κολλούν μεταξύ τους και φτιάχνουν μόρια;

«Τι εκπληκτική ερώτηση!» αναφώνησε τότε, και διατηρεί τον ίδιο ενθουσιασμό και τώρα που μου μεταφέρει την αντίδρασή του. «Είναι θεμελιώδης ερώτηση. Την απάντηση τη μαθαίνεις κανονικά στο πανεπιστήμιο, με την κβαντομηχανική, και δεν την ξέραμε μέχρι τη δεκαετία του 1930 ή του 1940. Κι αυτό το παιδί είναι 9 χρονών». Το δίδαγμα που κρατά για τα σχολεία είναι αφοπλιστικά απλό: «Δεν χρειάζεται να μεταδώσεις στα παιδιά περιέργεια, είναι ήδη φιλοπερίεργα, από τη φύση τους. Το σημαντικό είναι να μην τα αποθαρρύνεις».

Όταν τα παιδιά τον ρωτούν πράγματα που κανείς δεν ξέρει ‒π.χ. τι συμβαίνει όταν πέφτεις σε μια μαύρη τρύπα;‒, έχει έτοιμη απάντηση. «Τους λέω “ίσως αυτή να γίνει η δική σου απάντηση”. Ίσως σε είκοσι χρόνια να τη βρεις εσύ”. Είναι άγνωστη, αλλά δεν πιστεύουμε ότι θα παραμείνει άγνωστη. Κάποιος πρέπει να την ανακαλύψει».

Όσο για τον εννιάχρονο, έχει ήδη αποφασίσει τι θα κάνει. «Θα του γράψω», λέει. «Είσαι Φυσικός! Πρέπει να έρθεις στο πανεπιστήμιο. Είσαι σπουδαίος!»

Από την Αθήνα στα άστρα

Φωτ.: Drew Forsyth

Στην Αθήνα έχει έρθει μόνο μία φορά και δεν έχει ανέβει ποτέ σε αθηναϊκή σκηνή, όμως έχει πολλά να πει για το πόσο αντιληπτό είναι το παρελθόν στο σήμερα, αλλά και στο μέλλον.

«Σε ένα μέρος όπως η Αθήνα βλέπεις πού οδηγεί η περιέργεια τον κόσμο. Το βλέπεις στην αρχιτεκτονική. Οι ιδέες που γεννήθηκαν από τις φιλοσοφικές ερωτήσεις έφτιαξαν τον σύγχρονο κόσμο και εδώ το βλέπεις με τα μάτια σου».

Για τον Β. Cox, ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που μπορούμε να πάρουμε από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους είναι το ότι δεν αντιμετώπιζαν την επιστήμη, τη φιλοσοφία, τις τέχνες και τη θεολογία ως ξεχωριστούς κόσμους.

«Δεν χώριζαν τον κόσμο», λέει. «Όλα ήταν μέρος της ίδιας ερώτησης: τι είναι η πραγματικότητα, πώς τη βιώνουμε και τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος;» 

Το δέος, επιμένει, μένει σήμερα αναξιοποίητο ως κινητήρια δύναμη της μάθησης. «Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Πυθαγόρας, όλοι τους ένιωθαν δέος για τη φύση. Αυτό ήταν που τους παρακινούσε».

Το φινάλε της παράστασης, με νέα μουσική γραμμένη από τον οσκαρικό συνθέτη Dario Marianelli, μπαίνει, όπως λέει, στα λημέρια της επιστημονικής φαντασίας, με οράματα για ένα μέλλον στο διάστημα, ανάμεσα στα άστρα. Ένα μέλλον που, όπως υπενθυμίζει με ενθουσιασμό, στηρίζεται σε ιδέες διατυπωμένες στην Αθήνα πριν από δύο και τρεις χιλιάδες χρόνια. «Από το να μην ξέρουμε απολύτως τίποτα για τον κόσμο, φτάσαμε να έχουμε σκάφη στο μεσοαστρικό διάστημα μέσα σε λίγες χιλιάδες χρόνια. Και η σύγχρονη επιστήμη έχει ηλικία μόλις 400 ετών», λέει. «Αν πρόκειται να φτάσουμε στα άστρα, πρέπει πρώτα να χτίσουμε πάνω σε αυτές τις βάσεις. Η αποδοχή του αγνώστου είναι αυτό που μας εκτοξεύει προς τα εκεί».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος του WIRED Greece. Γίνε συνδρομητής εδώ.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Βασίλης Τατσιόπουλος, Ως Staff Writer στο WIRED Greece, γράφει για τη διασταύρωση τεχνολογίας και κουλτούρας. Με θητεία… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO