Ένα μενού, ένα ποστ στο Instagram, ένα φυλλάδιο που να τραβάει το βλέμμα. Οι ανάγκες μιας επιχείρησης, ειδικά μικρομεσαίας, για καλοσχεδιασμένα γραφικά είναι πολλές και διαρκείς. Συχνά, ωστόσο, ο ιδιοκτήτης της έχει περιορισμένο χρόνο, ακόμα πιο περιορισμένο budget και ελάχιστες γνώσεις σχεδιασμού.
Το AI υπόσχεται μεν μια εύκολη λύση. Ωστόσο πολύ συχνά το αποτέλεσμα με τα συμβατικά εργαλεία καταλήγει να μοιάζει υπερβολικά με όλα τα υπόλοιπα, με ίδιες γραμματοσειρές και γνώριμες συνθέσεις που δημιουργούν μια αισθητική που έχουμε αρχίσει να αναγνωρίζουμε ως «AI slop».
«Όταν ανταγωνίζεσαι παγκόσμια, αναπόφευκτα θα έχεις και πάρα πολύ ανταγωνισμό από εταιρείες που έχουν σηκώσει εκατομμύρια στο Silicon Valley πριν καν ακόμα κάνουν public launch».
Σε αυτή την καθημερινή ανάγκη απαντά το Grafista. Η κυπριακή startup των Γιώργου Γεννάρη και Μάριου Σίμου μετατρέπει κείμενα και φωτογραφίες σε έτοιμα, επεξεργάσιμα γραφικά, από μενού εστιατορίων μέχρι παρουσιάσεις και αναρτήσεις για social media. Το στοίχημά της είναι να κάνει τον καλό σχεδιασμό προσιτό στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με ένα εργαλείο που αναλαμβάνει τη σύνθεση και προσαρμόζεται στο περιεχόμενο και στην ταυτότητά τους.
«Χρειάζεται μια πλατφόρμα εξειδικευμένη στο συγκεκριμένο πρόβλημα σχεδιασμού», εξηγεί στο WIRED Greece ο Γεννάρης. Σε μια αγορά όπου τα μεγάλα εργαστήρια AI διευρύνουν συνεχώς τις δυνατότητες των προϊόντων τους, η μικρή Κυπριακή ομάδα ποντάρει, λοιπόν, στο βάθος της εξειδίκευσης.
Μια ιδέα που κρυβόταν στο μενού
Οι δύο συνιδρυτές της Grafista πρωτογνωρίστηκαν σε ένα κανάλι του Discord για Κύπριους προγραμματιστές. Ο Γιώργος είχε τότε διάφορες ιδέες για software και αναζητούσε ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν να καταλάβει πώς υλοποιούνται. Ο Μάριος είδε ένα μήνυμά του και τον προσκάλεσε να συνεργαστούν σε ένα προηγούμενο τους εγχείρημα.
Η συνεργασία αποκάλυψε καλή χημεία μεταξύ τους, κι έτσι η ζύμωση για την αναζήτηση της κατάλληλης ιδέας συνεχίστηκε. Οι διαδρομές τους άλλωστε αλληλοσυμπληρώνονταν: ο Γιώργος είχε εμπειρία στο marketing και στις επιχειρησιακές λειτουργίες και αυτοδίδακτες γνώσεις γραφιστικής και web design, ενώ ο Μάριος είχε περάσει από την τοπογραφία στο data science και στον προγραμματισμό.
Την περίοδο που άρχισαν να πειραματίζονται με τις πρώτες δυνατότητες του ChatGPT, o Γιώργος εργαζόταν και στον χώρο της εστίασης. Από αυτή του την εμπειρία έβλεπε μεγάλο περιθώριο για ένα εργαλείο ΑΙ που θα βοηθούσε τα εστιατόρια με τα μενού τους. Η πρώτη τους ιδέα, λοιπόν, επικεντρώθηκε σε αυτό.
«Προσπαθούσαμε αρχικά να φτιάξουμε μια πλατφόρμα η οποία θα εξειδικεύεται πάνω σε μενού εστιατορίων: πως να το γράψεις ένα μενού, να το μεταφράσεις, να το διορθώσεις, να το σχεδιάσεις», εξηγεί στο WIRED Greece. Σύντομα, συνειδητοποίησαν πως ο σχεδιασμός ήταν το πιο δημοφιλές feature, και πως οι πρώτοι τους πελάτες άρχισαν να το χρησιμοποιούν για να σχεδιάσουν πράγματα και εκτός από τα τυπικά μενού. Για τους δύο συνιδρυτές, αυτή η χρήση άνοιξε μια πολύ μεγαλύτερη προοπτική.
«Όλες οι εταιρείες σχεδόν χρειάζονται γραφικά διαρκώς», εξηγεί χαρακτηριστικά ο Γιώργος. «Ένα μικρό εστιατόριο μπορεί να ανανεώνει το μενού του μία, άντες δύο φορές τον χρόνο». Από την άλλη, οι αναρτήσεις, οι προσφορές και οι παρουσιάσεις δημιουργούν μια συνεχή ανάγκη για σχεδιασμό.
