22.04.2026
8’ READ TIME

Η τεχνολογία single-cell DNA επιχειρεί να αλλάξει την εγκληματολογική γενετική

Η Δρ Αθηνά Βιδάκη συντονίζει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα CapCell, το οποίο φιλοδοξεί να μετατρέψει τα “θολά” μίγματα DNA σε καθαρά γενετικά προφίλ μέσω τεχνολογιών μονοκυτταρικής ανάλυσης.
Στη single-cell ανάλυση DNA κάθε απομονωμένο κύτταρο εξετάζεται ξεχωριστά, σαν να τοποθετείται κάτω από έναν μεγεθυντικό φακό που «διαβάζει» αποκλειστικά το γενετικό του αποτύπωμα. Εικονογράφηση: Πάνος Πύρρης
Billboard 1

Στο εργαστήριό της στο Μάαστριχτ στην Ολλανδία, η διεθνώς αναγνωρισμένη δικανική ερευνήτρια με εξειδίκευση στην εγκληματολογική γενετική, Δρ Αθηνά Βιδάκη, προσπαθεί να κάνει κάτι που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε αδύνατο: να ακούσει μία και μοναδική «φωνή» μέσα στον «θόρυβο» χιλιάδων κυττάρων. Να ξεχωρίσει δηλαδή μέσα σε ένα γενετικό πλήθος, εκείνο το ίχνος που μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη. 

Η Ελληνίδα αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ και στο Τμήμα Κλινικής Γενετικής του Πανεπιστημιακού Ιατρικού Κέντρου Μάαστριχτ, βρίσκεται στην αιχμή μιας πιθανής τεχνολογικής «επανάστασης» που φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αναλύονται οι πιο σύνθετες, αλλά κρίσιμες, γενετικές αποδείξεις σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας.

Το CapCell εισάγει την επόμενη γενιά τεχνολογίας που επιτρέπει στους επιστήμονες να απομονώνουν μεμονωμένα κύτταρα και να «διαβάζουν» τη γενετική τους ταυτότητα με πρωτοφανή ακρίβεια, σηματοδοτώντας ουσιαστικά ένα «κίνημα καινοτομίας».

Αυτός είναι ο στόχος του σχεδίου CapCell, ενός νέου ευρωπαϊκού ερευνητικού εγχειρήματος που ξεκίνησε επίσημα τον Οκτώβριο του 2025 και θα διαρκέσει έως το 2029, με προϋπολογισμό περίπου 4,5 εκατομμύρια ευρώ από το πρόγραμμα Horizon Europe «Πολιτική Ασφάλεια για την Κοινωνία» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 

Πρόκειται για μια κοινοπραξία 13 οργανισμών από 8 ευρωπαϊκές χώρες, με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ στην Ολλανδία και συντονίστρια την Ελληνίδα δικανική γενετίστρια.

Δρ Αθηνά Βιδάκη

Το πρόβλημα που επιχειρεί να λύσει η Δρ Βιδάκη είναι τόσο απλό στη σύλληψή του όσο και σύνθετο στην πράξη. Σε πολλές εγκληματολογικές έρευνες, ιδιαίτερα σε σεξουαλικά εγκλήματα, τα δείγματα DNA είναι μίγματα γενετικού υλικού από περισσότερα από ένα άτομα. Κύτταρα θύματος και θύτη «μπερδεύονται» τόσο πολύ, με αποτέλεσμα η ανάλυση να καταλήγει σε «θολά» γενετικά προφίλ, που επιδέχονται αμφιβολίες και αμφισβητήσεις. 

«Είναι σαν να ψάχνουμε “βελόνα στα άχυρα”», εξηγεί η ίδια. «Όταν συλλέγουμε κολπικό δείγμα από το θύμα (μετασυνουσιακό επίχρισμα) η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε είναι ότι έχουμε δεκάδες χιλιάδες επιθηλιακά κύτταρα του θύματος και μόνο μια χούφτα από σπερματικά κύτταρα του θύτη που έχουν επιβιώσει».

