Η πτήση ακριβείας ενός πυραύλου Tomahawk, η αθόρυβη επιτάχυνση ενός Tesla Model S και το αρπακτικό βλέμμα ενός drone Reaper μοιράζονται όλα έναν μοναδικό, αόρατο παλμό. Αυτός δεν βρίσκεται στις γραμμές κώδικα ή στην σύνθετη ίνα άνθρακα των σκελετών τους, αλλά στη μικροσκοπική διάταξη των ατόμων μέσα σε μαγνήτες υψηλής απόδοσης.
Αυτοί οι μαγνήτες είναι οι εργάτες της σύγχρονης εποχής, σφυρηλατημένοι από μια συγκεκριμένη οικογένεια δεκαεπτά στοιχείων γνωστών ως σπάνιες γαίες. Παρά το όνομά τους, αυτά τα ορυκτά δεν είναι ιδιαίτερα σπάνια στον φλοιό της Γης, αλλά είναι κρυμμένα σε συγκεντρώσεις εξαιρετικά χαμηλές και συνυφασμένα με ραδιενεργά υποπροϊόντα τόσο ασταθή, ώστε η εξόρυξή τους μοιάζει λιγότερο με εξόρυξη και περισσότερο με χημικό πόλεμο υψηλού κινδύνου.
Αν η παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού είναι ένας αυτοκινητόδρομος υψηλής ταχύτητας, η Κίνα κατέχει τα διόδια, την άσφαλτο και τους μοναδικούς μηχανικούς που ξέρουν πώς να επισκευάζουν τους κινητήρες.
Επί δεκαετίες, η Δύση αντιμετώπιζε αυτά τα στοιχεία ως ένα εμπορευματοποιημένο δευτερεύον ζήτημα, μια βρώμικη βιομηχανική διαδικασία που ανατίθεντο σε τρίτους. Σήμερα, αυτή η παράλειψη έχει μετατραπεί σε στρατηγικό στραγγαλισμό, δημιουργώντας ένα σιωπηλό σύστημα επιρροής όπου η απόλυτη εξουσία δεν ανήκει σε όσους κατασκευάζουν τις μηχανές, αλλά σε όσους ελέγχουν τη μοριακή καθαρότητα των εξαρτημάτων τους.
Η αρχιτεκτονική ενός μονοπωλίου
Στο επίκεντρο αυτής της μετατόπισης ισχύος βρίσκεται η Κίνα, μια χώρα που συνειδητοποίησε πριν από τριάντα χρόνια ότι η κυριαρχία της Μέσης Ανατολής στο πετρέλαιο ήταν ένα σενάριο του 20ού αιώνα και ότι ο 21ος αιώνας θα γραφόταν στη γλώσσα του περιοδικού πίνακα. Ενώ ο κόσμος επικεντρώθηκε στο ψηφιακό «front end» της τεχνολογίας, τα microchips και το λογισμικό, το Πεκίνο κατέκτησε αθόρυβα το «back end»: τη διύλιση, τη μεταλλουργία και την παραγωγή μαγνητών. Είναι μια κοινή παρανόηση ότι η Κίνα απλώς διαθέτει τα περισσότερα ορυκτά. Στην πραγματικότητα, το γεωπολιτικό σημείο συμφόρησης δεν είναι το ορυχείο, αλλά το εργοστάσιο στο οποίο καταλήγουν. Η επεξεργασία σπάνιων γαιών απαιτεί μια εξαιρετικά περίπλοκη σειρά εκχυλίσεων με διαλύτες, που συχνά περιλαμβάνει εκατοντάδες στάδια για την απομόνωση ενός μεμονωμένου στοιχείου όπως το δυσπρόσιο ή το νεοδύμιο σε καθαρότητα 99,9%.
Η Κίνα ελέγχει σήμερα σχεδόν το 90% αυτής της παγκόσμιας δυναμικότητας διύλισης. Αν η παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού είναι ένας αυτοκινητόδρομος υψηλής ταχύτητας, η Κίνα κατέχει τα διόδια, την άσφαλτο και τους μοναδικούς μηχανικούς που ξέρουν πώς να επισκευάζουν τους κινητήρες. Αυτή η κυριαρχία δεν αποτελεί πλέον ένα παθητικό οικονομικό πλεονέκτημα· έχει μετατραπεί σε όπλο, σε μια μορφή γεωοικονομικής πολιτικής.

Η κυριαρχία της Κίνας στον τομέα των σπάνιων γαιών αποτελεί εν δυνάμει στρατηγικό πλεονέκτημα, αναφέρει στο Wired ο γεωπολιτικός αναλυτής Αλέξανδρος Ιτιμούδης*. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, η Κίνα διαθέτει αφενός τα μεγαλύτερα αποθέματα στην γη, αφετέρου τα αποθέματα αυτά της επιτρέπουν να παράγει μεγάλη γκάμα τεχνολογικών μέσων και υλικών τα οποία έχουν κρίσιμη εφαρμογή σε στρατιωτικούς και πολιτικούς τομείς.
«Το πλεονέκτημα αυτό η Δύση το αντισταθμίζει μέσω τεχνογνωσίας κατεργασίας και επεξεργασίας υλικών. Για παράδειγμα, μπορεί η Κίνα να μπορεί να παράγει μεγάλο αριθμό ημιαγωγών, όμως η Δύση διατηρεί την ικανότητα δημιουργίας ημιαγωγών 3 νανοχιλιοστών, κάτι που η Κίνα ακόμη δεν το έχει φτάσει. Το πλεονέκτημα της επίσης περιορίζεται από την «δίψα» της για ενέργεια καθώς είναι εξαρτημένη από το εξωτερικό, ενώ έχει ανάγκη για αγορές της Δύσης προκειμένου να πουλήσει τα προϊόντα της», διευκρινίζει ο κ. Ιτιμούδης.
Ως εκ τούτου, είναι μεν πλεονέκτημα διότι δημιουργεί εξαρτήσεις, πλην όμως η Κίνα έχει να λύσει αρκετά ζητήματα που την καθιστούν εξίσου ευάλωτη σε γεωπολιτικές πιέσεις, καταλήγει.
Παρόλα αυτά, με την εφαρμογή αυστηρών αδειών εξαγωγής και νέων απαιτήσεων «ιχνηλασιμότητας» στα τέλη του 2025, το Πεκίνο έστειλε ένα σαφές μήνυμα στο Πεντάγωνο και στη Silicon Valley, αλλά και στην Ευρώπη: η μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία και η υπεροχή στον αυτόνομο πόλεμο υπάρχουν μόνο κατά τη διακριτική της ευχέρεια. Βάσει αυτών των νόμων, η Κίνα διεκδικεί πλέον εξωεδαφική δικαιοδοσία επί οποιουδήποτε μαγνήτη που περιέχει έστω και ίχνη υλικού επεξεργασμένου στην Κίνα, τοποθετώντας ουσιαστικά έναν διακόπτη απενεργοποίησης «Made in China» μέσα στο υλικό των αντιπάλων της.

Επιπροσθέτως, αυτήν την στιγμή, η Δύση εμφανίζεται πιο διχασμένη από ποτέ, σύμφωνα με την κα. Ευανθία Κουλουριώτη**, πολιτική αναλύτρια, ειδική σε θέματα Μέσης Ανατολής. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την τρέχουσα κυβέρνηση, θεωρούν όλο και περισσότερο το ΝΑΤΟ περισσότερο βάρος παρά όφελος. Όσον αφορά την Ευρώπη, η Ένωση έχει έλλειμμα ηγεσίας λόγω της μείωσης της γερμανικής διεθνούς επιρροής και του μειωμένου ρόλου του Παρισιού σε διάφορες διεθνείς αρένες. Τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν γίνει λιγότερο συνεκτικά και πιο κατακερματισμένα, ακόμη και όσον αφορά την υιοθέτηση εσωτερικών πολιτικών όπως τα ζητήματα μετανάστευσης, καθώς και τις θέσεις τους στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο και τον ισραηλινό πόλεμο στην Γάζα και την Μέση Ανατολή».
Έτσι, η Κίνα εκμεταλλεύεται αυτήν την διαίρεση εντός του δυτικού μπλοκ για να διευρύνει το χάσμα με την Ευρώπη στην βιομηχανία και την τεχνολογία και να φέρει την οικονομία της πιο κοντά στο επίπεδο των Ηνωμένων Πολιτειών, συνεχίζει η κα. Κουλουριώτη, διευκρινίζοντας ωστόσο, πως παρά αυτή την περίπλοκη γεωπολιτική πραγματικότητα στην Δύση, η κινεζική επιρροή παραμένει περιορισμένη εντός του γεωπολιτικού πλαισίου της Δύσης.
Κατά την ίδια, η γεωπολιτική εξάρτηση που βασίζεται στον έλεγχο των ενδιάμεσων βιομηχανικών κόμβων μέσω της τεράστιας επιρροής της Κίνας στον τομέα των βαρέων και σπάνιων ορυκτών μπορεί να ξεπεραστεί. «Ορισμένες δυτικές χώρες, με επικεφαλής την Ουάσιγκτον, έχουν ήδη αρχίσει να αυξάνουν τις επενδύσεις τους στην δυναμικότητα διύλισης και στην υποστήριξη εγχώριων έργων εξόρυξης. Βέβαια, η μείωση του χάσματος με το Πεκίνο θα απαιτήσει χρόνια σκληρής και συνεχούς προσπάθειας», καταλήγει.
Ο περσικός άξονας
Εδώ είναι που ο χάρτης της παγκόσμιας ισχύος αρχίζει να παραμορφώνεται, εμπλέκοντας απροσδόκητους παράγοντες που βρίσκονται στα σημεία τριβής αυτής της νέας τάξης πραγμάτων στον τομέα των ορυκτών. Το Ιράν, μια χώρα που συχνά αντιμετωπίζεται μέσα από το στενό πρίσμα του εμπλουτισμού ουρανίου ή των περιφερειακών πολέμων δια αντιπροσώπων, αλλά η οποία λειτουργεί ως κρίσιμη, αν και παραγκωνισμένη, μεταβλητή στην εξίσωση των σπάνιων γαιών. Ο ρόλος του Ιράν δεν είναι αυτός του κύριου παραγωγού, αλλά ενός στρατηγικού πιονιού αποσταθεροποίησης και ενός άξονα logistics που παρέχει πρόσβαση σε ναυτιλιακά Στενά και εισόδους στη Μέση Ανατολή, κατ’ επέκταση και στην Ευρώπη.
Στη μεγάλη στρατηγική της πρωτοβουλίας «Belt and Road», το Ιράν λειτουργεί ως η απαραίτητη γέφυρα μεταξύ των πλούσιων σε ορυκτά εσωτερικών περιοχών της Κεντρικής Ασίας και των ναυτιλιακών διαδρομών της Δύσης. Καθώς η Κίνα επιδιώκει να προστατεύσει τις εφοδιαστικές της αλυσίδες από τη δυτική ναυτική παρέμβαση, οι χερσαίοι διάδρομοι μέσω του Ιράν γίνονται μια ζωτικής σημασίας ασφαλιστική πολιτική.
Με τον αποκλεισμό του Στενού, το Ιράν δεν έχει απλώς εκτοξεύσει την τιμή των καυσίμων· έχει ουσιαστικά παραλύσει το χημικό «πεπτικό σύστημα» που απαιτείται για τη διύλιση σπάνιων γαιών στη Δύση, εδραιώνοντας περαιτέρω την κυριαρχία της Κίνας ως του μοναδικού παίκτη με πλήρως απομονωμένη, εγχώρια προμήθεια.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο κ. Ιτιμούδης εξηγεί πως η Τεχεράνη είναι εξαρτημένη από το Πεκίνο κυρίως για ζητήματα τηλεπικοινωνιών, ίντερνετ, ημιαγωγών, διαστήματος. «Η Κίνα διαχρονικά αξιοποιεί το Ιράν ως μέσο διάχυσης οπλικών τεχνολογιών στο σύστημα της Μέσης Ανατολής, ώστε έμμεσα να ασκεί προβολή ισχύος διά του Ιράν και των πληρεξουσίων του, κάτι που έγινε αντιληπτό την 7η Οκτωβρίου 2023 καθώς και στους δύο πολέμους του Ισραήλ με το Ιράν και την Χεζμπολά», συνεχίζει.
Ο τρέχον πόλεμος σε αυτό το πλαίσιο, σχετίζεται άμεσα με αυτή την σχέση καθώς το Ιράν αποτελεί μία πρώτη γραμμή άμυνας προκειμένου να διαφυλαχτεί ο BRI και να τορπιλιστεί αντίστοιχα ο IMEC, ο οποίος θα δημιουργούσε προβλήματα στην Κίνα με το να φέρει την Ινδία ως πρωταρχικό παίκτη στις αγορές της Ευρώπης. «Επομένως, ο πόλεμος στην Μέση Ανατολή με πρωταγωνιστή το Ιράν συνδέεται άμεσα με την εμπορική δυναμική που απέκτησε η Κίνα από το 2010 και μετά και κατ’ επέκταση με την διασφάλιση του ως βιώσιμου διαδρόμου», καταλήγει ο κ. Ιτιμούδης.
Επιπροσθέτως, το Ιράν βρίσκεται πάνω από το πιο ευαίσθητο θαλάσσιο στενό στον κόσμο: το Στενό του Ορμούζ. Στο τρέχον κλίμα μετά την κοινή επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, η σταθερότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας των σπάνιων γαιών έχει συνδεθεί με τις προθέσεις του Ιράν. Ενώ ο κόσμος παρακολουθεί τις τιμές του πετρελαίου να ξεπερνούν τα 120 δολάρια το βαρέλι μετά τον αποκλεισμό του Στενού, μια πιο διακριτική κρίση εκτυλίσσεται στα χημικά εργαστήρια.
Η Μέση Ανατολή παρέχει περίπου το ήμισυ του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου θείου, ενός υποπροϊόντος της διύλισης πετρελαίου που αποτελεί το κύριο συστατικό του θειικού οξέος. Χωρίς τεράστιες ποσότητες θειικού οξέος, τα στοιχεία σπάνιων γαιών δεν μπορούν να αποσπαστούν από τα μεταλλεύματά τους. Με τον αποκλεισμό του Στενού, το Ιράν δεν έχει απλώς εκτοξεύσει την τιμή των καυσίμων· έχει ουσιαστικά παραλύσει το χημικό «πεπτικό σύστημα» που απαιτείται για τη διύλιση σπάνιων γαιών στη Δύση, εδραιώνοντας περαιτέρω την κυριαρχία της Κίνας ως του μοναδικού παίκτη με πλήρως απομονωμένη, εγχώρια προμήθεια.
Ο νέος πόλεμος φθοράς
Ενώ το αμερικανικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα αγωνίζεται να εγκαθιδρύσει τις εφοδιαστικές του αλυσίδες, βρίσκεται παγιδευμένο σε έναν φαύλο κύκλο. Επιπλέον, για να κατασκευάσει τις ανεμογεννήτριες και τους στόλους ηλεκτρικών οχημάτων που απαιτούνται για την αποσύνδεση από την πετροπολιτική, η Δύση πρέπει να βασιστεί στα ίδια τα ορυκτά που έχουν εξευγενιστεί από την Κίνα και τα οποία είναι όλο και πιο ευαίσθητα στην ασταθή γεωπολιτική κατάσταση της Μέσης Ανατολής. Το Ιράν το γνωρίζει αυτό. Εμβαθύνοντας τη στρατηγική συνεργασία της με το Πεκίνο, που επισημοποιήθηκε με μια 25ετή συμφωνία συνεργασίας, η Τεχεράνη έχει ενσωματωθεί αποτελεσματικά στην αρχιτεκτονική που χτίζει η Κίνα με σκοπό την παράκαμψη των κυρώσεων.
Κατά συνέπεια η κινεζική ζήτηση για ιρανική ενέργεια παρέχει το κεφάλαιο για περιφερειακή επιρροή, ενώ η περιφερειακή στάση του Ιράν παρέχει ένα στρώμα «πιθανής αστάθειας» που η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει για να αποσπάσει την προσοχή και να εξαντλήσει τα στρατηγικά αποθέματα της Δύσης.
Ένα μαχητικό αεροσκάφος F-35 περιέχει δεκάδες έως περίπου 200 κιλά υλικών σπάνιων γαιών, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κρίσιμα συστήματα όπως το ραντάρ AESA και οι ηλεκτρομηχανικοί ενεργοποιητές.
Ωστόσο, παρά την μεγάλη σημασία που αποδίδει η Κίνα στο Ιράν στους τομείς του πετρελαίου, της ενέργειας και των διεθνών συμμαχιών, αυτές οι σχέσεις δεν έχουν ακόμη φτάσει στο επίπεδο μιας στρατηγικής εταιρικής σχέσης, εξηγεί στο Wired η κα. Ευανθία Κουλουριώτη.
«Ενώ η επίσημη στάση της Τεχεράνης πριν από τον τρέχοντα πόλεμο έδινε την εντύπωση ότι οι Ιρανοί έβλεπαν προς τα ανατολικά, κυρίως προς την Κίνα και την Ρωσία, εναντίον της Δύσης, αυτό δεν αντανακλούσε τις απόψεις όλων στην Τεχεράνη. Ένας σημαντικός αριθμός θεωρητικών και ηγετών εντός του μεταρρυθμιστικού κινήματος, το οποίο κέρδισε ονομαστικά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές, πιστεύει ότι η Τεχεράνη θα πρέπει να διατηρήσει μετριοπαθείς σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης», διευκρινίζει. Κατά συνέπεια, αυτός ο προσανατολισμός μεταφράστηκε στην πράξη με την καθυστέρηση της υπογραφής συμφωνιών στρατηγικής εταιρικής σχέσης με την Μόσχα, οι οποίες υπογράφηκαν πριν από περίπου ένα χρόνο υπό την πίεση του πρώην Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ.
Ωστόσο, από την κινεζική οπτική γωνία, το Πεκίνο παρακολουθεί στενά την έκταση των διαφορών και των εντάσεων στη Μέση Ανατολή μεταξύ του σουνιτικού μπλοκ, του οποίου ηγείται η Σαουδική Αραβία, και του σιιτικού μπλοκ, με επικεφαλής το Ιράν, συνεχίζει η κα. Κουλουριώτη. «Δεδομένης της σημασίας των σουνιτικών κρατών του Κόλπου για την Κίνα στους τομείς της ενέργειας, των επενδύσεων και της βιομηχανίας, το Πεκίνο δεν επιθυμεί να πάρει θέση ρητά υπέρ της Τεχεράνης στο πλαίσιο μιας στρατηγικής σχέσης, ώστε να μην διαταραχθούν οι σχέσεις του με τα σουνιτικά κράτη του Κόλπου».
«Όμως αναμφίβολα, το Πεκίνο εκμεταλλεύεται την κατάσταση εχθρότητας μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον και θεωρεί τον τρέχοντα πόλεμο ως μια μάχη φθοράς ενάντια στις στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητες της Δύσης και ότι η Κίνα είναι από τις λιγότερο πληγείσες χώρες από τον αμερικανο-ιρανικό πόλεμο. Οι Κινέζοι βλέπουν αυτόν τον πόλεμο ως εξάντληση των αμερικανικών αμυντικών δυνατοτήτων στον κόσμο, κάτι που θα επηρεάσει τον εφοδιασμό της Ταϊβάν από την Ουάσιγκτον με αμυντικούς πυραύλους σε περίπτωση οποιασδήποτε κινεζικής στρατιωτικής δράσης εναντίον της Ταϊπέι – ειδικά αφού η Κίνα ήταν μεταξύ των μεγαλύτερων ωφελημένων από τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας», καταλήγει.
Ας εξετάσουμε το σύγχρονο πεδίο μάχης. Ένα μαχητικό αεροσκάφος F-35 περιέχει δεκάδες έως περίπου 200 κιλά υλικών σπάνιων γαιών, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κρίσιμα συστήματα όπως το ραντάρ AESA και οι ηλεκτρομηχανικοί ενεργοποιητές. Το ραντάρ χρησιμοποιεί μαγνήτες σαμαρίου-κοβαλτίου για υψηλή απόδοση και αντοχή σε θερμοκρασίες λειτουργίας, ενώ τα πτερύγια της ουράς κινούνται μέσω ηλεκτρομηχανικών ενεργοποιητών υψηλής ακρίβειας, οι οποίοι πιθανότατα χρησιμοποιούν μαγνήτες νεοδυμίου για την παραγωγή μεγάλης ροπής σε μικρό μέγεθος.. Εάν η αλυσίδα εφοδιασμού για αυτά τα στοιχεία διακοπεί, η πιο προηγμένη αεροπορία στην ιστορία μετατρέπεται σε μια συλλογή πολύ ακριβών πρες-παπιέ.
Σε αυτό το σενάριο, το Ιράν λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης. Διατηρώντας την ικανότητα να ασκεί πίεση στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα μέσω του δικτύου των περιφερειακών αντιπροσώπων του και ελέγχου εφοδιαστικών διαδρομών, το Ιράν αναγκάζει τη Δύση να διατηρεί μια στάση υψηλής ετοιμότητας που καταναλώνει τα ίδια τα αποθέματα ορυκτών που αγωνίζεται να συσσωρεύσει. Είναι ένας πόλεμος φθοράς που διεξάγεται σε γραμμάρια και ποσοστώσεις και όχι με σφαίρες και οβίδες.
Γιατί έχει σημασία
Είμαστε μάρτυρες της γέννησης της «ηλεκτροπολιτικής», ενός νέου δόγματος ισχύος όπου η παγκόσμια κυριαρχία δεν κρίνεται πλέον από τα αποθέματα αργού πετρελαίου, αλλά από την ικανότητα διαχείρισης της τοξικής πολυπλοκότητας των σπάνιων γαιών. Αν η δεκαετία του 1970 καθορίστηκε από τον γεωπολιτικό εκβιασμό του μαύρου χρυσού, η δεκαετία του 2020 ορίζεται από τα αόρατα chokepoints των μοριακών αλυσίδων εφοδιασμού.
Σε αυτό το ρευστό τοπίο, η στρατηγική σύγκλιση Κίνας και Ιράν λειτουργεί ως μια εξελιγμένη αντιστάθμιση (hedge) έναντι της δυτικής ηγεμονίας. Πρόκειται για μια συνεργασία που αναγνωρίζει μια θεμελιώδη αλήθεια: όποιος ελέγχει την αόρατη υποδομή του μέλλοντος, και δη τους μαγνήτες που δίνουν κίνηση, τους αισθητήρες που παρέχουν όραση και τους διαδρόμους από τους οποίους διακινούνται, κατέχει μια ισχύ που καθιστά τον παραδοσιακό πόλεμο παρωχημένο.
Δεν χρειάζεται να επιτεθείς σε έναν στρατό αν μπορείς απλώς να περιμένεις μέχρι ο αντίπαλος να ξεμείνει από τα στοιχεία που απαιτούνται για να οπλίσει τα συστήματά του. Η σιωπή που περιβάλλει το εμπόριο των σπάνιων γαιών είναι και το πιο απειλητικό χαρακτηριστικό του. Είναι ο ήχος μιας παγίδας που στήνεται με τέτοια μαθηματική ακρίβεια και βραδύτητα, ώστε το θήραμα να εκλαμβάνει το μοιραίο κλείσιμο των σιαγόνων ως μια απλή, παροδική αλλαγή του πολιτικού καιρού.
_____________________
*Ο Αλέξανδρος Ιτιμούδης είναι επαγγελματίας γεωπολιτικός αναλυτής και δημοσιογράφος με ειδίκευση στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και Τουρκία. Εργάζεται επαγγελματικά στον τομέα των μίντια ως συντάκτης γεωπολιτικών εκτιμήσεων στον τομέα της εμπορικής ναυτιλίας. Έχει ευρεία παρουσία σε ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά ΜΜΕ ενώ διαθέτει και προσωπικό κανάλι στο YouTube όπου ανεβάζει συχνά εξειδικευμένες αναλύσεις για ζητήματα στρατηγικής και γεωπολιτικής.
**Πολιτική αναλύτρια ειδική σε θέματα Μέσης Ανατολής. Αρθρογραφεί και σχολιάζει σε αραβόφωνα και διεθνή δίκτυα (AFP, AP, DW, Al Jazeera, Syria TV, Al-Quds Al-Arabi, The New Arab κ.α.). Παρακολουθεί και μελετά στενά και για πολλά χρόνια την Μέση Ανατολή και την πολιτική της και, επειδή ταξιδεύει πολύ, έχει την ευκαιρία να διευρύνει την γνώση και κατανόησή της στο πεδίο. Στα ερευνητικά ενδιαφέροντά της περιλαμβάνονται η Συριακή επανάσταση και η διεθνής και περιφερειακή διένεξη γύρω από αυτήν, το Ιράν, το Ιράκ, το Ισραήλ, ο ρόλος της Τουρκίας στην Μέση Ανατολή, οι συνέπειες της ανάμειξης των ΗΠΑ, της Ε.Ε. και της Ρωσίας στην περιοχή, η τζιχάντ και οι τζιχαντιστικές οργανώσεις, οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις. Η ευρωπαϊκή και ρωσική πολιτική είναι επίσης μεταξύ των ενδιαφερόντων της. Είναι επικεφαλής του γραφείου Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Μέσης Ανατολής της ανεξάρτητης πλατφόρμας Syriawise που στοχεύει στην αποκάλυψη των ψεμμάτων και της προπαγάνδας σχετικά με τα τεκταινόμενα στην Συρία. Παρέχει, επίσης, συμβουλευτικές υπηρεσίες ανάλυσης πολιτικού κινδύνου για την περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά και αραβικά.