Έτσι λοιπόν, οι δυο συνιδρυτές της Grafista αποφάσισαν να επικεντρωθούν στο design.
Το ερώτημα φυσικά ήταν πώς θα μπορούσαν να προσφέρουν καλύτερα αποτελέσματα σε μια αγορά όπου δραστηριοποιούνται ήδη οι μεγαλύτερες εταιρείες AI. Ο Γιώργος εντοπίζει την ευκαιρία στην ίδια την αισθητική των παραγόμενων γραφικών.
«Όλα τα design μοιάζουν τα ίδια μεταξύ τους», παρατηρεί, περιγράφοντας την τάση των μοντέλων να επιστρέφουν σε γνώριμες συνθέσεις, «ειδικά για web design». Στη γραφιστική, ωστόσο, η ποικιλία είναι μέρος της δουλειάς. Μια αφίσα συναυλίας και μια εταιρική παρουσίαση υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, με διαφορετικές απαιτήσεις στη διάταξη, στην τυπογραφία και στην εικόνα. «Το graphic design είναι πιο ελεύθερο», λέει χαρακτηριστικά. «Έχει πολλά διαφορετικά στυλ».
Στην ανάλυση του Γιώργου για την ομοιογένεια που επικρατεί, πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν τα δεδομένα. Για να μάθει ένα μοντέλο τις αρχές της σύνθεσης, χρειάζεται πρόσβαση σε πληροφορίες για τα επιμέρους στοιχεία ενός σχεδίου και τις σχέσεις τους. Αναφέρει ως παράδειγμα τα αρχεία SVG, που μπορούν να διατηρούν στοιχεία για τη θέση, το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά των αντικειμένων. Έτσι, το μοντέλο μπορεί να μελετήσει «τι fonts χρησιμοποιούνται, τι χρώματα χρησιμοποιούνται, τι αποστάσεις χρησιμοποιούνται» και να αναζητήσει μοτίβα. Η συγκέντρωση κατάλληλων δεδομένων αποτελεί, όπως λέει, μία από τις μεγάλες δυσκολίες.
Η εξειδίκευση συνδέεται φυσικά και με το κόστος, έναν πολύ κρίσιμο παράγοντα για το κοινό στο οποίο απευθύνεται το Grafista. «Ένα εξειδικευμένο μοντέλο στο συγκεκριμένο πρόβλημα θα μπορούσε να είναι και πιο γρήγορο,πιο φτηνό και πιο δυνατό από ένα γενικό μοντέλο», υποστηρίζει ο ο συνιδρυτής.
Αυτή είναι η υπόθεση πάνω στην οποία χτίζουν την Grafista. Για τον ιδιοκτήτη ενός εστιατορίου ή μιας μικρής εμπορικής εταιρείας, η αξία θα φανεί στο αποτέλεσμα, στον χρόνο που εξοικονομεί και στο ποσό που χρειάζεται να πληρώσει.

Πρώτα οι λέξεις, μετά η μακέτα
Η βασική επιλογή της Grafista είναι να ξεκινά από το περιεχόμενο. Ο χρήστης της πλατφόρμας γράφει ή εισάγει το κείμενό του, προσθέτει τις φωτογραφίες που θέλει και στη συνέχεια ορίζει την εμφάνιση του γραφικού. Από εκεί και πέρα η πλατφόρμα αναλαμβάνει τη διάταξη, τις αποστάσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία της σύνθεσης.
«Το layout, τα χρώματα, το size των fonts – όλα πρέπει να σχηματίζονται βάσει του τι έχεις να πεις», εξηγεί ο Γεννάρης.
Η λογική αυτή διαφέρει από τον prompt-based σχεδιασμό, και έχει φυσικά και πρακτικό βάρος. Ένας κατάλογος με σαράντα πιάτα, για παράδειγμα, απαιτεί διαφορετική οργάνωση από μια αφίσα με έναν απλό τίτλο και μια ημερομηνία. Αντίστοιχα, ένα μεγάλο εταιρικό κείμενο χρειάζεται ιεράρχηση για να μετατραπεί σε παρουσίαση που μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει.
Για τις επιχειρήσεις με υπάρχουσα οπτική ταυτότητα, τα brand kits συγκεντρώνουν στοιχεία όπως χρώματα, γραμματοσειρές και λογότυπα. Για όσους από την άλλη αναζητούν αισθητική κατεύθυνση, η ομάδα έχει δημιουργήσει τα «blueprints»: σχέδια αναφοράς, των οποίων το ύφος εφαρμόζεται αυτόματα στο περιεχόμενο του χρήστη.
«Είναι λες και βρίσκεις ένα design από κάποιον και λες: “Θέλω το κείμενό μου να μοιάζει όπως αυτό το design”», λέει ο Γεννάρης.
Το σύστημα της πλατφόρμας χρησιμοποιεί τη σχεδιαστική αναφορά για να οργανώσει το καινούργιο υλικό. Έτσι, μέρος της δουλειάς που συνήθως απαιτεί μετακινήσεις κειμένων, αλλαγές μεγεθών και προσαρμογές της σύνθεσης περνά απευθείας στην πλατφόρμα. Έπειτα, το αποτέλεσμα παραμένει πλήρως επεξεργάσιμο, με χειροκίνητες αλλαγές ή μέσω συνομιλίας με τον AI agent.
Πίσω από αυτή τη διαδικασία βρίσκεται το λεγόμενο «harness», το περιβάλλον εργαλείων και οδηγιών γύρω από το μοντέλο. Η ομάδα το σχεδίασε ώστε να καθοδηγεί επιμέρους βήματα: την επιλογή σχετικών εικόνων, τη δημιουργία εικονογραφήσεων, τη σύνθεση του layout και τον έλεγχο για λάθη.
Το δύσκολο κομμάτι φυσικά είναι η συνοχή της οπτικής ταυτότητας. Μια φωτογραφία, ένας τίτλος και ένα λογότυπο αποκτούν νόημα μέσα από τις σχέσεις τους: ποιο στοιχείο τραβά πρώτο το βλέμμα, πόσο χώρο καταλαμβάνει, πώς οδηγεί στο επόμενο. Εκεί ακριβώς θέλει να συγκεντρώσει την τεχνογνωσία της η ομάδα.
Η πρόσβαση στην πλατφόρμα ξεκινά με 300 δωρεάν credits για δοκιμή, ενώ το βασικό συνδρομητικό πακέτο κοστίζει 12 ευρώ τον μήνα και περιλαμβάνει 1.000 credits. Η κατανάλωσή τους εξαρτάται από τη λειτουργία που χρησιμοποιείται, ενώ η πλατφόρμα επιτρέπει τη συμμετοχή απεριόριστων χρηστών σε έναν οργανισμό.
Μικρή ομάδα, μεγάλες φιλοδοξίες
Η μεγάλη φιλοδοξία της μικρής ομάδας από την Κύπρο φέρνει, βέβαια, το Grafista απέναντι σε έναν Γολιάθ της βιομηχανίας, εν ονόματι Claude Design. Άλλωστε η Anthropic διαθέτει ήδη ένα εργαλείο για παρουσιάσεις, πρωτότυπα και υλικό marketing, με δυνατότητες άμεσης επεξεργασίας και εφαρμογής εταιρικής οπτικής ταυτότητας. Ο ανταγωνισμός καλύπτει αρκετό από το ίδιο έδαφος.
Όμως για τον Γιώργο και τον Μάριο, η ευκαιρία βρίσκεται στο πόσο καλά μπορεί να υπηρετήσει μια συγκεκριμένη καθημερινότητα. Πόσα βήματα χρειάζεται ο ιδιοκτήτης ενός καταστήματος για να δημοσιεύσει μια προσφορά; Πόσο εύκολα αλλάζει μια τιμή; Πόσο συνεπές παραμένει το αποτέλεσμα από τη μία ανάρτηση στην επόμενη;
Ο Γιώργος θεωρεί ότι τελικά την αναμέτρηση θα την κρίνει η ποιότητα. «Το quality of design είναι που θα καθορίσει τη νικήτρια πλατφόρμα», αναφέρει. Πρόκειται για στοίχημα που θα δοκιμαστεί στη χρήση, στις διορθώσεις και στην απόφαση των επιχειρήσεων να επιστρέψουν στο εργαλείο.
Η έδρα στην Κύπρο προσθέτει φυσικά και κάποιες δυσκολίες: λιγότερες ευκαιρίες επαφής με founders, επενδυτές και πιθανούς πρώτους πελάτες, καθώς και περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια. «Όταν ανταγωνίζεσαι παγκόσμια, αναπόφευκτα θα έχεις και πάρα πολύ ανταγωνισμό από εταιρείες που έχουν σηκώσει εκατομμύρια στο Silicon Valley πριν καν ακόμα κάνουν public launch», σημειώνει.
Στα επόμενα σχέδια της ομάδας περιλαμβάνονται πιο αυτόνομες διαδικασίες, όπως η παραγωγή μιας μηνιαίας παρουσίασης από ένα report πωλήσεων, καθώς και ένα πιθανό marketplace για blueprints.
Οι φιλοδοξίες της Grafista παραμένουν μεγάλες. Η πιο χρήσιμη δοκιμασία τους χωρά, όμως, σε μια μικρή οθόνη: πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να μετατρέψει αυτό που θέλει να πει σε το design που αξίζει να δεις; Η απάντηση θα καθορίσει και πόσο χώρο μπορεί να κερδίσει μια μικρή κυπριακή ομάδα στην αγορά των γιγάντων του AI.