Το CapCell εισάγει την επόμενη γενιά τεχνολογίας που επιτρέπει στους επιστήμονες να απομονώνουν μεμονωμένα κύτταρα και να «διαβάζουν» τη γενετική τους ταυτότητα με πρωτοφανή ακρίβεια, σηματοδοτώντας ουσιαστικά ένα «κίνημα καινοτομίας», ένα νέο trend στην εγκληματολογική επιστήμη.

***

Quiz

Τι έδειξε η ανάλυση λυμάτων στην Ψυττάλεια για το 2024;

➜ Οι Έλληνες έχουν σταματήσει να πίνουν αλκοόλ.

➜ Δεν ανιχνεύθηκε καμία ουσία στα λύματα.

➜ Αύξηση στη χρήση των party drugs και του αλκοόλ, ειδικά τα Σαββατοκύριακα.

Βρες την απάντηση εδώ ή στο τέλος του κειμένου. 

***

Βάζοντας τάξη στο χάος

Η καινοτομία του CapCell βασίζεται σε τεχνολογίες microfluidics (μικρορευστομηχανικής) και μονοκυτταρικής ανάλυσης DNA. Αντί να δουλεύουν με μεγάλες ποσότητες υγρών και με «μπερδεμένα» «πακέτα» κυττάρων, οι ερευνητές στο πεδίο της δικανικής γενετικής χρησιμοποιούν απειροελάχιστους όγκους υγρών που ρέουν μέσα σε μικροσκοπικά κανάλια, σχεδόν αόρατα στο ανθρώπινο μάτι. Εκεί, τα κύτταρα καθοδηγούνται βήμα-βήμα ελεγχόμενα, σχεδόν σαν να περνούν από διόδια ένα προς ένα. 

Τα συστήματα microfluidics μπορούν να «συλλάβουν» και να διαχωρίσουν μεμονωμένα κύτταρα, με βάση την προέλευση και τα χαρακτηριστικά τους, μέσα από σύνθετα δείγματα. Είναι σαν να περνάει κάποιος από ένα χαοτικό πλήθος και να μπορεί, με απόλυτη ηρεμία, να σταθεί μπροστά σε κάθε άτομο ξεχωριστά και να το ακούσει καθαρά. Αυτή ακριβώς η «ηρεμία» μέσα στο χάος είναι που κάνει τα microfluidics τόσο κρίσιμα για το CapCell. 

Στόχος μας είναι να αναπτύξουμε εφαρμοσμένα εργαλεία που θα μπουν στα χέρια πραγματικών εγκληματολογικών εργαστηρίων και αστυνομικών αρχών.

«Στην ουσία με τα microfluidics ψάχνουμε να απομονώσουμε τα αρσενικά κύτταρα που μας ενδιαφέρουν και να αποφύγουμε τον μεγάλο όγκο “θορύβου” που προκαλείται από τα θηλυκά», εξηγεί η επιστήμονας. 

Μετά από αυτό έρχεται η single-cell ανάλυση DNA, που ίσως είναι και το πιο εντυπωσιακό κομμάτι, όπου κάθε απομονωμένο κύτταρο εξετάζεται ξεχωριστά, σαν να τοποθετείται κάτω από έναν μεγεθυντικό φακό που «διαβάζει» αποκλειστικά το γενετικό του αποτύπωμα. 

Σε συνδυασμό με εξελιγμένα πρωτόκολλα αλληλούχησης και με αυτοματοποιημένα εργαλεία ανάλυσης που αξιοποιούν ακόμη και τεχνικές μηχανικής μάθησης, η μέθοδος φιλοδοξεί να επιτρέψει την παραγωγή εξατομικευμένων προφίλ DNA ακόμη και από ελάχιστο δείγμα ή εξαιρετικά σύνθετο υλικό. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα κι όταν υπάρχουν ίχνη από πολλά άτομα στο ίδιο δείγμα, το DNA του καθενός θα μπορούσε να αναγνωριστεί με μεγαλύτερη καθαρότητα.

«Αυτό που κάνει πραγματικά το CapCell ξεχωριστό είναι ότι δεν πρόκειται για απλή έρευνα στο εργαστήριο», εξηγεί η Βιδάκη. 

