30.07.2026
6’ READ TIME

Είδαμε το «Spiderman: Brand New Day» και ήταν μια καλή μέρα για το MCU

Η ταινία του Destin Daniel Cretton συνεχίζει την ιστορία τoυ Spiderman του MCU, έρχεται σε διάλογο με την κληρονομιά εκείνου του Sam Raimi κι αφήνει τις δραματικές της σκηνές να αναπνεύσουν – και τους ηθοποιούς της να παίξουν.
Η νέα περιπέτεια του Spiderman φέρνει τον ήρωα στο στάδιο της ενηλικίωσης, αυστηρά προσηλωμένο στα υπερηρωικά του καθήκοντα, με την ταυτότητα του παντελώς άγνωστη ακόμα κι από την αγαπημένη του Mary Jane και τον κολλητό του Ned.
Billboard 1

Αν πιο δημοφιλής (και κινηματογραφικά αξιόπιστος) υπερήρωας της DC είναι ο Batman, της Marvel είναι ο Spiderman. Kαι, για καλή μας τύχη, δεν έχει ατυχήσει στις live-action κινηματογραφικές μεταφορές του – εξαιρώντας, φυσικά τις camp περιπέτειες του Nicolas Hammond στα ‘70s, που έτσι κι αλλιώς ήταν συρραφές από επεισόδια της βραχύβιας τηλεοπτικής σειράς Τhe Amazing Spider-Μan και δεν συνυπολογίζονται. Από εκεί και πέρα, κάθε κινηματογραφικός Spiderman έχει κάτι διαφορετικό να φέρει στο τραπέζι. 

Ο Spiderman του Sam Raimi και του Tobey Maguire είναι ίσως πιο κοντά στον Superman, ένας αγαθός και καλοσυνάτος υπερήρωας, ταυτισμένος με την Αμερική, που προέκυψε σε μια περίοδο όπου η υπερδύναμη έκανε κατάχρηση (και υπέρβαση) εξουσίας, για να θυμίσει ότι «η μεγάλη δύναμη, συνοδεύεται από μεγάλη ευθύνη» κατά τη χρήση της προς τους άλλους- απαιτείται φειδώ κι ανθρωπισμός, οφείλει να ασκείται σωφρονιστικά και ποτέ ρεβανσιστικά. 

Ο κατά Tom Holland Spiderman τονίζει το στοιχείο του εφηβισμού – να ένας ακόμα λόγος που ο ήρωας είναι πολύ αγαπητός σε νεαρά άτομα, καθώς σε πολλές εκδοχές του ταυτίζεται ηλικιακά μαζί τους και εκφράζει ανησυχίες ανάλογες με τις δικές τους.

Ο κατά Andrew Garfield Spiderman είναι, ίσως, ο κοντινότερος στον παραδοσιακό Spiderman και ο Garfield o καταλληλότερος ηθοποιός από τους τρεις για να τον ενσαρκώσει, καθώς, πέρα από την ενδιάθετη ευγένεια, έχει και μια πονηριά στη φυσιογνωμία και μια σωρευμένη ένταση στο παίξιμό του που απουσιάζει από τους άλλους δύο. Ο Peter Parker του είναι ένας nerd, ελαφρώς απροσάρμοστος και εσωστρεφής νεαρός, που όταν φορά τη στολή, υιοθετεί μια εγωκεντρική, επιδειξιομανή περσόνα που εκτοξεύει κυνικά σχόλια προς πάσα κατεύθυνση και περιπαίζει τους αντιπάλους της, εκνευρίζοντάς τους ακόμα περισσότερο. Στις περιπέτειές του, καλοδεχούμενη ήταν και η έμφαση στην ρομαντζάδα από τον Marc Webb, δυστυχώς οι όποιες καλές προθέσεις θυσιάστηκαν με τη δεύτερη ταινία, στο βωμό της απρόσφορης απόπειρας για έναρξη ενός ακόμα διευρυμένου κινηματογραφικού σύμπαντος.

Φυσικά, ο Holland μεγαλύτερη χημεία από όλους έχει με τη Zendaya.

Ο κατά Tom Holland Spiderman τονίζει το στοιχείο του εφηβισμού – να ένας ακόμα λόγος που ο ήρωας είναι πολύ αγαπητός σε νεαρά άτομα, καθώς σε πολλές εκδοχές του ταυτίζεται ηλικιακά μαζί τους και εκφράζει ανησυχίες ανάλογες με τις δικές τους. Η λογοδιάρροια όταν φορά τη στολή αυτός ο Peter Parker δεν έχει κυνισμό ή ειρωνεία, αλλά μια παιδική αφέλεια, μια φιλοπερίεργη διάθεση, ανάλογη των μειρακίων, που πετυχαίνει επίσης να εκνευρίσει συμμάχους και αντιπάλους, απλώς με διαφορετικό τρόπο από τον Spidey του Garfield. 

Η νέα περιπέτεια αυτού του Spiderman φέρνει τον ήρωα στο στάδιο της ενηλικίωσης, αυστηρά προσηλωμένο στα υπερηρωικά του καθήκοντα, με την ταυτότητα του παντελώς άγνωστη ακόμα κι από την αγαπημένη του Mary Jane και τον κολλητό του Ned, μετά το σχετικό ξόρκι που παρήγγειλε στον Doctor Strange στην προηγούμενη ταινία για να τους προστατεύσει. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται λιγότερο για συνέχεια εκείνης της ταινίας και περισσότερο για μια ταινία που έρχεται σε διάλογο με την κληρονομιά του κατά Sam Raimi Spiderman, ευτυχώς όχι με τον φθηνό, εξυπνακίστικο τρόπο που συνόψισε κι αποχαιρέτισε το υπερηρωικό σύμπαν της Fox το Deadpool vs Wolverine. Το Spiderman: Brand New Day επικαλείται τη φιλοσοφία εκείνου του Spiderman και υποστηρίζει πως ναι, «με τη μεγάλη δύναμη έρχεται και μεγάλη ευθύνη», αλλά αυτή η ευθύνη πρέπει να επαναπροσδιορίστεί ή, πιο σωστά, να συμπληρωθεί. Κι αυτό συμβαίνει με έναν τρόπο συγκινητικό, γόνιμο για τους νεαρούς θεατές της ταινίας, αλλά και συγχρονισμένο με τις τάσεις της εποχής – κι αυτό είναι το περισσότερο που μπορούμε να γράψουμε, δίχως να περάσουμε στη σφαίρα των spoilers ή τουλάχιστον των spoilers που εμείς θεωρούμε πραγματικά σημαντικά, τα οποία σπάνια ταυτίζονται με τα plotlines, τα cameos και τα easter eggs. 

Η λογοδιάρροια όταν φορά τη στολή αυτός ο Peter Parker δεν έχει κυνισμό ή ειρωνεία, αλλά μια παιδική αφέλεια, μια φιλοπερίεργη διάθεση, που πετυχαίνει επίσης να εκνευρίσει συμμάχους και αντιπάλους.

Οι σεναριογράφοι της ταινίας μπήκαν στον κόπο να συνδυάσουν την προβληματική της ταινίας με έναν ανταγωνιστή που διαθέτει επίσης μεγάλη δύναμη, αντιμετωπίζει παρεμφερή προβλήματα και δείχνει στον ήρωα πού μπορεί να οδηγήσει ο λάθος τρόπος. Η σύγκρουσή τους οδηγεί σε μια κορύφωση συναφή με τα νέα ήθη του MCU. Βρίσκουμε, πραγματικά, αναζωογονητική την αντικατάσταση της φασαριόζικης «μεγάλης μονομαχίας» από σεκάνς ψυχολογικών εντάσεων και δραματικών αντεγκλήσεων – προειδοποιούμε ότι αν δεν σας άρεσε το Thunderbolts, ίσως σας αφήσει μια πικρή γεύση η τελευταία πράξη της ταινίας. Όταν, όμως, έχεις ηθοποιούς σαν τον Tom Holland, πιο εξωστρεφείς, που διαπρέπουν σε έκδηλα συναισθηματικές σκηνές, δεν είναι αυτός ο καταλληλότερος τρόπος να τους αξιοποιήσεις;

Φυσικά, μετά το μεγάλο event των τριών Spiderman στο No Way Home, η κεφαλή της Marvel δεν θα άφηνε την ταινία να περιοριστεί στα βασικά μέλη του αραχνοσύμπαντος, φοβούμενη μήπως το μικρότερο μέγεθος φέρει και μικρότερες εισπράξεις. Έτσι η δραματουργία φορτώνεται με εκτεταμένες εμφανίσεις άλλων χαρακτήρων, κάποιες παντελώς αχρείαστες, σαν αυτή του Hulk του Mark Ruffalo, άλλες διόλου βλαπτικές, σαν εκείνη του Jon Bernthal ως Punisher, η buddy δυναμική του οποίου με τον Holland ίσως είναι ακόμα πιο αρμονική κι ανεπιτήδευτη από εκείνη με τον Daredevil του Charlie Cox. Φυσικά, ο Holland μεγαλύτερη χημεία από όλους έχει με τη Zendaya. Από τον συνδυασμό των δύο ηθοποιών, που είναι μαζί και στη ζωή, προκύπτει ρομαντικό δίδυμο περιωπής. Σχεδόν στεναχωριέσαι που δεν υπάρχουν δημιουργοί και στούντιο να χτίσουν πάνω τους ταινίες εκτός Marvel, μια κοινή φιλμογραφία αλά Katherine Hepburn και Spencer Tracey ας πούμε – τηρουμένων των αναλογιών, πάντα και προσαρμοσμένη στον νεανικό ενθουσιασμό και στις ικανότητες των δύο ηθοποιών. 

H δραματουργία φορτώνεται με εκτεταμένες εμφανίσεις άλλων χαρακτήρων, κάποιες παντελώς αχρείαστες, σαν αυτή του Hulk του Mark Ruffalo.

Τέλος, χαιρόμαστε να βλέπουμε στο MCU ταινίες με υφέσεις και εξάρσεις, αντί για δημιουργίες κινούμενες σε μια ευθεία γραμμή, όπως ήταν κάποτε ο marvelικός κανόνας. Θα μας πείτε «αυτονόητο δεν είναι αυτό, όταν κάνουμε λόγο για σινεμά»; Κι εμείς θα  γνέψουμε αρνητικά και θα προσθέσουμε μια φράση που λέμε συχνά στη Λαμία: beggars can’t be choosers. Θα θέλαμε, βέβαια, λίγη περισσότερη φαντασία, μια πιο βιρτουόζικη (ίσως και πιο τρομακτική) αξιοποίηση ενός ευρήματος που παραπέμπει στο Fallen(1998) του Gregory Hoblit, αλλά στη Marvel του Feige αυτά μάλλον δεν χωράνε. Πρόσφατα μαθεύτηκε πως η μουσική μονομαχία στο Doctor Strange in the Multiverse of Madness, μία από τις σκηνές-highlights του MCU, κρατούσε λίγο παραπάνω από 4 λεπτά, με τον Danny Elfman να φτιάχνει ολόκληρη παρτιτούρα από κομμάτια κλασικής μουσικής για να την υποστηρίξει, αλλά ο Feige διέταξε να τριμαριστεί αγρίως και να απλοποιηθεί, από φόβο ότι οι θεατές «δεν θα την καταλάβουν». 

Ελπίζουμε ο ύπατος αρμοστής του MCU να καταλάβει κάποια στιγμή ότι με τη μεγάλη δύναμη, έρχεται και η ευθύνη να αφήνεις τους δημιουργούς με όραμα και φαντασία να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, μπας και προκύψει μια δημιουργία πραγματικά της προκοπής. Μέχρι να φτάσει εκείνη η ώρα, θα βολευόμαστε με  αξιοπρεπείς ταινίες σαν την παρούσα, που τουλάχιστον διαθέτουν μια θεματική, την αναπτύσσουν εντός των στενών πλαισίων των marvelικών προδιαγραφών και έχουν και κάτι να καταθέσουν επ’ αυτής. Έχουν, δηλαδή, στοιχεία που απουσιάζουν από τα 3/4 του MCU.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Γιάννης Βασιλείου, Γεννήθηκε το 1985 στη Λαμία. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών, άσκησε δικηγορία επί σειρά ετών, ενώ… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO