Οι τεχνολογικοί κολοσσοί επηρεάζουν τα πάντα, από την παγκόσμια οικονομία μέχρι την καθημερινή μας αντίληψη για την πραγματικότητα. Πλέον περνάνε στο επόμενο στάδιο, αγοράζοντας απευθείας πολιτική επιρροή.
Ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Sam Altman, εδώ και μήνες πασχίζει να τα έχει καλά με τον Ντόναλντ Τραμπ, προσπαθώντας να εξασφαλίσει την εύνοια του Λευκού Οίκου. Πρόσφατα έκανε ένα πρωτοφανές βήμα παραπέρα.
Η OpenAI, ο κολοσσός πίσω από το ChatGPT με τρέχουσα αποτίμηση στα 852 δισεκατομμύρια δολάρια, κατέθεσε μια πρόταση: την παραχώρηση μεριδίου 5% (αξίας περίπου 42,6 δισ. δολαρίων) στην αμερικανική κυβέρνηση. Και η ιδέα δεν αφορά μόνο την ίδια.
Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί μια πιθανή μετάβαση προς ένα μοντέλο όπου οι ΗΠΑ αποκτούν απευθείας έλεγχο στη διακυβέρνηση στρατηγικών τεχνολογιών αιχμής.
Ο Sam Altman έχει ήδη ξεκινήσει διερευνητικές επαφές με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, τον υπουργό Εμπορίου και τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, σύμφωνα με χθεσινό ρεπορτάζ των Financial Times.
Η πρόταση συνδέεται με τη συζήτηση για το πώς τα οικονομικά οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν, σε θεωρητικό επίπεδο, να επιστρέφουν στους πολίτες, μέσω ενός μηχανισμού τύπου κρατικού επενδυτικού ταμείου.
Προβλέπει, μάλιστα, ότι το ίδιο θα πρέπει να πράξουν και οι υπόλοιποι ηγέτες της αμερικανικής τεχνητής νοημοσύνης (όπως η Anthropic, η Google και η Meta), δημιουργώντας ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο, στα πρότυπα του Μόνιμου Ταμείου της Αλάσκας, το οποίο θα διανέμει μερίσματα στους Αμερικανούς πολίτες από τα κέρδη του AI.
Το υπόβαθρο της κρίσης
Η κίνηση αυτή δεν έγινε ξαφνικά. Οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης βρίσκονται υπό αυξανόμενη ρυθμιστική πίεση στην Ουάσιγκτον. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, η OpenAI αναγκάστηκε να καθυστερήσει την κυκλοφορία του νέου της μοντέλου GPT-5.6 μετά από αίτημα της αμερικανικής κυβέρνησης.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, η κυβέρνηση Τραμπ είχε διατάξει την ανταγωνίστρια Anthropic να μπλοκάρει την πρόσβαση ξένων υπηκόων στα κορυφαία μοντέλα της, Fable 5 και Mythos. Η Anthropic, μην μπορώντας να διαχωρίσει τους χρήστες σε πραγματικό χρόνο, αναγκάστηκε να κόψει την πρόσβαση για όλους, προτού τελικά λυθεί το ζήτημα. Παράλληλα, υπάρχει πολιτική πίεση για αυστηρότερο έλεγχο γύρω από την κυβερνοασφάλεια, τις θέσεις εργασίας που απειλούνται και την τεράστια κατανάλωση ενέργειας από τα νέα data centers.
Τα κίνητρα πίσω από το deal
Για την OpenAI, το κίνητρο φαίνεται να είναι η εξασφάλιση ενός σταθερού ρυθμιστικού πλαισίου και η διατήρηση καλών σχέσεων με την κυβέρνηση, η οποία εξελίσσεται σε βασικό παράγοντα στη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης.
Υπάρχει επίσης ένα προηγούμενο ευρύτερης κρατικής συμμετοχής σε στρατηγικές τεχνολογίες, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση έχει ενισχύσει τη βιομηχανική πολιτική της σε τομείς όπως τα chips και η άμυνα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προηγουμένως ασκήσει έντονη κριτική στην Intel και στον διευθύνοντα σύμβουλό της. Ωστόσο, μετά τη συμφωνία με την οποία η αμερικανική κυβέρνηση απέκτησε περίπου το 10% της εταιρείας, άρχισε να την παρουσιάζει ως πρότυπο της νέας βιομηχανικής πολιτικής των ΗΠΑ.
Ο Altman αντιλαμβάνεται ότι, αν η κυβέρνηση έχει οικονομικό συμφέρον από την ανάπτυξη του AI οικοσυστήματος, αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει έμμεσα το ρυθμιστικό περιβάλλον. Παράλληλα, οι μεγάλες εταιρείες AI προετοιμάζονται για μελλοντικές αρχικές δημόσιες προσφορές (IPO) και αναζητούν σταθερότητα στο πολιτικό και νομικό πλαίσιο.
Οι άμεσες προεκτάσεις
Εάν το κράτος γίνει μέτοχος, δημιουργείται ένα σύνθετο ηθικό και νομικό ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων. Πώς θα μπορεί η κυβέρνηση να ρυθμίζει αντικειμενικά την ασφάλεια του AI, τα πνευματικά δικαιώματα ή τα μονοπώλια, όταν η ίδια θα χάνει χρήματα αν πέσει η μετοχή της OpenAI;
Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί μια πιθανή μετάβαση προς ένα μοντέλο όπου οι ΗΠΑ αποκτούν απευθείας έλεγχο στη διακυβέρνηση στρατηγικών τεχνολογιών αιχμής.
Από τη μεριά της, η OpenAI φαίνεται να προσπαθεί να κατευνάσει τις αντιδράσεις για την απώλεια θέσεων εργασίας, προωθώντας την ιδέα ότι το AI θα παράγει πλούτο που θα επιστρέφεται απευθείας στους πολίτες.
Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι εταιρείες-κολοσσοί όπως η Google (Alphabet) ή η Meta θα δεχτούν να χαρίσουν το 5% των μετοχών τους στο κράτος επειδή το πρότεινε η OpenAI.
Μια τέτοια συμφωνία θα απαιτούσε πιθανότατα νομοθετική επεξεργασία από το Κογκρέσο, όπου ήδη υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις για τη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Altman συζήτησε το θέμα και με τον γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος έχει προτείνει την επιβολή εφάπαξ φόρου 50% στις εταιρείες του ΑΙ, που θα καταβαλλόταν σε μετοχές.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, πάντως, έχει περιγράψει τη συμμετοχή των ΗΠΑ στο μετοχικό κεφάλαιο των γιγάντων της τεχνητής νοημοσύνης ως «κάτι υπέροχο» που θα έκανε τους Αμερικανούς «εταίρους σε αυτή την επανάσταση».