Πριν λίγο καιρό πέρασα έξω από έναν παραδοσιακό φούρνο στη Νέα Φιλαδέλφεια, και πριν προλάβω να κοιτάξω τη βιτρίνα, η μυρωδιά είχε ήδη φτάσει σε μένα. Τηγανόψωμο με φέτα λιωμένη μέσα στη ζύμη και μπαχάρια που δεν θα ήξερα να ξεχωρίσω ένα προς ένα, αλλά που τα αναγνώρισα όλα μαζί χωρίς να χρειαστεί να δω, να ακούσω, να αγγίξω ή καν να σκεφτώ. Το όλο σκηνικό με γύρισε τριάντα και βάλε χρόνια πίσω, στην κουζίνα της μικρασιάτισσας γιαγιάς μου, σε ένα πρόσωπο και σε έναν χώρο που δεν υπάρχουν πια παρά μόνο εκεί, για ένα δευτερόλεπτο, μέσα σε εκείνη τη μυρωδιά που ανέδιδαν τα τηγανόψωμα.
Έβγαλα το κινητό, φωτογράφισα τη φωτισμένη βιτρίνα με τις πίτες παραταγμένες τη μία δίπλα στην άλλη, και έδειξα την εικόνα στο ChatGPT ζητώντας του να μου καταγράψει τι ήταν η κάθε πίτα και το κάθε γλυκό. Το έκανε με μαθηματική ακρίβεια, και ο ιδιοκτήτης του φούρνου τα επιβεβαίωσε ένα προς ένα. Μετά το ρώτησα πόσες θερμίδες είχε το καθένα από όσα διάλεξα, και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα μου απάντησε με μια ακρίβεια που θα ζήλευε και διακεκριμένος διαιτολόγος.
Οι σελίδες ενός καινούργιου σχολικού βιβλίου και εκείνη η μυρωδιά του φρεσκοτυπωμένου χαρτιού, το αντηλιακό με άρωμα καρύδας που ξυπνά ολόκληρα καλοκαίρια μέσα στο κεφάλι μας, και ξαφνικά δεν μυρίζουμε απλώς, θυμόμαστε.
Η τεχνητή νοημοσύνη στο χέρι μου έβλεπε και άκουγε ό,τι κι εγώ, ίσως και καλύτερα, αφού ήξερε πολύ περισσότερα για όλα αυτά από όσα εγώ. Όμως αυτό που μόλις μου είχε συμβεί, αυτό το ταξίδι τριάντα χρόνων μέσα σε μια μυρωδιά, παρέμενε εντελώς απρόσιτο στο κατά τα άλλα πανέξυπνο ΑΙ μοντέλο. Διότι πολύ απλά, δεν μπορεί να μυρίσει. Και αυτό το κενό δεν είναι τεχνική εκκρεμότητα. Είναι η αρχαιότερη αίσθηση που απέκτησε ποτέ ζωντανός οργανισμός, εκείνη που, όπως θα δούμε παρακάτω, μας έκανε εξαρχής να σκεφτόμαστε.
Η αίσθηση που σταδιακά έγινε εγκέφαλος
Αν γυρίσουμε αρκετά πίσω στο εξελικτικό δέντρο της ζωής, η όσφρηση δεν είναι απλώς μια αρχαία αίσθηση. Είναι η πρώτη. Πριν ανοίξει μάτι για να δει το φως, πριν σχηματιστεί αυτί για να ακούσει τον ήχο, η ζωή ήδη διάβαζε τον κόσμο χημικά. Μια επιστημονική έρευνα για την εξέλιξη και τη νευρολογία της όσφρησης θυμίζει ότι συμπεριφορική απόκριση σε οσφρητικά μόρια έχει παρατηρηθεί ακόμη και σε βακτήρια όπως το Bacillus licheniformis, οργανισμούς χωρίς εγκέφαλο και χωρίς νευρικό σύστημα. Πολύ πριν τη σκέψη, το κύτταρο ήδη ξεχώριζε τι είναι θρεπτικό και τι επικίνδυνο με βάση τη μυρωδιά.
