Όταν ο Θανάσης Τρομπούκης ανέβηκε στη σκηνή του TECH4GOOD την Τρίτη 6 Οκτωβρίου, μίλησε για ένα ερώτημα που, όπως είπε, μοιάζει απλό: κάθε φορά που ξεσπά μια δασική πυρκαγιά, τι είχε προηγηθεί; «Αν είχαν γίνει έργα, τι έργα είχαν γίνει, ποιος τα είχε αναθέσει και με ποιον τρόπο, και πόσο κόστισαν».
Η απάντηση του δημοσιογράφου δεδομένων είναι το FireWatch, μια ανεξάρτητη, αυτοχρηματοδοτούμενη πλατφόρμα που καταγράφει τις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα και, δίπλα τους, τις δημόσιες συμβάσεις πυροπροστασίας. Το ερώτημα, παραδέχτηκε, «τελικά δεν είναι καθόλου απλό».
Από πού προέρχονται τα δεδομένα
Για να το απαντήσει, ο Τρομπούκης χρειάστηκε να συνδυάσει πηγές που δεν φτιάχτηκαν για να μιλούν μεταξύ τους: την Πυροσβεστική, τη NASA, το Copernicus, το Υπουργείο Εσωτερικών, τη Διαύγεια. Άλλα δεδομένα ήταν δομημένα, άλλα κρυμμένα μέσα σε κείμενα συμβάσεων.
Το αποτέλεσμα είναι χάρτες με γεωεντοπισμένες πυρκαγιές και έργα πυροπροστασίας, μαζί με τις θερμικές ανωμαλίες στο έδαφος που καταγράφουν οι δορυφόροι, οι οποίες είναι ένδειξη δασικής πυρκαγιάς. Για κάθε περιοχή, η πλατφόρμα δίνει και το πλαίσιο: αν διαθέτει αντιπλημμυρικά έργα, αν έχει υδροφόρες, πόσα στρέμματα πρέπει να καθαρίζονται κάθε χρόνο από αγριόχορτα.
Ο κωδικός που δεν είναι κοινός
Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν οι συμβάσεις. Η συλλογή βασίστηκε στους κωδικούς CPV (Common Procurement Vocabulary), την κοινή ευρωπαϊκή ονοματολογία για το αντικείμενο κάθε σύμβασης. «Θα περίμενε κανείς ότι μια σύμβαση που αφορά έργα πυροπροστασίας θα είχε έναν συγκεκριμένο κωδικό. Δυστυχώς δεν είναι έτσι», είπε. Κάθε φορέας καταγράφει με τον δικό του τρόπο.
Επιπλέον, μια σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί πολλές φορές, οπότε χρειάστηκε αλγόριθμος που κρατά την τελευταία εκδοχή και το τελικό ποσό. Οι συντεταγμένες των εργασιών, πού ακριβώς θα ανοίξει μια αντιπυρική ζώνη για παράδειγμα, δεν υπάρχουν πουθενά ως δεδομένο, αλλά βρίσκονται θαμμένες στο κείμενο. Εκεί μπήκαν η τεχνητή νοημοσύνη και αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης, που εξάγουν την πληροφορία και τη γεωεντοπίζουν.
Τα λάθη καταχώρισης παραμένουν πρόβλημα. Στη Διαύγεια και στο ΚΗΜΔΗΣ, μια εργασία κόστους 8.500 ευρώ είχε περαστεί ως 8,5 εκατομμύρια. Άλλες συμβάσεις δεν μετατρέπονται καν σε δεδομένα, επειδή είναι φωτοτυπίες ή φωτογραφίες από κινητό που έγιναν PDF.

Στο όριο της απευθείας ανάθεσης
Για την τριετία 2024–2026, οι συμβάσεις αντιπυρικής προστασίας που έχει εντοπίσει το FireWatch ξεπερνούν τα 800 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται οι διεθνείς συμβάσεις. Το 2026, μία στις δύο δόθηκε με απευθείας ανάθεση (το 2025 και το 2024 το ποσοστό ήταν υψηλότερο) και σχεδόν έξι στις δέκα αφορούν έργα, με τις υπόλοιπες να είναι υπηρεσίες και προμήθειες.
Το εύρημα που ξεχώρισε: οι περισσότερες απευθείας αναθέσεις κινούνται στη ζώνη των 29.000–30.000 ευρώ, δηλαδή στο όριο μέχρι το οποίο μια σύμβαση μπορεί να δοθεί απευθείας. «Είναι κάτι που πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω», είπε ο Τρομπούκης.
Όταν σταμάτησε η ροή
Και η καταγραφή των πυρκαγιών έχει τα κενά της. Η Πυροσβεστική διατηρούσε σελίδα που ενημέρωνε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο για κάθε δασικό συμβάν, όμως, σύμφωνα με τον Τρομπούκη, σταμάτησε την ενημέρωση στις αρχές Αυγούστου, τις ημέρες της μεγάλης πυρκαγιάς στο Πόρτο Γερμενό. Από τότε, το FireWatch στηρίζεται κυρίως σε δορυφορικά δεδομένα και σε αναρτήσεις της Πυροσβεστικής και του 112 στο X.
Ο ίδιος ήταν σαφής για το βασικό όριο του εργαλείου: «Γνωρίζουμε τι εργασίες περιγράφονται ότι έχουν γίνει, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πράγματι έχουν γίνει».
Η δοκιμασία της Δυτικής Αττικής
Πριν από λίγες εβδομάδες, το FireWatch συνεργάστηκε με το WWF Ελλάς και την ομάδα πυρομετεωρολογίας FLAME του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών σε μια ανάλυση της μεγάλης πυρκαγιάς που ξεκίνησε στις 31 Ιουλίου από τη Βοιωτία και πέρασε στη Δυτική Αττική. Το ερώτημα ήταν αν τα έργα του προγράμματος AntiNERO βοήθησαν στον έλεγχό της.
Η ομάδα τοποθέτησε τα έργα στον χάρτη και πάνω τους την εξέλιξη της φωτιάς. Σε αρκετά σημεία, η πυρκαγιά διέσπασε τις ζώνες και συνέχισε να εξαπλώνεται, όπως και σε περιοχές χωρίς καμία παρέμβαση. Σε άλλα, τα έργα έδωσαν χρόνο στις πυροσβεστικές δυνάμεις να φτάσουν και να την περιορίσουν, όπως στην Ψάθα.
«Πρέπει να συζητάμε για αυτά τα ζητήματα πάντα με βάση συγκεκριμένα στοιχεία», είπε κλείνοντας, «και όχι με βάση τις προσωπικές μας απόψεις».