Για χρόνια, ο ήχος αντιμετωπιζόταν ως background noise: κάτι που απλώς γεμίζει τον χώρο, χωρίς να του αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία.
Η Endel, η βερολινέζικη startup που έχει κερδίσει εκατομμύρια χρήστες ανά την υφήλιο, χτίστηκε πάνω στην ακριβώς αντίθετη υπόθεση. Ο ήχος μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό εργαλείο που επηρεάζει τη διάθεση, τη γνωστική μας κατάσταση, ακόμη και τη βιολογία μας. Αν το Spotify μας δίνει την επιλογή να διαλέξουμε τι θέλουμε να ακούσουμε, η Endel θέλει να αποφασίζει εκείνη για εμάς, με βάση την επιστήμη.
Η startup χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη, βιομετρικά δεδομένα και νευροεπιστημονικές αρχές για να δημιουργεί προσωποποιημένα ηχητικά περιβάλλοντα που προσαρμόζονται σε πραγματικό χρόνο — είτε προσπαθείς να συγκεντρωθείς, είτε να χαλαρώσεις, είτε να κοιμηθείς.
Αν θέλεις να χρησιμοποιήσεις τον ήχο ως πραγματικό εργαλείο, δεν μπορεί να είναι στατικό. Πρέπει να είναι προσωποποιημένο. Πρέπει να προσαρμόζεται. Και αν θέλεις να το κάνεις αυτό σε κλίμακα, χρειάζεσαι τεχνολογία που να το επιτρέπει.
Για τον CEO της εταιρείας, Oleg Stavitsky, όλα ξεκίνησαν από μια προσωπική εμμονή. «Πάντα με γοήτευε ο τρόπος με τον οποίο η μουσική επηρεάζει την ψυχοσυναισθηματική και γνωστική μας κατάσταση», λέει στο WIRED Greece. «Η Endel δεν γεννήθηκε επειδή είδαμε μια αγορά. Ήταν η φυσική κατάληξη αυτής της προσωπικής μου εμμονής με τον ήχο».
Με αφορμή την επίσκεψή του στην Αθήνα για τα φετινά Panathēnea, μιλήσαμε για το μέλλον του προσαρμοστικού audio στην εποχή του ΑΙ, τη σχέση ήχου και εγκεφάλου, το ADHD, την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και το γιατί πιστεύει ότι η Αθήνα είναι μία από τις πιο συναρπαστικές πόλεις της Ευρώπης αυτή τη στιγμή.
— Υπάρχει εκείνη η στιγμή, για κάθε ιδρυτή startup, που «ανάβει το λαμπάκι» της ιδέας για την εταιρεία του. Ποια ήταν η δική σου αντίστοιχη στιγμή για την Endel;
Πάντοτε λάτρευα τον ήχο. Η σύλληψη της Endel ωστόσο ήρθε το 2017, γιατί έβλεπα διάφορες τάσεις να συγκλίνουν. Από τη μία, η Apple μόλις είχε παρουσιάσει τότε τα πρώτα AirPods, η Alexa έμπαινε στη ζωή μας, και ξαφνικά ο ήχος γινόταν πιο φορητός, πιο συνεχώς παρών στην ζωή μας. Δεν μιλάω μονάχα για τη μουσική ή τα podcasts, αλλά ευρύτερα για τον ήχος ως περιβάλλον.
Ταυτόχρονα, έβλεπες να διαμορφώνεται και μια νέα συμπεριφορά: οι άνθρωποι άρχιζαν να χρησιμοποιούν τον ήχο λειτουργικά. Ως εργαλείο ευεξίας, συγκέντρωσης, χαλάρωσης. Ήταν η εποχή που εμφανίζονταν παντού playlists τύπου μουσική για ύπνο, meditation, χαλάρωση και focus. Υπήρχαν projects όπως το Music for Programming, ειδικά φτιαγμένα για developers.
Οπότε σκέφτηκα: χρησιμοποιώ τη μουσική με αυτό τον τρόπο όλη μου τη ζωή. Δουλεύω με μουσική. Κοιμάμαι με μουσική. Άρα ίσως εδώ υπάρχει ένα πραγματικό προϊόν που θα πετύχει.
— Υπήρχε ήδη κάποια έρευνα για τη σχέση μουσικής, ήχου και εγκεφάλου που σε ενέπνευσε; Ή υπήρχε κάτι άλλο που σε έκανε να πιστέψεις ότι χρειάζεται μια πλατφόρμα με μουσική ειδικά σχεδιασμένη για διαφορετικές ανθρώπινες δραστηριότητες;
Υπήρχε μεν μια αίσθηση, αλλά όχι αρκετή σοβαρή επιστήμη. Έβλεπα playlists σε Spotify και Apple Music που ουσιαστικά έλεγαν: «Άκου αυτό για να συγκεντρωθείς» ή «αυτό για να κοιμηθείς». Και η αντίδρασή μου ήταν απλή: γιατί; Ποιος το λέει; Με ποιο κριτήριο αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι βοηθά στη συγκέντρωση; Κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει. Ήταν θέμα αισθητικής επιλογής, όχι επιστήμης.
Εκεί ξεκίνησε η βασική ιδέα της Endel: αν θέλεις να χρησιμοποιήσεις τον ήχο ως πραγματικό εργαλείο, δεν μπορεί να είναι στατικό. Πρέπει να είναι προσωποποιημένο. Πρέπει να προσαρμόζεται. Και αν θέλεις να το κάνεις αυτό σε κλίμακα, χρειάζεσαι τεχνολογία που να το επιτρέπει.
Έτσι φτάσαμε στο generative model της Endel — όχι επειδή θέλαμε να ακολουθήσουμε κάποιο trend, αλλά επειδή η ίδια η λογική του προβλήματος το απαιτούσε. Και να θυμίσω ότι μιλάμε για το 2017. Κανείς δεν μιλούσε τότε για generative AI όπως σήμερα. Σίγουρα όχι στον ήχο.
— Άρα η τεχνολογία ήρθε ως απάντηση σε επιστημονικό ερώτημα, όχι το αντίστροφο;
Ακριβώς. Και όσο ψάχναμε τη βιβλιογραφία, τόσο πιο έκπληκτοι μέναμε από το πόσο ρηχή ήταν. Οι περισσότερες μελέτες ήταν σχεδόν επιφανειακές. Του τύπου: «Ο Mozart σε χαλαρώνει, οι AC/DC σε ενεργοποιούν». Εντάξει, ευχαριστώ πολύ, αλλά τι πραγματικά συμβαίνει στον εγκέφαλο; Πώς λειτουργεί αυτό; Τι ακριβώς μετράμε; Υπήρχε ελάχιστη σοβαρή δουλειά.
Οπότε ουσιαστικά αναγκαστήκαμε να παράξουμε δική μας επιστήμη. Κάναμε δικές μας μελέτες με EEG headbands, συγκρίνοντας την εγκεφαλική δραστηριότητα ανθρώπων που άκουγαν το Endel Focus Mode με τη δραστηριότητα των ίδιων ανθρώπων όταν άκουγαν τα δικά τους focus playlists από streaming platforms. Μετρούσαμε sustained attention, γνωστικούς δείκτες, τέτοια πράγματα.
Έτσι ακριβώς συνεχίζουμε. Αυτή τη στιγμή συμμετέχουμε στο Lullabyte, ένα τριετές ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα με μεγάλα πανεπιστήμια που μελετά την επίδραση του ήχου στον ύπνο. Κυριολεκτικά υπάρχουν άνθρωποι αυτή τη στιγμή σε sleep labs, με αισθητήρες, που ακούνε Endel. Οπότε η επιστήμη τώρα αρχίζει πραγματικά να ωριμάζει.
Ο ήχος είναι ίσως ο πιο άμεσος τρόπος να αλλάξεις το περιβάλλον σου. Βάζεις κάτι να παίζει και αμέσως αλλάζει η αίσθηση του χώρου, η διάθεσή σου, η ενέργειά σου. Κι όμως, δίνουμε πολύ περισσότερη σημασία στο οπτικό κομμάτι.
— Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι ως κοινωνία έχουμε υποτιμήσει τόσο πολύ τον ήχο, εδώ και τόσα χρόνια.
Είναι παράλογο, αν το σκεφτείς. Ο ήχος είναι ίσως ο πιο άμεσος τρόπος να αλλάξεις το περιβάλλον σου. Βάζεις κάτι να παίζει και αμέσως αλλάζει η αίσθηση του χώρου, η διάθεσή σου, η ενέργειά σου. Κι όμως, δίνουμε πολύ περισσότερη σημασία στο οπτικό κομμάτι.
Σκέψου κάτι τόσο απλό όσο ένα ψυγείο. Μπορεί να είναι πανέμορφο σχεδιαστικά, αλλά αν κάνει έναν εκνευριστικό ήχο σε συγκεκριμένη συχνότητα, θα θες να το πετάξεις. Ή τα εστιατόρια. Επενδύουν τεράστια ποσά στο interior design, στον φωτισμό, στην αισθητική — και μετά μπαίνεις μέσα και ακούγεται random pop μουσική επιλεγμένη από τον floor manager. Και ξαφνικά σου καταστρέφει όλη η εμπειρία. Ο ήχος παραμένει afterthought. Είναι πραγματικά πολύ παράξενο.
— Πόσο δύσκολο ήταν να πείσεις επενδυτές για την ιδέα σου, και μάλιστα πολύ πριν το AI γίνει mainstream;
Έχει ενδιαφέρον γιατί ποτέ δεν πουλήσαμε την Endel ως εταιρεία AI. Δεν λέγαμε «είμαστε μια generative AI startup». Λέγαμε: είμαστε μια εταιρεία wellness μέσω ήχου, και χρειαζόμαστε αυτή την τεχνολογία για να λειτουργήσει σωστά το προϊόν.
Αυτό το καταλάβαιναν. Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν ήταν το AI. Ήταν η πτυχή της επιστήμης. Γιατί η επιστήμη θέλει χρόνο. Θέλει πόρους και υπομονή. Είναι πολύ πιο δύσκολο να χτίζεις προϊόν και παράλληλα να κάνεις πραγματική έρευνα. Αλλά για εμάς δεν ήταν μια κίνηση marketing. Δεν σκεφτόμασταν «ας βγάλουμε ένα white paper για credibility». Ήταν αναγκαιότητα., γιατί αν δεν καταλαβαίναμε τον μηχανισμό, δεν θα μπορούσε να δουλέψει σωστά το προϊόν.
Και τώρα βλέπουμε την απόδοση αυτής της επιλογής. Πολλοί χρήστες μάς λένε ξεκάθαρα ότι επέλεξαν την Endel επειδή διέκριναν πραγματική επιστημονική βάση πίσω από το προϊόν.
— Πώς εξελίχθηκε το προϊόν σας από το 2018 μέχρι σήμερα;
Το ενδιαφέρον είναι ότι το βασικό όραμά μας δεν άλλαξε ιδιαίτερα. Από την αρχή δουλεύαμε πάνω σε τρεις βασικές καταστάσεις: συγκέντρωση, χαλάρωση, ύπνος. Αυτό παραμένει.
Αυτό που άλλαξε ήταν η στρατηγική προϊόντος. Στην αρχή πιστεύαμε ότι έπρεπε να χτίσουμε τεράστιο catalog. Κάπως σαν Spotify ή Netflix για functional audio. Να δώσουμε πολλές επιλογές, πολλά διαφορετικά soundscapes. Γι’ αυτό και μάλιστα συνεργαστήκαμε με πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες, όπως η Grimes, ο James Blake, ο Plastikman, ο Miguel.
— Πρέπει να σου δείξω τη συλλογή μου — έχω βινύλια από όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που αναφέρεις.
Δεν ήταν καθόλου τυχαίες επιλογές (γελάει).
Αλλά με τα χρόνια τα δεδομένα μάς έδειξαν κάτι άλλο: όταν μιλάμε για functional audio, οι άνθρωποι δεν θέλουν άπειρες επιλογές. Όταν βρουν κάτι που δουλεύει για αυτούς, επιστρέφουν ξανά και ξανά. Οπότε στρατηγικά μετακινηθήκαμε από το «περισσότερο περιεχόμενο» στο «καλύτερη ενσωμάτωση στη ζωή του χρήστη». Ηχητικά ταξίδια, προγραμματισμός, smart timers. Δυνατότητα να γράψεις τι ακριβώς κάνεις και να σου επιστρέψει ένα σχετικό περιβάλλον ήχου.
Βλέπεις, στην πραγματικότητα, κινούμαστε σχεδόν προς την αφαίρεση του catalog ως concept. Οι χρήστες θέλουν απλώς να πουν: «Θέλω να συγκεντρωθώ τώρα». Και να μας εμπιστευτούν ότι θα διαλέξουμε εμείς το σωστό.
— Άρα μετακινείστε από την «επιλογή» στην «εμπιστοσύνη». Ο χρήστης ουσιαστικά λέει: πάρε με από το χέρι και δώσε μου τον ήχο που χρειάζομαι.
Ακριβώς Οι άνθρωποι είναι ήδη εξαντλημένοι από την υπερπροσφορά επιλογών. Και η μουσική δεν αποτελεί εξαίρεση. Αν θέλεις να ακούσεις μουσική, θα πας στο Spotify ή στο Apple Music. Δεν προσπαθούμε να τους ανταγωνιστούμε εκεί.
Αλλά αν θέλεις να συγκεντρωθείς, να κοιμηθείς ή να χαλαρώσεις με έναν πιο επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, τότε η υπόσχεση της Endel είναι διαφορετική. Δεν θεωρούμε τον εαυτό μας music company. Είμαστε sound company. Ή ακόμη πιο συγκεκριμένα, wellness sound company.
— Εντοπίσατε κι άλλες ενδιαφέρουσες χρήσεις μέσα από τα δεδομένα;
Ενδιαφέρον ερώτημα. Ναι, ίσως η πιο σημαντική ήταν η κοινότητα ανθρώπων με ADHD. Ήταν ένα κοινό που για χρόνια ήταν αρκετά υποεξυπηρετούμενο. Και αρχίσαμε να βλέπουμε ξεκάθαρα patterns χρήσης που μας έδειχναν ότι το προϊόν λειτουργούσε ιδιαίτερα καλά εκεί.
Οπότε χτίσαμε features ειδικά γι’ αυτούς. Και πάλι, όχι απαραίτητα νέα soundscapes. Κυρίως συμπεριφορικά εργαλεία: timers, workflow mechanics, δομές που βοηθούν τη συγκέντρωση. Αυτό είναι κάτι που μας ενθουσιάζει ιδιαίτερα, γιατί δείχνει ότι η αξία του ήχου δεν είναι μόνο αισθητική, αλλά μπορεί να είναι λειτουργική σε πολύ ουσιαστικό επίπεδο.
— Δώσε μου λίγη κλίμακα, πού βρίσκεται σήμερα η Endel;
Είμαστε περίπου 50 άτομα. Στο app έχουμε γύρω στο ένα εκατομμύριο ενεργούς χρήστες κάθε μήνα, ενώ αρκετά ακόμα εκατομμύρια αλληλεπιδρούν με το περιεχόμενό μας μέσω streaming platforms. Συνολικά μιλάμε για αρκετά εκατομμύρια ανθρώπους.
Αυτό που εμένα με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι ο χρόνος χρήσης. Οι χρήστες μας παράγουν περίπου 5 με 6 εκατομμύρια ώρες listening κάθε μήνα. Όχι λεπτά. Ώρες! Αυτό δείχνει ότι δεν πρόκειται για novelty product. Έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Θα πω κάτι που ίσως δεν αρέσει σε πολλούς Ευρωπαίους. Δεν βλέπω πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα στο να χτίζεις εδώ — πέρα από το χαμηλότερο burn συγκριτικά με τις ΗΠΑ. Σχεδόν όλα όσα πετύχαμε έγιναν παρά το ευρωπαϊκό περιβάλλον, όχι χάρη σε αυτό.
— Είναι ενδιαφέρον γιατί σχεδόν μοιάζει σαν αντίδραση στο μοντέλο του streaming. Το Spotify σου λέει “διάλεξε από άπειρες επιλογές”. Εσείς λέτε “άσε εμάς να αποφασίσουμε”.
Πολύ συνειδητά. Ο κόσμος έχει κουραστεί από την ατελείωτη επιλογή. Όχι μόνο στη μουσική, αλλά παντού. Και η Endel χτίστηκε ακριβώς γύρω από την ιδέα της γνωστικής αποφόρτισης. Δεν θέλουμε να βάζουμε τον χρήστη σε άλλο ένα περιβάλλον όπου πρέπει να κάνει αποφάσεις. Θέλουμε να του αφαιρούμε τριβή.
Και σωστά το λες — γιατί αυτοί είναι οι πραγματικοί ανταγωνιστές μας. Το YouTube. Το Spotify. Οι δωρεάν λύσεις. Δεν θεωρώ ότι άλλες εφραρμογές είναι βασικοί μας ανταγωνιστές, γιατί πολλές έχουν τελείως διαφορετικό use case. Πολλές μοιάζουν περισσότερο με guided meditation products. Αυτό απαιτεί ενεργή συμμετοχή, χρόνο, σχεδόν μια τελετουργία.
Η Endel έχει σχεδιαστεί για να καταναλώνεται στο background. Να υπάρχει μαζί σου όσο εργάζεσαι, όσο κινείσαι, όσο ζεις. Η πρόκληση για εμάς είναι ότι είμαστε μαι εναλλακτική με πληρωμή απέναντι σε δωρεάν συνήθειες. Άρα πρέπει να αποδεικνύουμε ξεκάθαρα γιατί αυτή η εμπειρία είναι καλύτερη.
Η αίσθησή μου είναι ότι πλέον ο ήχος ως εργαλείο wellness έχει γίνει πιο mainstream ως ιδέα. Και όταν κάποιος θέλει να κάνει το upgrade από generic lo-fi σε κάτι πιο εξειδικευμένο, κάπου εκεί μας βρίσκει.
— Θέλω να πάμε λίγο στην εμπειρία του να χτίζεις μια εταιρεία από την Ευρώπη. Έχετε χτίσει μια παγκόσμια startup από το Βερολίνο. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
Θα πω κάτι που ίσως δεν αρέσει σε πολλούς Ευρωπαίους. Δεν βλέπω πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα στο να χτίζεις εδώ — πέρα από το χαμηλότερο burn συγκριτικά με τις ΗΠΑ. Σχεδόν όλα όσα πετύχαμε έγιναν παρά το ευρωπαϊκό περιβάλλον, όχι χάρη σε αυτό.
Περάσαμε από το Techstars Music στο Los Angeles το 2018. Οι επενδυτές μας είναι σχεδόν όλοι Αμερικανοί. Οι Ευρωπαίοι δεν πίστεψαν στην ιδέα.
— Γιατί αυτό;
Συντηρητισμός. Είναι πολύ απλό. Είχαμε ένα unproven business model, ένα νέο behavioral use case. Και αυτό για πολλούς Ευρωπαίους επενδυτές είναι ήδη απαγορευτικό. Συχνά θέλουν να δείξεις κάτι ήδη υπάρχον και να πεις «είμαστε σαν αυτό». Εμείς δεν είχαμε κάτι τέτοιο. Είχαμε μόνο μια υπόθεση για το πού κατευθύνεται η ανθρώπινη συμπεριφορά.
Και για μένα, ειρωνικά, αυτή ακριβώς είναι η ουσία της καινοτομίας.
— Ποια τα προβλήματα της Ευρώπης πέρα από τη χρηματοδότηση;
Η γραφειοκρατία. Ειλικρινά, είναι εξουθενωτική. Πράγματα που στις ΗΠΑ παίρνουν μέρες ή εβδομάδες, εδώ μπορεί να πάρουν μήνες. Ακόμη και μια χρηματοδότηση, αφού έχεις ήδη term sheet, commitment, τα πάντα — στις ΗΠΑ μπορεί να ολοκληρωθεί σε έναν μήνα. Στην Ευρώπη μιλάμε για notarizations, φυσική παρουσία μετόχων, πληρεξούσια, apostilles, ατελείωτη χαρτούρα!
Οι Αμερικανοί επενδυτές ακόμα και σήμερα με κοιτάζουν απορημένοι όταν ακούνε για τέτοιες διαδικασίες. Και μετά υπάρχει το κόστος. Οι χρόνοι. Η αδράνεια. Όλη αυτή η συζήτηση περί «ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας» μου μοιάζει θεωρητική, αν δεν κοπεί πραγματικά αυτό το red tape.
