Η καταδίκη της Άννας-Μισέλ Ασημακοπούλου και τριών ακόμη προσώπων για τη διαρροή των e-mail 25.500 αποδήμων είναι μια ιστορική απόφαση που στέλνει μηνύματα στον πολιτικό κόσμο.
Η υπόθεση ξεκίνησε όταν χιλιάδες Έλληνες του εξωτερικού έλαβαν προεκλογικό μήνυμα από την κ. Ασημακοπούλου, χωρίς να έχουν δώσει ποτέ τη συγκατάθεσή τους. Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα ντόμινο ερευνών και κυρώσεων.
«Το πρόστιμο των 400.000 ευρώ στο υπουργείο Εσωτερικών είναι το μεγαλύτερο που έχει επιβληθεί ποτέ σε δημόσιο φορέα στην Ελλάδα. Παράλληλα, το πρόστιμο των 40.000 ευρώ στην Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου αποτελεί το μεγαλύτερο διεθνώς πρόστιμο σε πολιτικό πρόσωπο για προσωπικά δεδομένα»
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ενόχους την πρώην ευρωβουλευτή Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου, τον πρώην γενικό γραμματέα του υπουργείου Εσωτερικών Μιχάλη Σταυριανουδάκη και δύο ακόμη κατηγορούμενους για τη διαρροή ηλεκτρονικών διευθύνσεων αποδήμων πριν από τις ευρωεκλογές του 2024. Οι ποινές κυμαίνονται από 8 έως 20 μήνες φυλάκισης με αναστολή, ενώ η υπόθεση θα συνεχιστεί στο Εφετείο.
Το WIRED Greece μίλησε με τον Βασίλη Σωτηρόπουλο, τον δικηγόρο που εκπροσώπησε απόδημους που προσέφυγαν στο δικαστήριο, ο οποίος ξετυλίγει το νήμα της απόφασης και αναλύει πώς αυτή μπορεί να αλλάξει το μοντέλο των προεκλογικών εκστρατειών.


Για τον κ. Σωτηρόπουλο, η σημασία της υπόθεσης ξεπερνά τα πρόσωπα που βρέθηκαν στο εδώλιο. «Είναι η πρώτη ιστορικά ποινική απόφαση με την οποία καταδικάζονται πολιτικά πρόσωπα στην Ελλάδα για παραβίαση προσωπικών δεδομένων», δηλώνει και περιγράφει πώς η καταδίκη μπορεί να αλλάξει το σκηνικό στις μελλοντικές προεκλογικές εκστρατείες.
Το μεγαλύτερο πρόστιμο διεθνώς
Όπως εξηγεί ο δικηγόρος, η ποινική καταδίκη είναι το τελευταίο κομμάτι ενός παζλ που περιλαμβάνει πρωτοφανή νούμερα.

«Το πρόστιμο των 400.000 ευρώ στο υπουργείο Εσωτερικών είναι το μεγαλύτερο που έχει επιβληθεί ποτέ σε δημόσιο φορέα στην Ελλάδα. Παράλληλα, το πρόστιμο των 40.000 ευρώ στην Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου αποτελεί το μεγαλύτερο διεθνώς πρόστιμο σε πολιτικό πρόσωπο για προσωπικά δεδομένα», σημειώνει ο δικηγόρος.
Παρά την καταδίκη, η δικαστική μάχη συνεχίζεται. «Είναι μία δίκαιη απόφαση για εμάς, όμως υπήρχαν κάποιες μειοψηφίες», αναφέρει, εξηγώντας πως η πρόεδρος του δικαστηρίου μειοψήφησε υπέρ της αθώωσης ορισμένων κατηγορουμένων σε επιμέρους αδικήματα. «Οι απόδημοι θα ζητήσουν από τον εισαγγελέα να ασκηθεί έφεση και από τη δική τους μεριά κατά του αθωωτικού μέρους, ζητώντας μεγαλύτερες ποινές», αναφέρει ο κ. Σωτηρόπουλος.
Μετά τη διαρροή, ακολούθησε ένα ντόμινο ερευνών. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επέβαλε πρόστιμα, διοικητικά δικαστήρια επιδίκασαν αποζημιώσεις σε αποδήμους και το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε πτυχές της διαδικασίας. Η ποινική δίκη αποτέλεσε το τέταρτο και πιο βαρύ επίπεδο διερεύνησης της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τον κ. Σωτηρόπουλο, η συγκεκριμένη δίκη είχε ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή εξετάστηκαν αναλυτικά οι διαφορετικές εκδοχές όλων των εμπλεκομένων, ενώ κατέθεσαν ακόμη και απόδημοι που ταξίδεψαν από το εξωτερικό για να βρεθούν στο δικαστήριο.
Το πραγματικό διακύβευμα ήταν να αποσαφηνιστεί η διαδρομή μιας κρατικής λίστας προσωπικών δεδομένων προς τα πολιτικά γραφεία.
Το ζήτημα της βουλευτικής ασυλίας
Ένα κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει στη δημόσια συζήτηση αφορά το πώς θα εξελισσόταν η υπόθεση αν οι εμπλεκόμενοι καλύπτονταν από βουλευτική ασυλία. Όπως διευκρινίζει ο κ. Σωτηρόπουλος, το μόνο πρόσωπο που διέθετε ασυλία όταν πραγματοποιήθηκε η αποστολή των email ήταν η κ. Ασημακοπούλου, λόγω της ιδιότητάς της ως ευρωβουλευτή. «Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεχόταν ένα αίτημα άρσης της βουλευτικής ασυλίας για να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της και να δικαστεί στην Ελλάδα, δεν γνωρίζουμε ποια θα ήταν η απόφαση», αναφέρει, εκτιμώντας ωστόσο πως το Σώμα δεν θα την προστάτευε, καθώς είναι το ίδιο που ψήφισε τον GDPR, γεγονός που σημαίνει ότι τα ανακλαστικά του είναι ιδιαίτερα αυξημένα.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της, η κ. Βόζεμπεργκ υποστήριξε ότι «όλοι λίγο πολύ χρησιμοποιούν λίστες στην προεκλογική περίοδο». Όταν ρωτήθηκε αν έχει πράξει το ίδιο και η ίδια, απάντησε με αμηχανία θετικά, καλυπτόμενη από τη βουλευτική της ασυλία εκείνη τη στιγμή.
Βέβαια, ο γνωστός δικηγόρος δεν παραγνωρίζει τη σημασία των πολιτικών συσχετισμών, καθώς η πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανήκει στον χώρο της Κεντροδεξιάς. Στην πράξη, πάντως, οι διαδικασίες απλοποιήθηκαν από τη συγκυρία: «Όταν ασκήθηκε η ποινική δίωξη, έγινε σε χρόνο μετά τις ευρωεκλογές, όταν η κ. Ασημακοπούλου δεν είχε πια τη βουλευτική ασυλία. Οι άλλοι τρεις δεν ήταν βουλευτές ούτως ή άλλως, οπότε δεν υπήρχε θέμα».
Το πιο ενδιαφέρον παρασκήνιο, ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Σωτηρόπουλο, εκτυλίχθηκε μέσα στην ίδια τη δικαστική αίθουσα, όπου εμφανίστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης της κ. Ασημακοπούλου η ευρωβουλευτής κ. Βόζεμπεργκ.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της, η κ. Βόζεμπεργκ υποστήριξε ότι «όλοι λίγο πολύ χρησιμοποιούν λίστες στην προεκλογική περίοδο». Όταν ρωτήθηκε αν έχει πράξει το ίδιο και η ίδια, απάντησε με αμηχανία θετικά, καλυπτόμενη από τη βουλευτική της ασυλία εκείνη τη στιγμή. «Άρα μπορούσε να το πει, λοιπόν», καταλήγει ο κ. Σωτηρόπουλος, αναδεικνύοντας τις γκρίζες ζώνες που εξακολουθούν να καλύπτουν την πολιτική δραστηριότητα.
Πώς επικοινωνούν οι πολιτικοί με τους πολίτες;
Η υπόθεση έφερε στο προσκήνιο ένα ερώτημα: πώς μπορεί ένας πολιτικός να επικοινωνεί απευθείας με τους ψηφοφόρους χωρίς να παραβιάζει την ιδιωτικότητά τους; Υπάρχει η άποψη ότι τέτοιες καταδικαστικές αποφάσεις καθιστούν αδύνατη την άμεση ψηφιακή επικοινωνία. Ο κ. Σωτηρόπουλος διαφωνεί.
Όπως επισημαίνει, το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την πολιτική διαφήμιση και επικοινωνία, που θεσπίστηκε το 2024, βάζει πολύ ψηλά το θέμα της συγκατάθεσης.
«Τα κόμματα, για τα μέλη και τους φίλους τους, έχουν το δικαίωμα ως κόμματα – όχι όμως οι υποψήφιοι – να χρησιμοποιούν προσωπικά δεδομένα χωρίς ειδικές συγκαταθέσεις κάθε φορά», εξηγεί.
Αυτό που αποκλείεται είναι η ανεξέλεγκτη χρήση λιστών. «Το να παίρνουμε λίστες ο ένας από τον άλλον ή από δημόσια προσβάσιμες πηγές». Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η επικοινωνία, αλλά η προέλευση των δεδομένων.
Η απάντηση στην… «ντουντούκα της Αυστραλίας»
Στο παρελθόν, είχε προκαλέσει αίσθηση η δήλωση της κ. Ασημακοπούλου: «Τι έπρεπε να κάνω δηλαδή, να πάρω την ντουντούκα και να ψάχνω Έλληνες στην Αυστραλία;». Το επιχείρημα μεταφέρθηκε και στο δικαστήριο, όπως αναφέρει ο δικηγόρος.
«Απαντήθηκε από απόδημο που κατέθεσε ότι υπάρχουν εναλλακτικές, όπως τα social media και η εγγραφή σε newsletter», αναφέρει ο κ. Σωτηρόπουλος. Στον αντίλογο της κ. Ασημακοπούλου ότι οι πληρωμένες καταχωρίσεις στα social media αφήνουν γεωγραφικά κενά, ο δικηγόρος απαντά: «Το 2019, η κ. Ασημακοπούλου εξελέγη με 225.000 ψήφους χωρίς να κάνει κάτι τέτοιο. Όλοι οι υπόλοιποι ευρωβουλευτές με κάποιον τρόπο κάνουν την καμπάνια τους. Ο νόμος είναι σαφής. Δεν μπορείς να επικαλείσαι τη δυσκολία προσέλκυσης του κοινού για να καταστρατηγήσεις τον νόμο».
Όσο για τα σενάρια αλλαγής του νόμου, ξεκαθαρίζει ότι ένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να αλλάξει έναν ευρωπαϊκό κανονισμό, ενώ υπενθυμίζει ότι η ελληνική νομοθεσία του 2019 για την ψήφο των αποδήμων θεσπίστηκε από την ίδια τη Νέα Δημοκρατία με ρητή απαγόρευση παραχώρησης αντιγράφων. «Θα ήταν αντιφατικό η ίδια να έρθει τώρα και να τροποποιήσει τον δικό της εκλογικό νόμο».
Το τέλος των «λιστών» και η ανοδος του αλγορίθμου
Για πολλούς όπως και για τον κ. Σωτηρόπουλο, τα μαζικά email και SMS αποτελούν έναν ξεπερασμένο τρόπο επικοινωνίας. Οι πολίτες αντιμετωπίζουν τα δεδομένα τους ως περιουσιακό αγαθό και δεν ανέχονται την αυθαίρετη ενόχληση.
«Η αγορά έχει στρέψει το βλέμμα της στον αλγόριθμο των social media. Στις επόμενες εκλογές θα έχουμε πολύ αυξημένη απαγόρευση στην ελεύθερη χρήση των προσωπικών δεδομένων. Η συγκεκριμένη υπόθεση θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους σχεδιαστές των πολιτικών εκστρατειών, οι οποίοι θα πρέπει να αναζητήσουν άλλα μέσα. Όντως θα αλλάξει το μοντέλο σχεδιασμού».
«Οι πολίτες είναι πολύ πιο ενημερωμένοι μετά τον GDPR. Είναι στα κάγκελα με τα προσωπικά τους δεδομένα. Χρησιμοποιούν τα εργαλεία τους και κάνουν καταγγελίες όταν θεωρούν ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά τους».
Η μετάβαση στις αλγοριθμικές πλατφόρμες κρύβει νέες προκλήσεις. Ο κ. Σωτηρόπουλος αναφέρεται στο σκάνδαλο της Cambridge Analytica, το οποίο έδειξε πώς η ψυχογραφική μικροστόχευση (microtargeting) μπορεί να χειραγωγήσει ομάδες πολιτών με διαφορετικά μηνύματα.
Σήμερα, στην εποχή της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (Generative AI), μια βάση δεδομένων μπορεί να τροφοδοτήσει συστήματα AI που παράγουν δυναμικό, προσωποποιημένο πολιτικό περιεχομένο σε τεράστια κλίμακα, προσαρμοσμένο στις ακριβείς ανησυχίες ή τα ενδιαφέροντα του κάθε ψηφοφόρου. Ωστόσο, ο δικηγόρος εκτιμά ότι η συνειδητοποίηση των πολιτών λειτουργεί ως ανάχωμα.
«Οι πολίτες είναι πολύ πιο ενημερωμένοι μετά τον GDPR. Είναι στα κάγκελα με τα προσωπικά τους δεδομένα. Χρησιμοποιούν τα εργαλεία τους και κάνουν καταγγελίες όταν θεωρούν ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά τους».
Η ίδια η υπόθεση των αποδήμων το αποδεικνύει. Η διαρροή δεν εντοπίστηκε από κρατικό έλεγχο, αλλά επειδή οι ίδιοι οι παραλήπτες αρνήθηκαν να παραμείνουν παθητικοί και αντέδρασαν.
Το βαθύτερο μήνυμα: Θεσμική στεγανοποίηση
Για τον Βασίλη Σωτηρόπουλο, ο πυρήνας της υπόθεσης βρίσκεται στο πρόβλημα των «συγκοινωνούντων δοχείων» ανάμεσα στον κρατικό μηχανισμό, που οφείλει να λειτουργεί ως απόλυτος θεματοφύλακας, και στις κομματικές σκοπιμότητες.
«Αυτός είναι ο πυρήνας αυτής της υπόθεσης, ότι δεν έχει στεγανοποιηθεί η επικοινωνία του κόμματος με το κράτος και τους υποψηφίους», καταλήγει, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα για το μέλλον.
«Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο μήνυμα, ένα ισχυρό καμπανάκι που λέει: πρέπει να ορθώσετε αντιστάσεις για όσους τοποθετούνται σε κρατικές θέσεις όσον αφορά την επικοινωνία τους με τις κομματικές ιδιότητες και αρμοδιότητες που υπήρχαν στα ίδια πρόσωπα πριν αναλάβουν δημόσιους ρόλους».