Στις 31 Ιανουαρίου του 2026, ο Elon Musk αιτήθηκε στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών των ΗΠΑ να εκτοξεύσει 1 εκατομμύρια δορυφόρους της εταιρείας του, SpaceX, σε τροχιά γύρω από τη Γη.
Σκοπός δεν ήταν οι επικοινωνίες, ούτε η πλοήγηση, αλλά η ενέργεια. Συγκεκριμένα, η παραγωγή ηλιακής ισχύος στο διάστημα, με τελικό αποδέκτη τα ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης της xAI.
Την τελευταία δεκαετία, η τεχνολογία αυτή έχει μετατραπεί από απλή ιδέα σε οικονομικά βιώσιμο σενάριο, καθώς οι δορυφόροι φαίνεται να μπορούν να παράγουν περισσότερη ενέργεια ανά τ.μ. σε σχέση με τα φωτοβολταϊκά πάνελ στη Γη.
Η πρόταση ακούγεται σαν επιστημονική φαντασία. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί την πιο φιλόδοξη εκδοχή μιας ιδέας που εδώ και δεκαετίες ωριμάζει αθόρυβα: του solar-farming στο διάστημα.
Τι είναι το διαστημικό solar-farming;
Φανταστείτε ένα τεχνητό πάρκο φωτοβολταϊκών, που, αντί να βρίσκεται στην έρημο της Σαουδικής Αραβίας ή τις πεδιάδες της Ισπανίας, αιωρείται 36.000 χιλιόμετρα πάνω από τον Ισημερινό. Στη γεωστατική τροχιά, δομές από αναδιπλούμενα φωτοβολταϊκά πάνελ με επιφάνεια χιλιομέτρων σχηματίζουν γιγαντιαίες, επίπεδες πλατφόρμες που κοιτούν μόνιμα τον Ήλιο.
Σε αντίθεση με τα επίγεια φωτοβολταϊκά, που λειτουργούν κατά μέσο όρο στο 20-25% της μέγιστης θεωρητικής τους απόδοσης λόγω κύκλου ημέρας-νύχτας και καιρικών συνθηκών, τα διαστημικά πάνελ θα μπορούσαν να συλλέγουν ηλιακή ακτινοβολία έως και στο 99% του χρόνου.
Γιατί να βάλουμε φωτοβολταϊκά στη Γη, όταν μπορούμε στο διάστημα;

Η διαστημική ηλιακή ενέργεια (space-based solar power – SBSP) δεν γεννήθηκε πρόσφατα στη φαντασία του Elon Musk. O Τσεχο-αμερικανός επιστήμονας και μηχανικός αεροσκαφών Peter Glaser ήταν ο πρώτος που έφερε την ιδέα στον δημόσιο διάλογο, το 1968.
Σύμφωνα με τον Glaser, αν τοποθετήσουμε μεγάλους δορυφόρους με εγκατεστημένα φωτοβολταϊκά πάνελ, στη γεωστατική τροχιά, δηλαδή 35.786 χλμ. πάνω από τη Γη, τότε η άντληση ηλιακής ενέργειας καθίσταται αδιάλειπτη. Η ενέργεια αυτή μπορεί, στη συνέχεια, να μετατραπεί σε μικροκύματα, τα οποία με τη σειρά τους μπορούν να «διακτινιστούν» σε ειδικούς σταθμούς στη Γη.
Την τελευταία δεκαετία, η τεχνολογία αυτή έχει μετατραπεί από απλή ιδέα σε οικονομικά βιώσιμο σενάριο, καθώς οι δορυφόροι φαίνεται να μπορούν να παράγουν περισσότερη ενέργεια ανά τ.μ. σε σχέση με τα φωτοβολταϊκά πάνελ στη Γη, εξοικονομώντας τόσο χώρο όσο και δομικά υλικά.
Έρευνα του King’s College του Λονδίνου, που ανελυσε το RD1 της NASA, ένα από τα δύο συστήματα διαστημικής ηλιακής ενεργείας, έδειξε ότι μπορεί δυνητικά να αντικαταστήσει εώς και 80% των συνολικών αναγκών επίγειας ανανεώσιμης ενέργειας της Ευρώπης.
Λαμβάνοντας αυτά τα δεδομένα υπόψη, όχι μόνο θα μπορούσε η Ευρώπη να φτάσει τις μηδενικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2050, αλλά και να αποταμιεύσει 35.9 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Το ερώτημα όμως παραμένει: γιατί δεν μας αρκούν πια οι επίγειες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Η απάντηση βρίσκεται στα κέντρα δεδομένων και τις ανάγκες που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη.
Οι ενεργειακές ανάγκες του ψηφιακού κόσμου

Με την ολοένα και γρηγορότερη εγκατάλειψη του αναλογικού μας κόσμου για χάρη του ψηφιακού, μεγαλώνει εκθετικά και η ανάγκη για αποθήκευση ψηφιακών δεδομένων.
Όπως αμέτρητες κούτες και φάκελοι τρώνε χώρο στα ράφια μιας αποθήκης, έτσι και οι φωτογραφίες της γάτας σου, το προφίλ σου στο Instagram και η λίστα σουπερ μαρκετ που έγραψες στις σημειώσεις του κινητού σου μετατρέπονται σε 0 και 1, και αποθηκεύονται σε τεράστιες εγκαταστάσεις ανά τον κόσμο, γνωστές και ως κέντρα δεδομένων.
Τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν ήδη στραφεί στη χρήση πυρηνικής ενέργειας για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, η οποία όχι μόνο έχει μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα, αλλά είναι διαθέσιμη 24 ώρες τη μέρα.
Στα κέντρα αυτά στεγάζονται σειρές από υπολογιστές που αποθηκεύουν, επεξεργάζονται και μεταφέρουν ψηφιακά αρχεία. Οι υπολογιστές όχι μόνο χρειάζονται ηλεκτρική ενέργεια για να λειτουργήσουν, αλλά και αρκετό νερό για να μην υπερθερμανθούν -ενεργειακές ανάγκες που πολλαπλασιάζονται με την εκτεταμένη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, που απαιτεί περισσότερη υπολογιστική δύναμη.
Ενδεικτικά, ένα μεσαίο κέντρο δεδομένων που τροφοδοτεί μια κλήση μας στο Microsoft Teams ή μια αναζήτηση συνταγής κέικ στο ChatGPT καταναλώνει περίπου 400 εκατ. λίτρα νερό το χρόνο.Έρευνες έδειξαν ότι το 2023 τα κέντρα δεδομένων αποτέλεσαν το 4.4% της συνολικής κατανάλωσης ρεύματος στην Αμερική.
Τέτοιες ενεργειακές ανάγκες δημιουργούν πιέσεις στη λεγόμενη «δυναμικότητα ηλεκτρικού δικτύου» (grid capacity) μιας χώρας, δηλαδή την ικανότητα των υποδομών της να μεταφέρουν και να ανταλλάσσουν ηλεκτρική ενέργεια, ταυτόχρονα εξασφαλίζοντας τη σταθερότητα και την ασφάλεια του εφοδιασμού αυτού.
Τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν ήδη στραφεί, λοιπόν, σε εναλλακτικές, με την Google, τη Microsoft και την Amazon να υπογράφουν έως και 20-ετή συμβόλαια για τη χρήση πυρηνικής ενέργειας για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, η οποία όχι μόνο έχει μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα, αλλά είναι διαθέσιμη 24 ώρες τη μέρα. Αυτές οι αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες είναι και ο λόγος που όλο και περισσότερα βλέμματα στρέφονται προς το διάστημα, ως πιθανή τοποθεσία εγκατάστασης φωτοβολταϊκών συστημάτων.
Η κούρσα για ενέργεια στο διάστημα
Πολλοί παγκόσμιοι παίκτες έχουν ήδη μπει στον χορό της διαστημικής ηλιακής ενέργειας ως εναλλακτική, ο καθένας με τη δική του πινελιά. Η Κίνα σκοπεύει να χτίσει μια διαστημική «κεραία» πλάτους 1 χλμ., που θα αποτελείται από 600 ηλιακά πάνελ που θα αντλούν ηλιακή ενέργεια, έργο που έχει γίνει γνωστό και ως το «Πρόγραμμα Μανχάταν της ενέργειας» -εμπνευσμένο από το Πρόγραμμα Μανχάταν του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που δημιούργησε την ατομική βόμβα.
Η Αγγλία, απο την άλλη, δεν αρκείται σε μετρημένους δορυφόρους, με εταιρείες σαν τη Space Solar να φιλοδοξούν να εγκαταστήσουν ολόκληρους σταθμούς ηλιακής ενέργειας στο διάστημα, που θα τροφοδοτούν τη Γη σε ρυθμούς άνευ προηγουμένου. Τέλος, στις ΗΠΑ, η startup Aetherflux θέλει να φέρει ατόφια κέντρα δεδομένων στο διάστημα για άμεση τροφοδότηση, με στόχο να εκτοξεύσει το πρώτο, σε χαμηλή γήινη τροχιά, μέσα στο πρώτο τετράμηνο του 2027.
Παρόλα αυτά, ένα σοβαρό εμπόδιο για την εκτεταμένη χρήση δορυφόρων ως ενεργειακή εναλλακτική είναι τα «διαστημικά σκουπίδια» (space debris). Το δίκτυο Starlink του Musk αποτελείται ήδη από 10.000 δορυφόρους -σχεδόν τα ⅔ όλων των λειτουργικών δορυφόρων. Το σχέδιο τόσο του Musk όσο και των ανταγωνιστών του να προσθέσουν κι άλλους δορυφόρους, σε τροχιά γύρω από τη Γη, όχι μόνο αυξάνει τον κίνδυνο για συγκρούσεις, καταστροφή εξοπλισμού και πτώση πίσω στη Γη, αλλά ήδη εμποδίζει και την ορατότητα τηλεσκοπίων ζωτικής σημασίας.
Στη θεωρία ένα διαστημικό ενεργειακό μέλλον φαντάζει φωτεινό, αλλά δεν είναι απίθανο να μας ρίξει και στο σκοτάδι.