«Στόχος μας είναι να αναπτύξουμε εφαρμοσμένα εργαλεία που θα μπουν στα χέρια πραγματικών εγκληματολογικών εργαστηρίων και αστυνομικών αρχών. Να μπορεί ένας εγκληματολόγος να συλλέγει δείγματα από το θύμα με νέα πειραματικά πρωτόκολλα, να χρησιμοποιεί “έξυπνες”, φορητές συσκευές διαχωρισμού κυττάρων και να παράγει εξατομικευμένα DNA προφίλ με καθαρότητα, ακόμη κι από τα δυσκολότερα δείγματα που έχουν υπάρξει ποτέ».

Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς τεχνική βελτίωση. Σε ένα πεδίο όπου η παραμικρή αμφιβολία μπορεί να ανατρέψει μια υπόθεση, η δυνατότητα να αποδίδεται με σαφήνεια το γενετικό υλικό στον σωστό άνθρωπο από ένα και μόνο πειστήριο θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην ατιμωρησία και τη δικαιοσύνη. 

«Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία γίνεται με ελάχιστη παρέμβαση και λιγότερα υλικά από ό,τι απαιτούν οι κλασικές εργαστηριακές μέθοδοι. Λιγότερα δείγματα, λιγότερος χρόνος, λιγότερα χαμένα πειστήρια, αλλά περισσότερες λυμένες υποθέσεις, που σημαίνουν περισσότερη ασφάλεια στην κοινωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο», σημειώνει η Δρ Βιδάκη.

Μια επιστήμονας βρίσκεται στο εργαστήριο της και κοιτάζει μέσα  στο μικροσκόπιο
Η επιγενετική είναι ένας από τους πιο ανερχόμενους δείκτες στη σύγχρονη εγκληματολογική γενετική έρευνα. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image

«Εγκληματικό» (επί)γονίδιο…

Η πορεία της Ελληνίδας γενετίστριας ξεκίνησε από το Ηράκλειο της Κρήτης. Αφού αποφοίτησε από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στη δικανική γενετική στο King’s College του Λονδίνου στο Ην. Βασίλειο και ολοκλήρωσε τη μεταδιδακτορική της εκπαίδευση στο Erasmus MC στο Ρότερνταμ. Από το 2021 ηγείται της δικής της ερευνητικής ομάδας, η οποία γεφυρώνει πειραματικές και υπολογιστικές επιστήμες για να μελετήσει πώς το (επι)γονιδίωμα διαμορφώνει την ανθρώπινη ατομικότητα, με έμφαση στην τεχνολογική καινοτομία.

Η επιγενετική, ένας από τους πιο ανερχόμενους δείκτες στη σύγχρονη εγκληματολογική γενετική έρευνα, κατέχει ιδιαίτερη θέση στο έργο της. 

Σε αντίθεση με τη γενετική, που εξετάζει την αλληλουχία του DNA, η επιγενετική μελετά τις χημικές τροποποιήσεις του γενετικού υλικού και το πώς αυτές αλλάζουν κατά τη διάρκεια της ζωής υπό την επίδραση της ηλικίας, του περιβάλλοντος και γενικότερα του τρόπου ζωής.

Ήδη από το 2011, οι πρώτες δημοσιεύσεις έχουν προτείνει επιγενετικούς βιοδείκτες για την ταυτοποίηση ιστών, για το αν δηλαδή ένα δείγμα προέρχεται από αίμα, σάλιο ή σπέρμα.

«Ένα από τα πιο “καυτά” πεδία είναι η πρόβλεψη της ηλικίας ενός άγνωστου δράστη ή αγνώστων ανθρώπινων λειψάνων. Μέσω της μεθυλίωσης του DNA, του πιο μελετημένου μηχανισμού επιγενετικής, μπορούμε να εκτιμήσουμε την ηλικία ενός ατόμου από λεκέδες αίματος ή σάλιου με απόκλιση περίπου τριών ετών. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά που έχω κάνει μέχρι στιγμής στον κλάδο μου», σημειώνει. 