Η συγγραφέας Diane Ackerman το έχει διατυπώσει πιο εύστοχα από οποιονδήποτε. Στο βιβλίο της A Natural History of the Senses γράφει ότι η όσφρηση ήταν η πρώτη μας αίσθηση, και ήταν τόσο επιτυχημένη που με τον καιρό το μικρό σύμπλεγμα οσφρητικού ιστού πάνω από το νευρικό χορδόνι μεγάλωσε και έγινε εγκέφαλος. Σκεφτόμαστε επειδή μυρίσαμε, και δεν πρόκειται για ποιητική υπερβολή. Ο νευροεπιστήμονας Sandeep Robert Datta του Harvard περιγράφει τον αρχέγονο εγκέφαλο σχεδόν κυριολεκτικά ως ένα σύστημα όσφρησης, πλοήγησης και μνήμης μαζί.
Αυτή η αρχαιότητα άφησε το αποτύπωμά της στην ανατομία μας. Η όσφρηση είναι η μόνη αίσθηση που δεν περνά πρώτα από τον θάλαμο, τον κόμβο διαλογής όπου καταλήγουν αρχικά όσα βλέπουμε, ακούμε και αγγίζουμε. Τα οσφρητικά σήματα ταξιδεύουν κατευθείαν στο μεταιχμιακό σύστημα, στην αμυγδαλή και στον ιππόκαμπο, χωρίς ενδιάμεση στάση. Με απλά λόγια, η μύτη έχει απευθείας γραμμή με τα κέντρα του συναισθήματος και της μνήμης, ενώ όλες οι άλλες αισθήσεις πρέπει να περιμένουν στην ουρά.
Οι σελίδες ενός καινούργιου σχολικού βιβλίου και εκείνη η μυρωδιά του φρεσκοτυπωμένου χαρτιού, το αντηλιακό με άρωμα καρύδας που ξυπνά ολόκληρα καλοκαίρια μέσα στο κεφάλι μας, και ξαφνικά δεν μυρίζουμε απλώς, θυμόμαστε. Όπως δείχνουν αρκετές έρευνες, οι οσμές πυροδοτούν αυτοβιογραφικές αναμνήσεις πιο αποτελεσματικά από κάθε άλλο αισθητηριακό ερέθισμα, ακριβώς λόγω αυτής της απευθείας γραμμής προς τη μνήμη. Οι ψυχολόγοι το ονομάζουν φαινόμενο Προυστ, από τη σκηνή στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο όπου μια μπουκιά μαντλέν βουτηγμένη στο τσάι ξυπνά στον αφηγητή ολόκληρη την παιδική του ηλικία.
Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να πούμε ότι σκεφτόμαστε επειδή μυρίσαμε. Και η τραγική ειρωνία είναι ότι αυτή ακριβώς η αίσθηση που έχτισε πρώτη τον εγκέφαλό μας είναι η μόνη που αδυνατούμε να μεταφέρουμε στις μηχανές που φτιάχνουμε για ένα καλύτερο αύριο.
Η μυρωδιά αντιστέκεται στα μαθηματικά
Γιατί λοιπόν η όραση και ο ήχος ψηφιοποιήθηκαν εδώ και δεκαετίες, ενώ η μυρωδιά έμενε πεισματικά εκτός; Η απάντηση είναι λιγότερο φιλοσοφική και περισσότερο μαθηματική από όσο θα περίμενε κανείς. Το χρώμα έχει χάρτη. Το RGB είναι ένας τρισδιάστατος χώρος όπου χωράει κάθε απόχρωση. Ο ήχος έχει χάρτη, μια μονοδιάστατη κλίμακα συχνότητας μέσα από την οποία περιγράφεις και μεταδίδεις κάθε νότα. Η μυρωδιά δεν είχε ποτέ. Αυτό ακριβώς ήταν το θεμελιώδες εμπόδιο στην ψηφιοποίησή της, καθώς, όπως εξηγεί έρευνα για τη χαρτογράφηση της οσμής, σε αντίθεση με το χρώμα και τον ήχο, το άρωμα δεν είχε ποτέ τον δικό του χάρτη.
Το πρόβλημα είναι δομικά πολύπλοκο. Για να πάρεις μια ιδέα, σκέψου ότι δύο μόρια με σχεδόν πανομοιότυπη χημική δομή μπορεί να μυρίζουν εντελώς διαφορετικά, ενώ δύο εντελώς διαφορετικά μόρια μπορεί να μυρίζουν ίδια. Δεν υπάρχει απλή γραμμική σχέση ανάμεσα στο τι είναι ένα μόριο και στο πώς το αντιλαμβάνεται η μύτη.
Η Osmo μιλάει πλέον ανοιχτά για ψηφιοποίηση της μυρωδιάς όπως ακριβώς ψηφιοποιήσαμε την εικόνα και τον ήχο, με στόχο να μπορούμε κάποτε να καταγράφουμε, να μεταδίδουμε και να αναπαράγουμε αρώματα. Και δεν είναι η μόνη.
Για δεκαετίες κανείς δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει αυτόν τον σκόπελο. Τον Σεπτέμβριο του 2023 μια ομάδα ερευνητών πλησίασε περισσότερο από ποτέ. Η startup Osmo δημοσίευσε στο περιοδικό Science μια εργασία που έκανε ακριβώς αυτό, έναν Principal Odor Map, δηλαδή έναν χάρτη μυρωδιών. Πάνω σε αυτόν τον χάρτη, όσα μόρια μυρίζουν παρόμοια μπαίνουν το ένα κοντά στο άλλο, ενώ όσα μυρίζουν διαφορετικά τοποθετούνται μακριά. Έτσι, αν εμφανιστεί ένα καινούργιο μόριο, αρκεί να δεις σε ποια γειτονιά του χάρτη πέφτει για να καταλάβεις πώς θα μυρίζει, ακόμη κι αν δεν το έχει μυρίσει ποτέ άνθρωπος. Το πέτυχαν με graph neural networks, μοντέλα που βλέπουν κάθε μόριο σαν ένα πλέγμα από άτομα και δεσμούς.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακά ακριβές. Οι ερευνητές έδωσαν στο μοντέλο 400 άγνωστα μόρια και του ζήτησαν να μαντέψει πώς μυρίζει το καθένα. Οι περιγραφές του βγήκαν πιο κοντά στη συλλογική ετυμηγορία ενός εκπαιδευμένου πάνελ αξιολογητών οσμής από ό,τι η περιγραφή οποιουδήποτε μεμονωμένου μέλους του.
Πριν όμως φανταστείς μια μηχανή που μυρίζει, μάλλον θα πρέπει να σε απογοητεύσω. Το μοντέλο δεν μυρίζει απολύτως τίποτα. Αυτό που κάνει είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Κοιτάζει τον χημικό «σκελετό» ενός μορίου, δηλαδή ποια άτομα το αποτελούν και πώς συνδέονται μεταξύ τους, και από αυτό και μόνο μαντεύει τι μυρωδιά θα είχε για έναν άνθρωπο. Είναι σαν να βλέπεις τη συνταγή ενός φαγητού και να προβλέπεις τη γεύση του χωρίς να βάλεις ποτέ μια μπουκιά στο στόμα σου. Το μηχάνημα μπορεί να τα καταφέρνει πιο αξιόπιστα σε πολλές περιπτώσεις από τον μέσο εκπαιδευμένο άνθρωπο, αλλά κρίνει τα πάντα υπολογιστικά, ποτέ μέσα από εμπειρία ή δική του αίσθηση.
Η «μύτη» γίνεται προϊόν αν και δεν μπορεί να μυρίσει
Από τη δημοσίευση της συγκεκριμένης έρευνας και μετά, το πεδίο πέρασε γρήγορα από το εργαστήριο στην αγορά. Η Osmo μιλάει πλέον ανοιχτά για ψηφιοποίηση της μυρωδιάς όπως ακριβώς ψηφιοποιήσαμε την εικόνα και τον ήχο, με στόχο να μπορούμε κάποτε να καταγράφουμε, να μεταδίδουμε και να αναπαράγουμε αρώματα. Και δεν είναι η μόνη. Τον Αύγουστο του 2025 η Ainos παρουσίασε ένα πρώτο εμπορικό module οσφρητικής νοημοσύνης για τη βιομηχανία και τον χώρο της υγείας.
Μέσα σε λίγα χρόνια η «ψηφιακή μύτη» μετατράπηκε από επιστημονικό αίνιγμα σε επιχειρηματική ευκαιρία. Γύρω από την ιδέα ενός αλγορίθμου που αναγνωρίζει οσμές χτίζεται ήδη μια ολόκληρη αγορά, με χρηματοδοτήσεις, πατέντες και υποσχέσεις για διαγνωστικά εργαλεία και νέα προϊόντα. Και κάπου εκεί, μέσα σε όλη αυτή την εμπορική φρενίτιδα, εύκολα ξεχνά κανείς το πιο απλό πράγμα. Καμία από αυτές τις μηχανές δεν μυρίζει απολύτως τίποτα.
Γιατί όσο και αν προχωρά η τεχνολογία, η μυρωδιά αντιστέκεται με τρόπο που η όραση και ο ήχος ποτέ δεν αντιστάθηκαν. Μια κάμερα ή ένα μικρόφωνο συλλαμβάνει σήμα από απόσταση, ενώ η μυρωδιά απαιτεί τα ίδια τα μόρια να φτάσουν κάπου και να αναγνωριστεί η χημεία τους. Δεν μεταδίδεις ένα άρωμα μέσα από ένα καλώδιο. Όμως υπάρχει και κάτι βαθύτερο, κάτι που λέει περισσότερα για εμάς ως ανθρώπινα όντα παρά για τη μηχανική.
Όταν φανταζόμαστε τη νοημοσύνη, τη φανταζόμαστε αποσωματωμένη. Καθαρή λογική, γλώσσα, αφαίρεση, ένα πνεύμα χωρίς σώμα που επεξεργάζεται σύμβολα, δεδομένα και ιδέες. Η όραση και ο ήχος χωράνε σε αυτή την εικόνα, γιατί μετατρέπονται εύκολα σε pixels και κυματομορφές, σε κάτι που μοιάζει με καθαρή πληροφορία στα μάτια και στα αυτιά ενός ανθρώπου. Η μυρωδιά δεν μπαίνει τόσο εύκολα σε αυτό το καλούπι, γιατί είναι χημεία, είναι σώμα που έρχεται σε επαφή με μόρια, είναι ένστικτο. Είναι η αίσθηση που μας θυμίζει ότι πριν γίνουμε σκεπτόμενα όντα, ήμασταν οργανισμοί που μύριζαν τον κόσμο για να επιβιώσουν.
Η νευροεπιστήμονας Rachel Herz έχει τεκμηριώσει πόσο ακαριαία μια μυρωδιά πυροδοτεί συναίσθημα και ανάμνηση μαζί, και πόσο βαθιά οι συναισθηματικές μας καταστάσεις επηρεάζουν ακόμη και τη σωματική μας ευεξία.
Αυτή ακριβώς η αξεδιάλυτη πλέξη μυρωδιάς, συναισθήματος και μνήμης είναι που δεν χωράει σε κανέναν χάρτη, όσες διαστάσεις και αν του προσθέσεις. Ένα μοντέλο μπορεί να προβλέψει ότι ένα μόριο θα περιγραφεί ως «βανίλια» ή «γρασίδι». Αυτό που δεν μπορεί να κάνει είναι να νιώσει τι σημαίνει η μυρωδιά της βροχής στο χώμα ενός συννεφιασμένου Σεπτέμβρη που διαδέχεται έναν ανέμελο, ηλιόλουστο Αύγουστο, ή το άρωμα ενός προσώπου που δεν υπάρχει πια.
Στο τέλος του αριστουργηματικού Blade Runner, ένας ρέπλικαντ που ξέρει ότι σβήνει θρηνεί όχι τον θάνατό του, αλλά τις στιγμές που έζησε και που θα χαθούν μαζί του, εικόνες που κανείς άλλος δεν είδε ποτέ και κανείς δεν θα θυμηθεί. Είναι η πιο ανθρώπινη στιγμή ολόκληρης της ταινίας, και την υπογράφει ένα τεχνητό ον. Όμως ο Roy Batty δεν είναι κώδικας. Είναι φτιαγμένος από σάρκα, κύτταρα και συνθετικό DNA, ένα πλάσμα με σώμα που μπορεί να μυρίσει, να πονέσει, να θυμηθεί. Γι’ αυτό ακριβώς μπορεί και θρηνεί. Η τεχνητή νοημοσύνη που φτιάχνουμε σήμερα βρίσκεται στο αντίθετο άκρο. Δεν κινδυνεύει να χάσει τις αναμνήσεις της, γιατί δεν έχει καμία. Δεν υπάρχει για εκείνη βροχή σε φθινοπωρινό χώμα, ούτε κουζίνα μιας γιαγιάς που έφυγε, ούτε τηγανόψωμο σε μια βιτρίνα που σε γυρίζει τριάντα χρόνια πίσω μέσα σε μια ανάσα.
Γι’ αυτό ίσως η απουσία της όσφρησης να μην είναι ένα κενό που περιμένει να συμπληρωθεί, αλλά μια υπενθύμιση του τι είμαστε εμείς, το τελευταίο σύνορο ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή. Διότι μια νόηση χωρίς μύτη σαφώς μπορεί να γράφει, να σχεδιάζει, να υπολογίζει καλύτερα από εμάς. Παραμένει όμως μια νόηση αποκομμένη από το σώμα που γέννησε τη σκέψη. Που δεν θα καταλάβει ποτέ ότι εμείς, οι δημιουργοί της, πολύ πριν μάθουμε να σκεφτόμαστε, μάθαμε να θυμόμαστε επειδή μυρίσαμε.
Λεξικό όρων
Bacillus licheniformis: βακτήριο του εδάφους που συναντάται συχνά σε φυτά και χώμα, χωρίς εγκέφαλο ή νευρικό σύστημα, το οποίο ωστόσο εμφανίζει συμπεριφορική απόκριση σε χημικά ερεθίσματα του περιβάλλοντός του.
Μεταιχμιακό σύστημα (limbic system): το αρχαίο τμήμα του εγκεφάλου που διαχειρίζεται συναίσθημα και μνήμη, στο οποίο η όσφρηση έχει απευθείας πρόσβαση χωρίς ενδιάμεσο σταθμό.
Φαινόμενο Προυστ: η ικανότητα μιας μυρωδιάς να πυροδοτεί ζωντανές, συναισθηματικά φορτισμένες αυτοβιογραφικές αναμνήσεις, ονομασμένη από τη σκηνή με τη μαντλέν στο έργο του Marcel Proust.
Principal Odor Map (χάρτης κύριας οσμής): ο χάρτης που δημιούργησε η Osmo, ο οποίος αντιστοιχίζει τη μοριακή δομή σε αντίληψη οσμής και επιτρέπει την πρόβλεψη του πώς θα μυρίζει ένα άγνωστο μόριο.
Graph neural network (νευρωνικό δίκτυο γράφων): είδος μοντέλου μηχανικής μάθησης που αναπαριστά δεδομένα ως κόμβους και συνδέσεις, ιδανικό για μόρια όπου τα άτομα είναι κόμβοι και οι χημικοί δεσμοί συνδέσεις.
Ρέπλικαντ: στο σύμπαν του Blade Runner, τεχνητό ον βιολογικά κατασκευασμένο από συνθετικό DNA, ιστούς και όργανα, σχεδόν πανομοιότυπο με τον άνθρωπο. Σε αντίθεση με τα κλασικά μηχανικά ανδροειδή, ο ρέπλικαντ έχει σώμα από σάρκα, αισθήσεις και αναμνήσεις, γεγονός που τον κάνει σχεδόν αδιάκριτο από έναν πραγματικό άνθρωπο.