«Γιατί θα πεις ναι;» ρώτησα απορημένη. Ο Γκιγιόμ σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα, ρουφώντας τις τελευταίες σταγόνες από την kombucha του.
Πέρασαν κάποια λεπτά για να χωνέψω πως ο ίδιος άνθρωπος που κατέκρινε το online κατάστημα και τον ιδρυτή του, όχι μόνο είχε δεχθεί προσφορά εργασίας εκεί, αλλά σκόπευε να μετακομίσει άμεσα κοντά στα γραφεία της εταιρείας στο Palo Alto, ένα μέρος με όση βραδινή ζωή έχει ο Αλμυρός Βόλου μέσα Φεβρουαρίου.
Ο δρόμος για το σπίτι εκείνο το βράδυ ήταν λίγο διαφορετικός. Για πρώτη φορά δεν με πείραξε που περνούσα μέσα από τα αντίσκηνα του Tenderloin και τη μυρωδιά που δεν συνηθίζεις ποτέ. Στο τρένο παρατηρούσα τον κόσμο γύρω μου, διάβαζα τα logos των εταιρειών πάνω στις τσάντες και τα μπουφάν τους, και προσπαθούσα να μαντέψω τι podcasts ακούνε και πόσους συγκατοίκους έχουν.
Ο προσανατολισμός στον κόσμο των μεγάλων αριθμών απαιτεί ένα βαθιά προσωπικό «γιατί-πυξίδα» που, αν το φτιάξεις σωστά, είναι τόσο ειλικρινές που ντρέπεσαι να το ξεστομίσεις.
Κάπου εκεί είδα και εμένα, πρωτοετή φοιτήτρια στην Ελλάδα να πίνω τον πρωινό μου καφέ και να φαντάζομαι πώς είναι να ανήκει κανείς σε αυτόν τον κόσμο που διάβαζα στις σελίδες του WIRED. Ο κόσμος αυτός στο μυαλό μου πατούσε στην τεχνο-ουτοπία των ‘60s, όταν το να ρωτάς «γιατί» έπαιρνε τον χρόνο του. Αυτή η ερώτηση κοιτούσε τα σύννεφα, προσπαθώντας να δει το σύμπαν από πίσω. Ταυτόχρονα κοιτούσε με την ίδια περιέργεια και μέσα, μερικές φορές τόσο βαθιά που νόμιζες ότι επέστρεφε πίσω στο σύμπαν. Μανιτάρια, τσιγάρα και άλλα ψυχοτρόπα έβρισκαν καμβά σε καταλόγους που ήθελαν να καταγράψουν όλον τον κόσμο, σε ιστορίες για μία τεχνολογία με δικές της προσδοκιές, και σε κατάρες υπερκειμένων.
Όταν προσγειώθηκα το 2018 στο Bay Area, έχοντας αφήσει πίσω μου το ελληνικό πανεπιστήμιο και μία οικονομική κρίση, λιγουρευόμουν διαολεμένα αυτό το «γιατί» γεμάτο πιθανότητες. Και για λίγο καιρό το βρήκα. Στη σχολή τίποτα δεν ήταν αρκετά εξωφρενικό – τόσο που στην αρχή δεν έπαιρνα στα σοβαρά τις ίδιες μου τις ιδέες. Αυτή η απερισκεψία φούσκωνε μέχρι τη μέρα που ο Kim Stanley Robinson κοίταξε τον διαστημικό ανιχνευτή βαρυτικών κυμάτων μου και με ρώτησε δίχως ίχνος ειρωνείας «Γιατί έχει μόνο τρεις άξονες ενώ μπορεί να έχει άπειρους;».
Η ερώτηση δεν ήταν ρητορική. Το εν λόγω project όχι μόνο υπήρχε ήδη (και με άπειρους άξονες) αλλά είχε και εγκεκριμένο προϋπολογισμό. Έτσι έμαθα πως όταν βρίσκεσαι σε έναν κόσμο όπου όλα είναι πιθανά, όλα τα «γιατί» έχουν βάρος και συνέπειες. Είτε φαντάζεται κανείς ένα γιγαντιαίο ρολόι στα έγκατα της γης ή ψηφιακά κενοτάφια προσωπικών δεδομένων, οφείλει να σχεδιάζει με τη συνέπεια που αρμόζει σε κάτι που έχει ήδη φτάσει.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, τελείωσε το μεταπτυχιακό και βρέθηκα στη μέση του απόλυτου τοπικού μύθου: σε ένα γκαράζ Κυριακή βράδυ να φτιάχνω startup. Ώρες συζητήσεων, σκίτσων, και αποτυχημένων πειραματισμών κατέληγαν σχεδόν πάντα σε κρύα πίτσα και κουβέντες για τεράστια ποσά. Ο προσανατολισμός στον κόσμο των μεγάλων αριθμών απαιτεί ένα βαθιά προσωπικό «γιατί-πυξίδα» που, αν το φτιάξεις σωστά, είναι τόσο ειλικρινές που ντρέπεσαι να το ξεστομίσεις. Ένα από αυτά τα βράδια το εκμυστηρευτήκαμε ο ένας στον άλλον, και έτσι καταλάβαμε πως είχε έρθει η ώρα για το μεγάλο βήμα: fundraising.
Μετά την δεύτερη παρουσίαση σε επενδυτές, ωστόσο, κάτι άλλαξε. Στη θέση αυτού του αφοπλιστικά ειλικρινούς «γιατί» που επιβάλει παύση και περισυλλογή, είχε τοποθετηθεί ένα άλλο που κινητοποιεί, που κοιτάει επίμονα μέσα στα μάτια και προσπαθεί διακαώς να σε πείσει. Βρίσκεται συνήθως στο πρώτο slide του pitch deck και σε εξώφυλλα βιβλίων branding. Είναι μία καλοσχεδιασμένη μη-ερώτηση, όχι αρκετά θρασεία για να γίνει κατάφαση αλλά ούτε και πραγματικά ανιδιοτελής για να υποδυθεί μετριοφροσύνη. Έξι χρόνια πλάθοντάς το, μου έμαθαν τουλάχιστον ένα πράγμα: η επιβίωση στη Silicon Valley είναι η τέχνη του να κουβαλάς και τα δύο αυτά «γιατί» ως ισάξια και ανεξάρτητα.
Πέρασαν τα χρόνια, επανήλθε ο Ατλαντικός ανάμεσα σε εμένα και την κοιλάδα, και με αυτόν ήρθε ξανά το WIRED με τον πρωινό καφέ. Ήρθε και η τεχνητή νοημοσύνη, και ξαφνικά όλα συμβαίνουν ξαφνικά: ταινίες παράγονται μέσα σε λίγα λεπτά, κείμενα γράφονται σε δευτερόλεπτα, και data centers ξεπετάγονται σε αντίσκηνα καθώς το κτίριο είναι μία, αν μη τι άλλο, υπερβολικά χρονοβόρα υπόθεση και, συνεπώς, κάπως ενοχλητικό.
Στην αρχή έψαχνα να βρω σε τι έχει μεταμορφωθεί πάλι αυτό το ανήσυχο «γιατί». Με φρίκη συνειδητοποίησα πως είχε εξαφανιστεί. Άρχισα να το ψάχνω μανιωδώς σε όλα τα ύποπτα μέρη: pitch decks, round tables, blogs και συζητήσεις στο X. Βούτηξα στο slop και βγήκα με άδεια χέρια. Άρχισα λοιπόν να υποψιάζομαι πως οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες δεν έχουν ανάγκη από κανένα «γιατί». Πατάνε μονάχα στην αυτοαναφορικότητα και το εκκωφαντικό προφανές τους για να αναπτύξουν ταχύτητα. Όπως ίσως θα έλεγε και ο Paul Virilio, κάπως έτσι καταλήγουν να συμπιέζουν τον χρόνο και τον χώρο τόσο ώστε να μη χωράει πλέον καμία ερώτηση.
Σκέφτομαι κάποια πρωινά πώς θα εξελιχθεί όλο αυτό. Σκέφτομαι φούσκες και μεγάλους αριθμούς. Σκέφτομαι και τον Γκιγιόμ που δεν απάντησε ποτέ σε εκείνη την ερώτηση. Τελευταία φορά μιλήσαμε τα Χριστούγεννα του 2025, όταν έμαθα πως ήταν ένας από τους 1800 που έχασαν τη δουλειά τους σε μαζική απόλυση της Amazon. Κρίνοντας το αγενές και ανούσιο, αποφάσισα να μην τον ρωτήσω αν ήξερε γιατί.