Η προστασία των παιδιών είναι καθήκον όλων μας· αλλά δεν είναι και κάθε μέτρο προστασίας καλή πολιτική. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) θεωρούνται από πολλούς απειλή για τους νέους και έτσι η Πολιτεία πρόσφατα αποφάσισε να απαγορεύσει την πρόσβαση στα ΜΚΔ σε παιδιά 15 ετών και κάτω.
Η συντριπτική πλειοψηφία, ειδικά των γονέων, επικροτεί τα μέτρα σύμφωνα με δημοσκοπήσεις. Άρα από πλευράς δημοφιλίας, η Κυβέρνηση σίγουρα πέτυχε. Όμως, έπραξε με τον βέλτιστο τρόπο για την εκπλήρωση του καθήκοντος της προστασίας; Εγώ και πολλοί συνάδελφοί μου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό θεωρούμε πως μάλλον όχι, πιστεύουμε δηλαδή ότι η απαγόρευση των ΜΚΔ δεν είναι ούτε αναλογική, ούτε θα είναι αποτελεσματική και μπορεί να έχει και παρενέργειες.
Η προστασία των παιδιών δεν επιτυγχάνεται λοιπόν με απαγορεύσεις που καθησυχάζουν εμάς τους ενήλικες, αλλά με πολιτικές που τα προετοιμάζουν για τον κόσμο στον οποίον θα ζήσουν.
Ξεκινώντας, λοιπόν, το μέτρο της καθολικής απαγόρευσης των ΜΚΔ δεν φαίνεται να είναι αναλογικό, το κράτος δηλαδή δεν επέλεξε το λιγότερο περιοριστικό μέτρο που επιτυγχάνει τον στόχο της προστασίας των παιδιών. Η διάχυτη αντίληψη—σχεδόν σε κάθε συζήτηση μεταξύ γονέων—είναι ότι τα ΜΚΔ είναι αίτιο ψυχικών διαταραχών και κακής συμπεριφοράς στα παιδιά του σήμερα. Θεωρούν δηλαδή ότι ο λόγος, ίσως ο πιο σημαντικός, για το ότι ένα παιδί δεν προσέχει στο σχολείο, έχει άγχος ή ότι αντιμιλάει είναι τα ΜΚΔ. Πάνω σε αυτήν την αντίληψη βασίζονται τα μέτρα απαγορεύσεως.
Όμως αυτή η άποψη στερείται επιστημονικής βάσης σύμφωνα με όσα ξέρουμε. Η καλύτερη διαθέσιμη επιστημονική τεκμηρίωση δείχνει ότι όντως παιδιά με ψυχικά προβλήματα μπορεί να περνάνε παραπάνω χρόνο στα ΜΚΔ, αλλά ότι η συσχέτιση μεταξύ ΜΚΔ και ψυχικών προβλημάτων είναι ασθενής. Δηλαδή ακόμη και αν τα ΜΚΔ ήταν ο λόγος, θα ήταν ένας σχετικά περιορισμένος λόγος. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι τα ΜΚΔ μπορεί απλώς να φαίνονται αλλά να μην είναι αίτιο: σειρά μελετών που εξετάζουν συγχυτικούς παράγοντες (confounders) δείχνουν ότι τόσο η γενετική προδιάθεση όσο και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες οδηγούν τόσο σε ψυχικά προβλήματα όσο και σε χρήση των ΜΚΔ. Επίσης υπάρχουν ενδείξεις ότι τόσο η πολύ μεγάλη όσο και η πολύ περιορισμένη χρήση ΜΚΔ μπορεί να συνδέονται με προβλήματα (λεγόμενη U-shaped συσχέτιση).
Μπορεί τα ΜΚΔ να είναι αίτιο για ψυχικές διαταραχές, λοιπόν. Ίσως, αλλά σίγουρα αυτήν την στιγμή η αιτιώδης συνάφεια δεν είναι ξεκάθαρη και σίγουρα όχι τόσο ισχυρή όσο πιστεύουν πολλοί γονείς. Είναι λοιπόν αναλογικό να απαγορεύσεις κάτι που δεν φαίνεται να έχει μεγάλη αιτιώδη συνάφεια; Γιατί να μην απαγορεύσεις άλλα πράγματα; Για παράδειγμα έχουμε σοβαρές ενδείξεις ότι η πίεση των εξετάσεων έχει (αιτιώδεις) αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία των νέων. Στην χώρα μας βλέπω παιδιά που όταν δεν αναγκάζονται να μελετάνε κάνουν ιδιαίτερα και φροντιστήριο μέχρι αργά το βράδυ. Θα έπρεπε να απαγορευθεί αυτή η πίεση από το Κράτος;
Πάμε όμως στο επόμενο ερώτημα. Είναι η καθολική απαγόρευση πρόσφορη, δηλαδή αποτελεσματικός, τρόπος για να εκπληρώσουμε το καθήκον της προστασίας των παιδιών; Η απάντηση είναι μάλλον όχι. Τα πρώτα δεδομένα από χώρες που εφάρμοσαν αντίστοιχες πολιτικές όπως η Αυστραλία μας δείχνουν πως η πλειοψηφία (2/3) των νέων δηλώνει ότι παρά την εκεί απαγόρευση (που ισχύει εδώ και μήνες) έχει καταφέρει να διατηρεί λογαριασμούς. Κατά πάσα πιθανότητα ο αριθμός είναι ακόμη μεγαλύτερος.
Τα προβλήματα απαγορεύσεων τέτοιου τύπου έχουν αναδείξει και πολλοί ειδικοί της επιστήμης των υπολογιστών: πάνω από 400 ειδικοί στην κυβερνοασφάλεια υπέγραψαν φέτος κοινή επιστολή όπου έλεγαν πολύ απλά ότι τέτοιου είδους μέτρα είναι εύκολο να παρακαμφθούν.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα: τα μέτρα αυτά πιθανότατα θα αποτύχουν αλλά μπορούν να δημιουργήσουν και νέα, δυσκολότερα στην διαχείρισή τους προβλήματα. Αλλά ας πάμε βήμα-βήμα.
Πρώτον, έστω ότι μόνο ένα τρίτο των παιδιών δεν εκτίθεται σε ΜΚΔ, αυτό δεν είναι πολύ καλύτερο από μηδέν (δηλαδή χωρίς απαγόρευση;). Η απάντηση είναι όχι, διότι: πρώτον, τα παιδιά που εκτίθενται στο διαδίκτυο βλέπουν πλέον περιεχόμενο ενηλίκων (adult content) αφού δεν υπάρχει λόγος ρυθμίσεως μετά την απαγόρευση· δεύτερον, με την ψευδαίσθηση της σιγουριάς της απαγόρευσης, αγνοούμε ότι πολλά παιδιά μεταφέρουν την δραστηριότητα τους σε ακόμη πιο σκοτεινές και ανεξέλεγκτες πλατφόρμες· τρίτον, η απαγόρευση χρειάζεται διαπίστωση της ηλικίας που γεννά ένα σωρό ερωτήματα γύρω από την ιδιωτικότητα, το ποιος διαχειρίζεται και διαφυλάσσει και πώς τα δεδομένα των παιδιών μας.
Πόσο μας καθησυχάζουν πρόσφατες περιπτώσεις διαρροών προσωπικών δεδομένων που συμβαίνουν και πόσο θα θέλαμε να έχουν τις φωτογραφίες των παιδιών μας πάροχοι υπηρεσιών; Αυτά είναι σίγουρα θέματα για δημόσια διαβούλευση πολύ σοβαρή, όπως τονίζουν και οι ειδικοί κυβερνοασφαλείας που ανέφερα παραπάνω.
Αλλά υπάρχουν και άλλες παρενέργειες, νομίζω εξίσου σημαντικές. Η σημαντικότερη είναι ότι ζούμε σε μια ψηφιακή εποχή η οποία θα γίνει ακόμη πιο ψηφιακή στο άμεσο μέλλον. Απαγορεύοντας στα παιδιά να διασυνδέονται ψηφιακά και να συμμετέχουν στην ψηφιακή δημόσια σφαίρα, τους αποστερούμε γνώσεις και δεξιότητες που θα είναι σημαντικές στην ζωή τους (ή ακόμη χειρότερα τους εξαναγκάζουμε να συμμετέχουν λάθρα, μέσω παρακάμψεων). Σε λίγο θα τεθεί το γενικότερο ερώτημα του αν τα παιδιά πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης. Μπορείτε να φανταστείτε να τα απαγορεύσουμε και αυτά;
Τέλος υπάρχουν ρεαλιστικές εναλλακτικές πολιτικές που ίσως είναι καλύτερες. Το πρώτο είναι η ρύθμιση των αλγορίθμων που χρησιμοποιούνται από ΜΚΔ: αυτό θεωρείται από τα κύρια βλαπτικά συστατικά τους από το οποίο προκύπτει η λεγόμενη εθιστικότητά τους. Το Κράτος θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει την ισχύ του επί των παρόχων για να ρυθμίσει ακριβώς αυτούς τους αλγόριθμους. Το ερώτημα είναι γιατί τα κράτη, συμπεριλαμβανομένης της χώρας μας, δεν στέκονται με το απαραίτητο θεσμικό θάρρος για να πράξουν κάτι τέτοιο έναντι των παρόχων. Αντίστοιχα, το κράτος μπορεί και πρέπει να δώσει κατάλληλα ψηφιακά και άλλα μέσα σε γονείς και εκπαιδευτικούς για να βοηθούν και να προστατεύουν τα παιδιά τους. Τέλος, το κράτος πρέπει να φροντίσει (όχι να αποκλείσει, ψηφιακά) τα πιο ευάλωτα παιδιά στις παρενέργειες των ΜΚΔ: αυτά είναι μάλλον εκείνα που ήδη έχουν προβλήματα ψυχικής υγείας.
Τέλος ένα μήνυμα προς τους γονείς, το οποίο γράφω ως γονιός τριών παιδιών και εγώ. Όλοι μας συγκρίνουμε την σημερινή εποχή με μια άλλη, φαντασιώδη, που μεγαλώσαμε εμείς. Την εποχή που ήμασταν χαρούμενα παιδιά με ακόρεστη διάθεση για διάβασμα τα οποία, όταν δεν μελετούσαμε, συζητούσαμε με την παρέα μας για την φύση ή πηγαίναμε για περιπάτους, αντί να είμαστε κολλημένοι με τα ΜΚΔ…Έτσι κρίνουμε και κατακρίνουμε τα παιδιά με τα μέτρα ενός κόσμου που δεν υπήρξε ποτέ. Μας κάνει να μην βλέπουμε ότι η εποχή προχωράει και ότι τα σημερινά παιδιά αποκτούν γνώσεις και ικανότητες που χρειάζονται για να προκόψουν στο μέλλον—το οποίο είναι και ψηφιακό. Αγνοούν επίσης ότι σε πολλά πράγματα η σημερινή νεολαία υπερτερεί από την δική μας εποχή (π.χ. πολύ λιγότερο βίαιο έγκλημα από ότι την δεκαετία του 90 στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου).
Η προστασία των παιδιών δεν επιτυγχάνεται λοιπόν με απαγορεύσεις που καθησυχάζουν εμάς τους ενήλικες, αλλά με πολιτικές που τα προετοιμάζουν για τον κόσμο στον οποίον θα ζήσουν.
Ο Αργύρης Στριγγάρης είναι καθηγητής Παιδοψυχιατρικής στο University College London (UCL) και Αντιπρύτανης του UCL Grand Challenge για την Ψυχική Υγεία και την Ευημερία.