Η επιγενετική, ωστόσο, ανοίγει δρόμους και σε άλλες εφαρμογές, όπως είναι η διάκριση και ταυτοποίηση μονοζυγωτικών διδύμων με πανομοιότυπο γενετικό προφίλ ή ακόμη και πρόσφατα η πρόβλεψη του τρόπου ζωής, όπως η συνήθεια του καπνίσματος.

«H εγκληματολογική μεταγραφωμική και το εγκληματολογικό μικροβίωμα, δηλαδή το μη ανθρώπινο DNA και πώς αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις εγκληματολογικές έρευνες, αλλά και νέες τεχνολογίες, όπως η γενετική γενεαλογία, η φαινοτυποποίηση του DNA, η μαζικά παράλληλη αλληλούχηση DNA αλλά και ο συνδυασμός γενετικής και επιγενετικής θα προσφέρουν ένα πιο ολοκληρωμένο βιολογικό αποτύπωμα στους δικανικούς ερευνητές, μέσω του οποίου θα μπορούν να βλέπουν όλα όσα χρειάζονται μονομιάς για να προσεγγίσουν την αλήθεια».

Παράλληλα, η Δρ Βιδάκη, της οποίας το έργο έχει αναγνωριστεί με διεθνείς διακρίσεις και επιχορηγήσεις, «στήνει» ένα νέο εργαστήριο εγκληματολογικής ανάλυσης DNA στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Μάαστριχτ, με στόχο να προσφέρει καινοτόμες υπηρεσίες DNA για ποινικές υποθέσεις. 

Είναι, επίσης, ενεργό μέλος της Διεθνούς Εταιρείας για την Ιατροδικαστική Γενετική, της Ευρωπαϊκής Ομάδας DNA Profiling και του Ολλανδικού Δικτύου Γυναικών Καθηγητών, ενώ υπηρετεί και στην ολλανδική συμβουλευτική επιτροπή επικοινωνίας του European Molecular Biology Conference (EMBC) στο European Molecular Biology Laboratory (EMBL). 

Και κάπως έτσι, μέσα σε μικροσκοπικά κανάλια αόρατα στο ανθρώπινο μάτι, σε σταγόνες μικρότερες από μια στάλα βροχής, η Αθηνά Βιδάκη επιχειρεί να βάλει τάξη μέσα στο χάος με όπλο της την επιστήμη. Να ξεχωρίσει και να ακούσει τη μία και μοναδική φωνή που έχει σημασία. Να προσδώσει καθαρότητα εκεί όπου μέχρι χθες υπήρχε μόνο «θόρυβος». Και να προσπαθήσει να «λύσει» τα χέρια των δικαστών που αποφασίζουν, για να δικαιώσει θύματα.

***

Απάντηση

Τι έδειξε η ανάλυση λυμάτων στην Ψυττάλεια για το 2024;

Στις αναλύσεις λυμάτων της Ψυττάλειας, καταγράφεται ανησυχητική αύξηση στη χρήση της κοκαΐνης και του MDMA, ενώ το 2025 ενισχύθηκε και η κατανάλωση αλκοόλ. «Οι συγκεντρώσεις των recreational drugs αυξάνονται κατά δύο έως τρεις φορές τα Σαββατοκύριακα σε σχέση με τις καθημερινές», σημειώνει ο καθηγητής Αναλυτικής Χημείας στο ΕΚΠΑ, Νικόλαος Θωμαΐδης. «Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, γιατί ο συνδυασμός τους με αλκοόλ συνεπάγεται αυξημένο τοξικολογικό και συμπεριφορικό κίνδυνο για την οδήγηση» – ένας από τους λόγους που, σύντομα, η Τροχαία θα εισαγάγει τα ναρκοτέστ στους ελληνικούς δρόμους. 

Για να μάθεις ποιές ουσίες θα ανιχνεύουν τα νέα ναρκοτέστ, μπορείς να επισκεφτείς το αναλυτικό άρθρο μας. 

Βασιλική Μιχοπούλου, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, με υποτροφία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, κατέχει Μάστερ στις… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO