H κυκλοφορία της Οδύσσειας του Nolan, αλλά και εκείνη του trailer του τρίτου κεφαλαίου του Dune, έδωσαν την αφορμή για το κινηματογραφικό δίλημμα αυτού του μήνα. Και οι δυο σκηνοθέτες έχουν ανεξάρτητες καταβολές και είναι οι βασικοί σημερινοί εκπρόσωποι αυτού που, με όρους παλαιοκριτικής, θα αποκαλούσαμε «σκεπτόμενη υπερπαραγωγή» – χονδρικά, κάνουν μπλοκμπάστερ με υπογραφή πιο προσωπική. Βασικά, είναι κάποιοι που θα φέρουν κόσμο στην αίθουσα ακριβώς επειδή η ταινία φέρει την υπογραφή τους. Στην πραγματικότητα θα ήθελα το δίλημμα να είναι Nolan ή Fincher – εκεί θα κάναμε διαφορετική συζήτηση- αλλά δυστυχώς ο τελευταίος εδώ και χρόνια βαρέθηκε να δίνει μάχες με τους νεότερους executives των στούντιο και, πρακτικά, εγκατέλειψε τις κινηματογραφικές αίθουσες, βρίσκοντας καταφύγιο στο Netflix.
Nolan ή Villeneuve, λοιπόν, ή αλλιώς ο βασιλιάς ή ο σφετεριστής, αν υπολογίσουμε ότι ο δεύτερος μπήκε πολύ αργότερα από τον δεύτερο στα βάσανα της υπερπαραγωγής. Και όχι, δεν θα σας κουράσω με μια μακροσκελή εισαγωγή για το τι (πιστέυω ότι) πρεσβεύει ο καθένας, καθώς θα προκύψει μέσα από τα κείμενα όσων συμμετέχουμε σε αυτή την αδιάβλητη εκλογική διαδικασία – θυμίζω, για τους καλοθελητές, ότι η ψήφος μου κατατίθεται στο αρχηγείο του WIRED πολύ πριν απευθυνθώ στα μέλη του εκάστοτε εκλογικού σώματος. Και τώρα δίνω τον λόγο στους συμμετέχοντες.
Στελίνα Θεοδοσοπούλου
(Entertainment Editor, Queen.gr)

Ένα πανδύσκολο δίλημμα, άδικο και επίπονο. Δύο top tier σκηνοθέτες, σοβαροί blockbuster-άδες, με πλούσια φιλμογραφία που έχουν αποδείξει ότι το εμπορικό σινεμά και η σκέψη, το συναίσθημα, η ουσία, δεν χρειάζεται να είναι δρόμοι αντίθετοι.
Κοιτώντας τις αρχές τους, ο Denis Villeneuve από το Maelström κιόλας, και σίγουρα από το Incendies, ήταν σαφές ότι πρόκειται για έναν σκηνοθέτη που ξέρει πού να σταθεί μπροστά στο χάος, χωρίς να το φοβάται και χωρίς να το εκμεταλλεύεται. Από την άλλη, αν το Following του Christopher Nolan ήταν μια ένδειξη ότι μπορεί να κάνει πολλά με τίποτα, το Memento ήταν η απόδειξη ότι δεν χρειάζεται κανείς τίποτε άλλο για να τον εμπιστευτεί. Ένας πανέξυπνος παραμυθάς που το Χόλιγουντ εμπιστεύτηκε νωρίς (ευτυχώς) και βρέθηκε έτσι στο μεγαλύτερο playground του πλανήτη, λέγοντας «ωραία, θα παίξω». Και το έκανε: με είδη, με ηθοποιούς, με τον χρόνο, με τον ήχο, με τα πλατό, επιλέγοντας κάθε φορά με χειρουργική προσοχή το επόμενό του παιχνίδι. Κι αν δεν το έχει, το φτιάχνει.
Όπως ο Villeneuve προσπαθεί να βρει την απόσταση από την κάμερα και το χάος που φιλμάρει, έτσι και ο Nolan δεν είναι αψεγάδιαστος. Δύο δρόμοι παράλληλοι, όχι αντίθετοι, με ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία. Sicario, Prestige, Blade Runner 2049, Oppenheimer. Στον έναν ο χρόνος δεν είναι μόνο αφηγηματικό εργαλείο, αλλά συναίσθημα (Memento, Interstellar, Inception, Dunkirk, όλα δουλεύουν έτσι) και στον άλλον έχουμε σιωπή και απόσταση: από το Arrival ως το Dune, χώροι που σε συνθλίβουν ή σε απελευθερώνουν.
Ο Villeneuve είναι ο σοβαρός, μεγάλος αδερφός του Nolan που έχει δει πολλά -has seen some shit, που λένε και στο χωριό μου- και θα τα δείξει. Ο Nolan είναι το ευφυές, nerdουλέ, ρομαντικό παιδί που έχει ιστορίες να σου πει. Τον πρώτο τον θαυμάζω. Τον δεύτερο τον αγαπώ. Και στο σινεμά αυτή η διάκριση είναι που κάνει όλη τη διαφορά.
Ψηφίζει: Christopher Nolan
Άκης Καπράνος
(Κριτικός Κινηματογράφου – Ναυτεμπορική, Υπεύθυνος «Midnight Express»)

Δύο είναι οι σκηνοθέτες σήμερα που παράγουν «μεγάλο θέαμα» για τα χολιγουντιανά studio, αλλά επιμένουν να μην αντιμετωπίζουν τους θεατές σαν πεντάχρονα, και αυτοί μας απασχολούν σε αυτό το παιχνιδάκι, που στην ουσία πρόκειται για ντέρμπι. Ο δε Christopher Nolan είναι ίσως ο κορυφαίος αρχιτέκτονας αφηγήσεων της γενιάς του – οι καλύτερες ταινίες του μοιάζουν με μηχανισμούς μοιρογνωμονιακής σαφήνειας, όπου ο χρόνος, η μνήμη και η ταυτότητα συνθέτουν ένα πλήρες μυθοπλαστικό παζλ. Στο Prestige μάλιστα, η φόρμα και το περιεχόμενο γίνονται ένα: η ίδια η ταινία λειτουργεί σαν μαγικό τέχνασμα, αλλά και σαν σχόλιο πάνω στη φύση του σινεμά. Που θα πει, μιας και ο Melies, ήταν ταχυδακτυλουργός πριν γίνει σκηνοθέτης, γιατί να μην κάνουμε μια ταινία που να συνδέει ξανά αυτές τις δύο τέχνες; Έρχεται λοιπόν ο Nolan να στήσει μια ιστορία, και τι κάνει; Αποκρύπτει πληροφορίες, κατευθύνει την προσοχή μας αλλού, χρησιμοποιεί το μοντάζ για να ελέγξει τι βλέπουμε και τι αγνοούμε – σαν πραγματικός ταχυδακτυλουργός.
Αν όμως το Prestige είναι η καλύτερη ταινία του Nolan, το Prisoners είναι η – μέχρι τώρα – κορυφή της φιλμογραφίας του Villeneuve, και εδώ προκύπτει η μεγαλύτερη διαφορά τους: Στον Nolan οι ανθρώπινες ρωγμές είναι η αφορμή, στον Villeneuve είναι το μεγάλο ζήτημα. Η ιστορία εδώ είναι λιγότερο περίπλοκη: Δυο κορίτσια εξαφανίζονται, και ένας πατέρας, ο Ηugh Jackman, θεωρεί πως η αστυνομία, την οποία εδώ εκπροσωπεί ο Jake Gyllenhaal, δεν κάνει αρκετά. Εκεί όμως που ο Νolan χρησιμοποιεί δάνεια από τον Kubrick, τον Michael Powell ή ακόμα και τον Lynch (αυτούς τους τρεις πάντως ανέφερε σε μένα ως βασικές του επιρροές πριν καμιά 20αριά χρόνια), ο Villeneuve μοιάζει να λοξοκοιτάζει προς τον Βergman (η σταθερά της υπαρξιακής αγωνίας) και τον Tarkovsky, έτσι όπως παρατηρεί, σχεδόν υπομονετικά, τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του – για να μας οδηγήσει σε ένα συγκλονιστικό φινάλε. Τώρα, ποιός είναι ο πιο ευφυής αφηγητής; Ο Νolan έχει ισχυρό προβάδισμα. Ποιος όμως μετατρέπει το θέαμα σε υπαρξιακή εμπειρία; Στην ούγια γράφει «Villeneuve».
Ψηφίζει: Denis Villeneuve
Παναγιώτης Κουντουράς
(Σκηνοθέτης)

Καλησπέρα Wired Greece. Γιατί μου το κάνεις αυτό; Christoper Nolan ή Dennis Villeneuve; Είναι σαν να με ρωτάς αν προτιμώ να χαθώ στο βαθύ διάστημα ή σε ένα αχανές, σιωπηλό, αμμοθυελλώδες έπος. Και cut…
Εντάξει, είπα να ξεκινήσω διπλωματικά. Κάνω ηρωική έξοδο από τον δούρειο ίππο μου, αφήνω τη σβούρα να περιστρέφεται μέσα στο ενενηκοστό όγδοο επίπεδο ονείρου και δηλώνω ανοιχτά πως δεν υπάρχει προσωπικό δίλημμα. Τον Villeneuve τον θαυμάζω απεριόριστα. Το Prisoners με διέλυσε με την δραματουργική του ακρίβειά του. Το Arrival με συγκίνησε με έναν τρόπο σπάνιο για sci-fi: όχι επειδή κοίταξε τους εξωγήινους, αλλά επειδή κοίταξε βαθιά τον άνθρωπο. Το Dune, παρότι κινηματογραφικά μεγαλειώδες και σχεδόν εξωφρενικά στιλιζαρισμένο, δεν άνοιξε μέσα μου την ίδια μαύρη τρύπα.
Ο Nolan, είναι άλλη υπόθεση. Είναι ο σκηνοθέτης που μου θύμισε ότι το σινεμά μπορεί να είναι ταυτόχρονα μαθηματική εξίσωση, συναισθηματική καταιγίδα και εμπειρία που σε μετατοπίζει στην αίθουσα. Δεν τον αγαπώ μόνο για τα concept του ή τη δεξιοτεχνική εξερεύνηση/διαχείρηση της εναλλακτικής φόρμας. Τον θαυμάζω για την εμμονή του να μετατρέπει την αφήγηση σε μηχανισμό και τον μηχανισμό σε συναίσθημα. Το Interstellar είναι μία από τις εξαιρετικά αγαπημένες μου ταινίες. Αν υπήρχε διακοποδάνειο για τον Γαργαντούα, θα το έπαιρνα χωρίς δεύτερη σκέψη. Και η τέταρτη διάσταση που ανοίγει στο τέλος είναι ίσως η μόνη «βιβλιοθήκη» στην οποία θα ήθελα να χαθώ παντοτινά, εφόσον ο Zimmer αναλάμβανε τα μουσικά διαλείμματα από το διάβασμα.
Λατρεύω τον τρόπο που ο Nolan παίζει με τον χρόνο, τη μνήμη, την ενοχή, τον ήχο σαν φυσική δύναμη. Το Prestige μπορώ να το βλέπω μία φορά τον μήνα και να πέφτω ξανά στην ίδια ταχυδακτυλουργική παγίδα με απόλυτη ευχαρίστηση. Ακούω την έκρηξη στο Oppenheimer παρά την εκκωφαντική σιωπή της. Και ναι, συγχωρώ και το Tenet. Δεν είπα ότι το κατάλαβα. Είπα ότι το συγχωρώ. Γι’ αυτό και η δική του Οδύσσεια με αφορά ήδη. Γιατί στα χέρια του, ακόμη κι ένας Δούρειος Ίππος μπορεί να κρύβει μέσα του όχι πολεμιστές, αλλά τρία timeline, ένα ηθικό δίλημμα, δυο θορυβώδεις κάμερες IMAX και τις σκηνές με κύκλωπες και λαιστρυγόνες σε pre-production. Άρα, με σεβασμό μεγέθους κάδρου γυρισμένο σε 70mm, we have a winner!
Ψηφίζει: Christopher Nolan
Tάσος Μελεμενίδης
(Κριτικός Κινηματογράφου, Head of Acquisitions and Curation – Cinobo)

Δίκαιο το debate ως σύλληψη, καθώς σε εποχές που οι aficionados σκηνοθετών λιγοστεύουν ως έννοια, ειδικά στον χολιγουντιανό χώρο όπου η κερκίδα μαλώνει πια για franchise, αυτοί οι 2 αποτελούν περιπτώσεις όπου πολύς κόσμος θα τρέξει στις αίθουσες για τις νέες ταινίες τους επειδή τις έκαναν αυτοί. Ταπεινοί και οι δυο στο ξεκίνημα τους, με τον Nolan να διαπρέπει στο storytelling στα στενά του Λονδίνου και τον Villeneuve να μελετά τα όρια του ψυχισμού και της συμπεριφοράς στο Κεμπέκ, βρήκαν τα πατήματά τους -ο Nolan νωρίτερα- και μετά όλα ήταν θέμα επιλογών.
Το ζήτημα της συνεργασίας με τα μεγάλα στούντιο και των projects που αυτά θα ζητήσουν, ο Nolan το αντιμετώπισε ως κάτι στο οποίο φυσικά θα πρέπει να ξεχωρίσει αλλά και παράλληλα να ξεμπερδεύει νωρίς. Έκανε την τριλογία του Batman, την έκανε να μοιάζει αρκετά δική του αλλά και με την γνώση πως το ευρύ κοινό στο οποίο απευθύνεται στο τέλος θα θυμάται τον Batman και τον Joker, όχι τον ίδιο. Έτσι βγήκε αλώβητος και πετυχημένος, κάνοντας μάλιστα στο ενδιάμεσο τα Prestige και Inception, αν είναι δυνατόν δηλαδή, φτάνοντας το storytelling του σε δυσθεώρητα ύψη καθώς το σενάριο του Inception θα μπορούσε να αντικαταστήσει σήμερα στα σχολεία την Οδύσσεια (ουπς). Από εκεί και πέρα ένας δρόμος υπήρχε, αυτός του να κάνει «την ταινία του Nolan» κάθε 3-4 χρόνια, μετατρέποντας το προνόμιο του να ζητά ό,τι θέλει από τα στούντιο σε μια γενικότερη σταυροφορία υπέρ του σινεμά και της εμπειρίας που παρέχει, παίρνοντας το ρόλο του σημαιοφόρου.
Την ίδια ώρα, ο Villeneuve έπιασε τα tentpoles αργότερα και μοιάζει κλεισμένος σε μια αποθήκη όπου λαξεύει κόσμους που του προσφέρονται, το κάνει μάλλον καλύτερα από οποιονδήποτε αλλά μοιάζει ικανοποιημένος με το να παραδίδει ομοιογενή, ψύχραιμα και οπτικά άρτια blockbuster που δεν τρέχει και τίποτα αν στη διάρκειά τους κοιμηθείς και λίγο – στο τέλος πάλι ικανοποιημένος θα φύγεις. Προφανώς Nolan λοιπόν, αλλά ακόμη και αν δεν ήταν τα παραπάνω, του δίνεται ο πόντος γιατί μοιάζει να επέλεξε νωρίς στην καριέρα του ότι, με όπλα την πένα και (κυρίως) τη μονταζιέρα του, θα αναμετρηθεί με τον χρόνο. Θα ηττηθεί όπως όλοι μας, αλλά ηρωικά πεσών, με την ελπίδα ότι αιώνες μετά το όνομά του να τραγουδιέται σε πλανήτες πιο μακρινούς από τον Αράκις.
Ψηφίζει: Christopher Nolan
Γιάννης Βασιλείου
Στα κιτάπια μου ο Villeneuve θυμίζει περισσότερο μια σύγχρονη εκδοχή του Ridley Scott – και δυστυχώς του Ridley Scott μετά το Βlade Runner. Μοιάζει να τον μέλλει περισσότερο το worldbuilding, η ανάδειξη της σκηνογραφίας, η σύλληψη του δέοντα τόνου του εκάστοτε project ή έστω, η προσαρμογή του στον δύσθυμο, κινούμενο μεταξύ μελαγχολίας και απειλής τόνο που έμελλε να αποτελέσει σήμα κατατεθέν του. Νιώθω ότι περισσότερο καθοδηγείται από το περιεχόμενο και την αφήγηση του υλικού που έχει μπροστά του, παρά το καθοδηγεί ο ίδιος προς μια κατεύθυνση. Έτσι, στην καλή περίπτωση θα προκύψει ένα Prisoners, που διαπρέπει στο κενό μεταξύ φιντσερικής θεϊκής εγκατάλειψης και ιστγουντικής συλλογικής ενοχής, στην κακή θα έχουμε την περίπτωση του πρώτου κεφαλαίου του Dune, όπου η ευλαβική προσήλωση στη δομή του βιβλίου φέρνει έναν εκτεταμένο πρόλογο, που έχει να προσφέρει μόνο worldbuilding και έναν διαρκή βόμβο, χάριν «επικότητας» και «υποβολής». Σαν τον γερο-Ridley, ο Καναδός είναι περισσότερο «σκηνοθέτης», παρά «δημιουργός» – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει αισθητικό στίγμα το σινεμά του, έτσι; Και, για να είμαι δίκαιος, τουλάχιστον ο Ridley είναι και λίγο troll και κάνει πλάκα με το υλικό του.
Ε, και ο Nolan φτιάχνει σύμπαντα, συχνά με τους δικούς τους, μοναδικούς κανόνες λειτουργίας – βλέπε Inception, Tenet– αλλά κάνει και πολλά ακόμα. Πειραματίζεται διαρκώς με την αφήγηση, εξελίσσει το μοντάζ του, ένα μοντάζ που από ταινία σε ταινία δεν νιώθεις να ξεκινά απλώς από το σενάριο, αλλά να γίνεται ολοένα και πιο «ελευθεριάζον». Εννοείται πως υπάρχουν δάνεια, από το μοντάζ στο σινεμά του Fritz Lang ως εκείνο του Nicolas Roeg – εκείνος είχε μοντάζ συνειρμικό, αλλά υπήρχε πάντα μια τάξη στους συνειρμούς, δεν ήταν jazz λογικής, για να μιλήσουμε μουσικά- αλλά τα αφομοιώνει και το ενσωματώνει σε κάτι εντελώς δικό του, που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο εκεί έξω – και καλό είναι να μην δοκιμάζεται από άλλους. Έφτασε να εφεύρει ακόμα και νέο τύπο φιλμικού χρόνου στο Inception, εφάρμοσε τον τρόπο μιας ταινίας δράσης σε ένα (στα χαρτιά) παραδοσιακό biopic – τον Oppenheimer– και απάντησε εμφατικά στους επικριτές για την «πολυλογία», με το λακωνικό σε διάλογο (αλλά πληθωρικό στην αισθητική του) Dunkirk.
Κι έπειτα, πιστεύει πολύ στον άνθρωπο, που θα μπορούσε να καταφέρει τα πάντα, αν είχε χρόνο. Ε, και είναι τόσο ρομαντικός που αποφάσισε με το καλημέρα να τα βάλει και ο ίδιος με τον Χρόνο, τον μεγάλο αντίπαλο σ’ αυτή την ανθρώπινη προσπάθεια, και να καταλύσει τον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας του μέσω της Τέχνης, του σπουδαιότερου εργαλείου που εφηύρε ο ανθρώπινος νους ώστε να κερδίζει που και που καμία μάχη σε έναν άνισο και άδικο πόλεμο.
Και κάτι τελευταίο, ίσως δευτερεύον, αλλά διόλου ασήμαντο: ο Nolan καταφέρνει να επιβάλλει το όραμά του και να κάνει το σινεμά που επιθυμεί, όπως το επιθυμεί, δίχως άλλους περιορισμούς, πέρα από αυτούς που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του. Τρανή απόδειξη ότι ενώ θέλει σαν τρελός να γυρίσει Bond– «φωνάζει» σε πολλές ταινίες του αυτή του η επιθυμία- οι φήμες θέλουν να συναντήθηκε με τους νέους παραγωγούς του franchise και να μην τα βρήκαν, λόγω της πεισματικής τους άρνησης να του δώσουν πλήρη δημιουργική ελευθερία και final cut. Μαντέψτε ποιος δεν είχε κανένα πρόβλημα να δουλέψει υπό αυτούς τους όρους. Το βρήκατε, ο Denis Villeneuve. Κι αυτός είναι ακόμα ένας λόγος όχι απλώς για να ρίξω στην κάλπη το ψηφοδέλτιο του Nolan και με τα δυο χέρια, αλλά να το σταυρώσω κιόλας για να βγει το σωστό αποτέλεσμα στις 19.00 που θα ξεκινήσει η καταμέτρηση.
Ψηφίζει: Christopher Nolan
Tελικό Αποτέλεσμα: Christopher Nolan – Denis Villeneuve (4-1)
Καθόλου ντέρμπι δεν αποδείχτηκε τελικά το παιχνίδι ανάμεσα στους δυο δημιουργούς, αν και είναι εμφανές ότι ο Καναδός εκτιμάται κι από τους τέσσερις που δεν τον προτίμησαν. Να σημειωθεί ότι η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε πριν την κυκλοφορία της Οδύσσειας – ποιος ξέρει, ίσως ο Nolan κατέληγε να πάρει το «ματς» με πεντάρα. Κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία που παρατηρούμε είναι ότι για δύο από τους ψηφοφόρους του Nolan η ψήφος ήταν συναισθηματική: τον προτίμησαν λόγω των συναισθημάτων που ξυπνά μέσα τους το σινεμά του – για να ευλογήσω τα καλοτριμαρισμένα γένια μου, θα δηλώσω ξεδιάντροπα πως για ακόμα μια φορά δικαιώνομαι, όταν λέω ότι είναι ο πιο συναισθηματικός σκηνοθέτης των καιρών μας. Για τους άλλους δυο ο Villeneuve παίζει σε μικρότερη κατηγορία από τον Nolan – κάποιοι θα το βρουν θρασύ, αλλά, εντελώς μεροληπτικά, θα επαναλάβω ότι (μπορεί και να) είναι έτσι. Αντίθετα, ακόμα και ο ψηφοφόρος που μείωσε το «παθητικό», φαίνεται να τοποθετεί τον Βρετανό σκηνοθέτη στην ίδια κατηγορία με τον Καναδό, απλώς εντοπίζει διαφορά στον τρόπο και στον στόχο του σινεμά τους και δηλώνει μια ελαφρά προτίμηση σε εκείνο του δεύτερου.
Όπως και να ’χει, είμαστε τυχεροί που συνεχίζουν να γυρίζουν ταινίες και οι δυο, που μάχονται για να διατηρηθεί το σινεμά της υπογραφής σε ένα επίπεδο προϋπολογισμού όπου εδώ και πολλά χρόνια μόνες προτεραιότητες μοιάζουν να είναι το brand name και η προσπάθεια να μην πληγεί, με ταινίες δίχως εξάρσεις και ριψοκίνδυνες επιλογές. Ταινίες που δεν θα ενοχλήσουν κανέναν – εκτός, ίσως, από εκείνους που θέλουν να δουν πραγματικό σινεμά.