Δεν έχουν περάσει και πολλά χρόνια από την εποχή κατά την οποία, το diesel θεωρούνταν η πιο λογική επιλογή για όποιον ήθελε να καταναλώνει λιγότερο καύσιμο και να περιορίζει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες επένδυσαν δισεκατομμύρια στην εξέλιξή του, οι κυβερνήσεις υιοθέτησαν ευνοϊκές φορολογικές πολιτικές και εκατομμύρια οδηγοί στράφηκαν στους πετρελαιοκινητήρες.
Ωστόσο σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική. Το diesel έχει χάσει μεγάλο μέρος της δημοφιλίας του στα επιβατικά αυτοκίνητα, ενώ σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις τα παλαιότερα πετρελαιοκίνητα οχήματα αντιμετωπίζουν περιορισμούς κυκλοφορίας.
Τι συνέβη όμως και μια τεχνολογία που προωθήθηκε ως περιβαλλοντικά αποδοτική, κατέληξε να αντιμετωπίζεται ως «πρόβλημα»; Η απάντηση βρίσκεται σε ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της σύγχρονης αυτοκίνησης, σύμφωνα με το οποίο η μείωση του CO2 δεν συνεπάγεται απαραίτητα και καθαρότερο αέρα.
Γιατί η Ευρώπη πίστεψε στο diesel
Αρχικά, η στροφή του αγοραστικού κοινού προς το diesel δεν ήταν τυχαία. Οι πετρελαιοκινητήρες διαθέτουν υψηλότερη θερμοδυναμική απόδοση από τους αντίστοιχους βενζινοκινητήρες, χάρη -μεταξύ άλλων- στον υψηλό λόγο συμπίεσης και στον τρόπο λειτουργίας τους.
Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται συνήθως σε χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμου, ιδιαίτερα σε μεγάλες αποστάσεις. Παρά το γεγονός ότι, το πετρέλαιο παράγει περισσότερο CO2 ανά λίτρο από τη βενζίνη, η μειωμένη κατανάλωση μπορεί να εξασφαλίζει χαμηλότερες εκπομπές CO2 ανά χιλιόμετρο.
Μάλιστα, από τη δεκαετία του 1990, καθώς η Ευρώπη έθετε ολοένα αυστηρότερους στόχους για το διοξείδιο του άνθρακα, το diesel απέκτησε στρατηγικό πλεονέκτημα. Η εξέλιξη του common rail, των υπερτροφοδοτών και των ηλεκτρονικών συστημάτων ψεκασμού, έκανε τους πετρελαιοκινητήρες πιο ισχυρούς, πολιτισμένους και οικονομικούς.
Το πρόβλημα ήταν ότι η περιβαλλοντική αξιολόγηση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στο CO2, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο μια διαφορετική κατηγορία εκπομπών ρύπων.
CO2 εναντίον NOx: Δύο διαφορετικά προβλήματα
Το διοξείδιο του άνθρακα αποτελεί αέριο του θερμοκηπίου και συμβάλλει στην κλιματική αλλαγή. Αντίθετα, τα οξείδια του αζώτου (NOx) και τα αιωρούμενα σωματίδια επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα του αέρα και τη δημόσια υγεία.
Οι πετρελαιοκινητήρες λειτουργούν με περίσσεια αέρα και συχνά υψηλές θερμοκρασίες καύσης, συνθήκες που ευνοούν τον σχηματισμό NOx. Παράλληλα, η ατελής καύση μπορεί να δημιουργήσει αιθάλη και μικροσκοπικά σωματίδια.
Εδώ εμφανίζεται η τεχνολογική αντίφαση, καθώς οι συνθήκες που ευνοούν την υψηλή ενεργειακή απόδοση δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως χαμηλές εκπομπές τοπικών ρύπων.
Έτσι, ένα αυτοκίνητο μπορούσε να εμφανίζει εξαιρετικές τιμές κατανάλωσης και CO2, αλλά ταυτόχρονα να επιβαρύνει σημαντικά την ατμόσφαιρα μιας πόλης.
Η διάκριση είναι καθοριστική, καθώς το CO2 επηρεάζει το παγκόσμιο κλίμα, ενώ τα NOx και τα σωματίδια συνδέονται με την ατμοσφαιρική ρύπανση και τις επιπτώσεις της στην υγεία. Πρόκειται για διαφορετικές περιβαλλοντικές προκλήσεις, που απαιτούν διαφορετικές τεχνολογικές λύσεις.
Dieselgate: Όταν η πραγματικότητα ανέτρεψε τις μετρήσεις
Το 2015 αποτέλεσε σημείο καμπής. Το σκάνδαλο «Dieselgate» αποκάλυψε ότι η Volkswagen είχε χρησιμοποιήσει λογισμικό, το οποίο αναγνώριζε τις συνθήκες εργαστηριακών δοκιμών και τροποποιούσε τη λειτουργία του συστήματος ελέγχου εκπομπών ρύπων.
Το ζήτημα δεν περιορίστηκε σε μία εταιρεία. Η υπόθεση ανέδειξε τις αδυναμίες των τότε διαδικασιών πιστοποίησης και τη μεγάλη απόσταση που μπορούσε να χωρίζει τις εργαστηριακές μετρήσεις από τις πραγματικές εκπομπές ρύπων στον δρόμο.
Η απάντηση της Ευρώπης περιλάμβανε αυστηρότερες διαδικασίες, όπως το WLTP και τις δοκιμές Real Driving Emissions (RDE), με φορητό εξοπλισμό μέτρησης καυσαερίων.
Ωστόσο, η εμπιστοσύνη στο diesel είχε ήδη κλονιστεί.
Μπορεί η τεχνολογία να λύσει το πρόβλημα;
Οι σύγχρονοι πετρελαιοκινητήρες απέχουν σημαντικά από εκείνους προηγούμενων δεκαετιών. Τα φίλτρα σωματιδίων (DPF) συγκρατούν την αιθάλη, ενώ τα συστήματα SCR (Selective Catalytic Reduction), με χρήση AdBlue, περιορίζουν τις εκπομπές NOx.
Αισθητήρες, ηλεκτρονικές μονάδες ελέγχου και εξελιγμένοι αλγόριθμοι διαχειρίζονται πλέον τη διαδικασία καθαρισμού των καυσαερίων. Οι εν λόγω τεχνολογίες μπορούν να μειώσουν δραστικά τους ρύπους, εφόσον λειτουργούν σωστά και συντηρούνται κατάλληλα.
Δεν εξαλείφουν όμως τις εκπομπές CO2 από την καύση ορυκτού πετρελαίου.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό δίδαγμα της ιστορίας του diesel. Μία τεχνολογία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποδοτική σε έναν τομέα, χωρίς να αποτελεί ολοκληρωμένη περιβαλλοντική λύση. Η εξέλιξη της αυτοκίνησης δεν κρίνεται πλέον μόνο από το πόσο καύσιμο καταναλώνει ένας κινητήρας, αλλά από το συνολικό αποτύπωμά του στο κλίμα, στην ποιότητα του αέρα και στην ανθρώπινη υγεία.
Το παράδοξο με το diesel είναι ότι, παρά την υποχώρησή του από την ευρωπαϊκή αγορά, εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο αποδοτικές τεχνολογίες κινητήρων εσωτερικής καύσης.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ζήτημα να μην ήταν ποτέ το ίδιο το καύσιμο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αξιολογήθηκε η περιβαλλοντική του επίδραση. Αν η μείωση του CO2 είχε συνδυαστεί εξαρχής με αυστηρότερα όρια για τα οξείδια του αζώτου και τα μικροσωματίδια, αλλά και με πιο αποτελεσματικούς ελέγχους σε πραγματικές συνθήκες οδήγησης, η πορεία του diesel θα μπορούσε να ήταν διαφορετική.
Γιατί η τεχνολογική αποδοτικότητα και η περιβαλλοντική προστασία δεν είναι απαραίτητα αντικρουόμενοι στόχοι, αρκεί να αξιολογούνται με τα ίδια αυστηρά κριτήρια.