Το 1492, ο Johannes Trithemius, ηγούμενος ενός μοναστηριού στο Sponheim της Γερμανίας, έγραψε μια μικρή μεν, υμνητική δε πραγματεία για τους αντιγραφείς βιβλίων. Η τυπογραφία εξαπλωνόταν ήδη στην Ευρώπη και ο μοναχός υπερασπιζόταν κάτι που άρχιζε να μοιάζει παρωχημένο: τη χειρωνακτική αντιγραφή ενός κειμένου, γράμμα προς γράμμα, ως άσκηση προσοχής, μνήμης και πνευματικής πειθαρχίας.
Η Ιστορία, η οποία από καιρού εις καιρόν μεταμορφώνεται σε σπουδή στο μαύρο χιούμορ, φρόντισε το βιβλίο του να τυπωθεί δύο χρόνια αργότερα.
Η τυπογραφία δεν δικαίωσε τις επιφυλάξεις του Trithemius. Δεν κατέστρεψε τη σκέψη. Και είναι πιθανό να επισυνέβη το ακριβώς αντίθετο: πολλαπλασίασε τη γνώση και την έκανε προσβάσιμη, με μια κάποια απλοχεριά, στις άκρες και τα κέντρα της Γης.
Η άμεση πρόσβαση στη γνώση είναι από τα μεγάλα θαύματα της εποχής μας. Αλλά το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η άγνοια παύει να έχει διάρκεια. Για ένα παιδί που μεγαλώνει σήμερα, το «δεν ξέρω» μπορεί να είναι απλώς το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν αρχίσει να πληκτρολογεί.
Ο Βενεδικτίνος μοναχός, εντούτοις, είχε, όπως όλα δείχνουν, δίκιο σε κάτι. Κάθε τεχνολογία της γνώσης αλλάζει όσα μπορούμε να ξέρουμε και πόσο εύκολα μπορούμε να τα μάθουμε. Αλλάζει όμως και τον τρόπο με τον οποίο δεν ξέρουμε.
Κάποτε, λοιπόν, η άγνοια είχε διάρκεια. Εκείνος ο ηθοποιός που έπαιζε, μωρέ, σε κείνη την ταινία, πώς τη λένε, με τους καουμπόηδες που τα είχαν. Ο Μάλερ πότε πέθανε; Πέθανε τελικά ο Έλβις Πρίσλεϊ; Γιατί γουργουρίζουν οι γάτες; Μπορώ να ξεπαγώσω το φαγητό με το τάπερ, όπως είναι;
Οι απορίες έτρεχαν ξοπίσω σου, σου έξυναν την πλάτη ή σου πίεζαν τον κρόταφο με την κάννη τού να μάθεις. Μπορεί να μην κοιμόσουν, μπορεί και να τα κατάφερνες. Μπορεί να ξυπνούσες το πρωί ακολουθώντας τα βήματα για την εύρεση της πληροφορίας, μπορεί, όμως, την επομένη να μη θυμόσουν καν τι σε έτρωγε χθες βράδυ, αποδεικνύοντας ότι δεν ήταν τελικά τόσο επείγον όσο σου είχε φανεί αρχικώς.
Υπήρχε ένας ολόκληρος πολιτισμός μικρών αποτυχιών της γνώσης. Σήμερα αυτές οι μικρές τρύπες κλείνουν σχεδόν πριν προλάβουν να ανοίξουν. Δεν γνωρίζεις κάτι; Η απάντηση είναι ήδη εκεί. Δεν θυμάσαι; Θυμάται το μοντέλο για σένα. Δεν ξέρεις τι σημαίνει κάτι; Υπάρχει το τάδε λήμμα. Δεν καταλαβαίνεις το λήμμα; Υπάρχει μηχανή πρόθυμη να σου το εξηγήσει σαν να είσαι πέντε, δεκαπέντε ή ομότιμος καθηγητής κβαντικής ιατρικής, αναλόγως πόσο καλά αισθάνεσαι εκείνο το πρωί με τον εαυτό σου.
Η τυπογραφία έκανε τη γνώση αναπαραγώγιμη. Η Google έκανε την πρώτη μεγάλη μετατόπιση – την έκανε αναζητήσιμη. (Ακόμα κι αν η αρχική σου αναζήτηση ήταν το αν έχει κρέμα γάλακτος η καρμπονάρα και κατέληγες να διαβάζεις για το πώς πενθούν οι φάλαινες.)
Το generative AI πάει ακόμα παρακάτω: επιχειρεί να αφαιρέσει την αναζήτηση ως στάδιο και να μετατρέψει το αίτημα για γνώση σε εμπειρία άμεσης απάντησης. Κοντολογίς, σήμερα, μια απορία που επιβιώνει περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα αρχίζει να μυρίζει πρόβλημα σύνδεσης.
Ο Μπόρχες χρειάστηκε μια ολόκληρη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ για να φανταστεί έναν κόσμο που περιέχει όλα τα βιβλία. Εμείς κατασκευάζουμε ένα interface που μας επιτρέπει να μη χρειάζεται να ξεσκονίσουμε κανένα ράφι.
Και μαζί με την αναζήτηση χάνεται λίγο λίγο και η εμπειρία της περιπλάνησης, του λανθασμένου λήμματος, της τυχαίας πληροφορίας, ακόμα και η πιθανότητα να μη βρεις τίποτα. Κάπως έτσι, μπορεί η εποχή μας να μην καταργεί την άγνοια, καταργεί, ωστόσο, σταδιακά την εμπειρία της.
Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Είναι άλλο να μη γνωρίζεις κι άλλο να ζεις μέσα σε ένα ερώτημα. Το «δεν ξέρω» ήταν κάποτε μια κατάσταση στην οποία κοντοστεκόσουν. Ήταν υπενθύμιση ότι ο κόσμος είναι μεγαλύτερος απ’ όσα χωρούν στο κεφάλι μας. Ότι ορισμένα πράγματα θέλουν χρόνο. Και μερικά δεν θα τα μάθουμε ποτέ· τι να κάνουμε.
Ήταν μια μικρή άσκηση ταπεινότητας, πεδίο στο οποίο το ανθρώπινο είδος δεν έχει δρέψει δάφνες. Εξάλλου, το «δεν ξέρω» δεν ανήκει στις φράσεις που αγαπούμε, αφού το προφέρουμε συνήθως χαμηλόφωνα, με μια μικρή αμηχανία, σαν να παραδεχόμαστε ότι αφήσαμε τον θερμοσίφωνα ανοιχτό από προχθές.
Η άμεση πρόσβαση στη γνώση είναι από τα μεγάλα θαύματα της εποχής μας. Αλλά το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η άγνοια παύει να έχει διάρκεια. Για ένα παιδί που μεγαλώνει σήμερα, το «δεν ξέρω» μπορεί να είναι απλώς το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν αρχίσει να πληκτρολογεί.
Κι εδώ βρίσκεται η ειρωνεία. Όσο ευκολότερο γίνεται να πάρεις μια απάντηση, τόσο σημαντικότερο καθίσταται το να ξέρεις τι αξίζει αυτή η απάντηση. Να ξεχωρίζεις το τεκμήριο από τη διατύπωση. Το «γνωρίζω» από το «ακούγεται σωστό». Να αντέχεις το «ίσως». Να αφήνεις ένα ερώτημα ανοιχτό.
Ίσως, τελικά, το «δεν ξέρω» δεν είναι ομολογία αποτυχίας αλλά μορφή πνευματικής ευγένειας.
Το κείμενο εγκαινιάζει την νέα στήλη του Δημήτρη Αθηνάκη στο WIRED Greece, In-between. Μια στήλη για όσα αλλάζουν ενώ ακόμη μοιάζουν φυσιολογικά. Μικρές ιστορίες και παρατηρήσεις από τη ζωή ανάμεσα στον άνθρωπο και την τεχνολογία, όπου η μνήμη γίνεται δεδομένο, η επιλογή αλγόριθμος, η αναζήτηση απάντηση και το καινούργιο, σχεδόν ανεπαίσθητα, δεύτερη φύση.