— Δεν βλέπεις κάποια βελτίωση;
Βλέπω κυρίως ρητορική. Και αυτό είναι κάπως τυπικά ευρωπαϊκό. Πολύ συζήτηση, λιγότερη εκτέλεση.
Προς θεού, δεν λέω ότι θέλω να ζω στις ΗΠΑ — δεν θέλω. Έχω ζήσει εκεί. Αλλά ως υποδομή για να χτίσει κανείς μια εταιρεία, δεν συγκρίνεται με οτιδήποτε άλλο. Και δεν μιλάω καν για κρατικά grants ή subsidies. Μιλάω για την καθημερινή τριβή του να ανοίξεις, να τρέξεις, να χρηματοδοτήσεις ή ακόμη και να κλείσεις μια εταιρεία. Στην Ευρώπη, ακόμη και η αποτυχία είναι γραφειοκρατικά δύσκολη. Και αυτό είναι πρόβλημα, γιατί η καινοτομία χρειάζεται και την ελευθερία της αποτυχίας.
— Υπάρχει τελικά κάτι που η Ευρώπη κάνει καλά; Ίσως στο να δημιουργεί ταλέντο;
Ναι, βέβαια. Το ταλέντο υπάρχει και περισσεύει. Αυτό δεν είναι το πρόβλημα. Υπάρχουν εξαιρετικοί άνθρωποι εδώ. Και γι’ αυτό έχω μεγάλο σεβασμό για founders που επιλέγουν συνειδητά να χτίσουν στην Ευρώπη. Απλώς πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: είναι δυσκολότερο.
— Πώς φαντάζεσαι το μέλλον του ήχου ως εργαλείου παραγωγικότητας, ύπνου και ευεξίας;
Είναι ίσως η πιο συναρπαστική στιγμή μέχρι σήμερα. Πολλά από αυτά που είχαμε οραματιστεί από την αρχή αρχίζουν μόλις τώρα να γίνονται πραγματικά εφικτά. Η δυνατότητα ο ήχος να προσαρμόζεται σε πραγματικό χρόνο σε βιομετρικά δεδομένα, στο περιβάλλον, στην κατάστασή σου — αυτό ήταν απείρως πιο δύσκολο όταν ξεκινούσαμε. Τώρα έχεις νέα μοντέλα, περισσότερα δεδομένα, διαφορετικά computational tools.
Αλλά, παραδόξως, όσο εξελίσσεται η τεχνολογία, τόσο καταλαβαίνω ότι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι δεν είναι η ίδια η τεχνολογία. Είναι η ανθρώπινη ψυχολογία. Το γιατί συγκεκριμένοι άνθρωποι επιλέγουν συγκεκριμένους ήχους για να συγκεντρωθούν ή να χαλαρώσουν. Η προσωπική επιλογή έχει τελικά εξίσου μεγάλη σημασία με την «αντικειμενική» επιστήμη.
Και αυτή η συνάντηση — νευροεπιστήμη, συμπεριφορική ανάλυση και νέα τεχνολογία — είναι που με ενθουσιάζει περισσότερο.
— Τελευταία ερώτηση, με αφορμή και την άφιξή σου για τα Panathenea. Έχεις πει ότι αγαπάς την Αθήνα. Τι κάνει την πόλη μας εκλκυστική στα μάτια σου;
(γέλια) Είμαι εντελώς προκατειλημμένος, γιατί σκοπεύω να μετακομίσω στην Αθήνα μέσα στα επόμενα χρόνια. Ειλικρινά την ερωτεύτηκα. Την ενέργεια της πόλης, τους ανθρώπους, τον πολιτισμό. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσα τόσο ενεργοποιημένος από ευρωπαϊκή πόλη.
Άρχισα να παρατηρώ ότι πολλοί καλλιτέχνες φίλοι μου από το Βερολίνο μετακόμιζαν εδώ. Ήρθα να δω τι συμβαίνει — και εντυπωσιάστηκα. Τώρα έχω γίνει σχεδόν κινητή διαφήμιση της Αθήνας. Λέω σε όλους να έρθουν!
Ο Oleg Stavitsky θα βρεθεί στην Αθήνα στο πλαίσιο της συμμετοχής του στα Panathēnea 2026.